Οικονομική μεγέθυνση με σοβαρές υστερήσεις, κυρίως στις επενδύσεις και στην κοινωνική συμπερίληψη, καταγράφει για την Ελλάδα η ενδιάμεση έκθεση για την Οικονομία του Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Όπως επισημαίνεται, η ευημερία, οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων παραμένουν στάσιμα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις αποδοχών των τελευταίων ετών, όταν αυτές προσαρμοστούν στο πραγματικό κόστος ζωής, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, προκύπτει ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι αμείβονται αισθητά λιγότερο όχι μόνο από τους Ευρωπαίους, αλλά ακόμη και από εργαζομένους σε χώρες των Βαλκανίων.

«Η Ελλάδα, λόγω θεσμικών και αναπτυξιακών δυσλειτουργιών, υστερεί σημαντικά ακόμη και έναντι κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας και των συνθηκών διαβίωσης», αναφέρει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Προσθέτει ότι το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα, σε όρους αγοραστικής δύναμης, διαμορφώθηκε στις 21.486 μονάδες, δηλαδή στο 59,1% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου των 36.382 μονάδων. Το 2019 το ποσοστό αυτό ήταν 61,2% και το 2009 έφθανε στο 91,8%, καταδεικνύοντας τη μακροχρόνια υποχώρηση της σχετικής θέσης των μισθών.

Οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στην Ελλάδα είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σχέση αμοιβών και ωρών εργασίας. Το 2024 το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS ανερχόταν στη χώρα μας σε 11,3 μονάδες, έναντι 15,3 στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, 18,1 στα Βαλκάνια και 20,4 στις χώρες της Περιφέρειας.

Παρότι η Ελλάδα τα τελευταία τρίμηνα εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης από τον μέσο όρο της ΕΕ, κυρίως λόγω της στασιμότητας μεγάλων οικονομιών όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, η επίδοσή της παραμένει χαμηλότερη από συγκρίσιμες χώρες. Πολλές οικονομίες καταγράφουν σαφώς ταχύτερη μεγέθυνση, γεγονός που αποκαλύπτει τη σχετική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας.

Αναλυτικά, η έκθεση της ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι το χάσμα ευημερίας Ελλάδας–ΕΕ παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε το 2019 στα 17.210 ευρώ έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ, ενώ το 2024 η διαφορά εξακολουθεί να αγγίζει τα 14.600 ευρώ. Παρά την ανάκαμψη μετά το 2021, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν μειώνεται ουσιαστικά.

Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024. Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται οικονομιών όπως η Τσεχία, η Λιθουανία, η Εσθονία και η Πολωνία, συγκρινόμενη κυρίως με τη Λετονία, ενώ υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία. Την περίοδο 2019–2024 η βελτίωση ήταν μόλις τρεις ποσοστιαίες μονάδες, έναντι πολύ ταχύτερης σύγκλισης άλλων χωρών.

Η διάρθρωση της ζήτησης παραμένει καταναλωτοκεντρική. Η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχούσε το γ’ τρίμηνο του 2025 στο 67,7% του ΑΕΠ, έναντι 51,1% στην ΕΕ. Οι επενδύσεις ανήλθαν στο 16,9% του ΑΕΠ, παραμένοντας χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε, αναδεικνύοντας τη χρόνια εισαγωγική εξάρτηση.

Παράλληλα, η επενδυτική ανάκαμψη δεν ενισχύει την παραγωγικότητα. Οι επενδύσεις σε κατοικίες αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ μειώθηκαν οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και τεχνολογία, περιορίζοντας τις προοπτικές παραγωγικού μετασχηματισμού και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας.

Στην αγορά εργασίας, οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα προγράμματα προσαρμογής, οι επιδόσεις παραμένουν χαμηλές. Το ποσοστό απασχόλησης το γ’ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε στο 65,6%, σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας παραμένει υψηλό.

Σημαντικές είναι και οι αποκλίσεις στο επίπεδο διαβίωσης. Το 2024 το 21% των μισθωτών ζούσε σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των εξεταζόμενων χωρών. Αντίστοιχα, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως η επαρκής θέρμανση ή οι πάγιες οικονομικές υποχρεώσεις.

Ιδιαίτερα οξύ παραμένει το στεγαστικό πρόβλημα. Το 2024 οι δαπάνες στέγασης αντιστοιχούσαν στο 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, με ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση για μονοπρόσωπα και χαμηλού εισοδήματος νοικοκυριά. Σε περιφερειακό επίπεδο, οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες κατέγραψαν αυξημένη επιβάρυνση σε σχέση με το 2021.

Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Ελλάδα παγιώνεται μια διαρθρωτική απόκλιση, όπου η αύξηση του ΑΕΠ δεν μεταφράζεται σε ανάλογη βελτίωση αποδοχών και συνθηκών διαβίωσης. Η αντιμετώπιση αυτών των αποκλίσεων αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την οικονομική και κοινωνική πολιτική, καθώς σε ένα περιβάλλον διεθνών ανακατατάξεων οι υστερήσεις αυτές υπονομεύουν την ανθεκτικότητα και την κοινωνική ευημερία της χώρας.

Διαβάστε ακόμη

Χρυσός: Αυτοί είναι οι 5 λόγοι που θα διατηρήσουν το ράλι (γράφημα)

Μπάκος-Καϋμενάκης-Εξάρχου: Εξαγορά του iefimerida και στρατηγική συνεργασία με τον όμιλο «Παραπολιτικά»

Tesla: Καινοτομία, τιμές και πολιτική φθείρουν την αξία του brand – «Βουτιά» 36% το 2025

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα