Η διαδικασία αύξησης του κατώτατου μισθού φαίνεται να επιταχύνεται, καθώς η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε μια σημαντική αναπροσαρμογή από την 1η Απριλίου 2026, με στόχο να προσεγγιστεί — ή ακόμη και να ξεπεραστεί — νωρίτερα το επίπεδο των 950 ευρώ, που είχε τεθεί ως ορίζοντας για το 2027.

Ο αρχικός σχεδιασμός για σταδιακές αυξήσεις την επόμενη διετία φαίνεται να αναθεωρείται, καθώς η πολιτική συγκυρία και η είσοδος σε προεκλογική περίοδο επιταχύνουν τον ρυθμό των αποφάσεων.

Συλλογικές διαπραγματεύσεις και ΣΣΕ

Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων μέσω της Κοινωνικής Συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων, η οποία ψηφίστηκε την Παρασκευή στη Βουλή. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για νέες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ), που μπορούν να ενισχύσουν τον μέσο μισθό και να περιορίσουν περαιτέρω τον αριθμό των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Την ίδια στιγμή, οι επιστημονικοί φορείς και τα οικονομικά ινστιτούτα, στις εκθέσεις αξιολόγησης του ισχύοντος κατώτατου μισθού και ημερομισθίου που έχουν ήδη κατατεθεί, προτείνουν πιο συγκρατημένες αυξήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα.

Οι προτάσεις των φορέων

Η Τράπεζα της Ελλάδος εισηγείται αύξηση έως 4%, το ΚΕΠΕ μεταξύ 3,5% και 5%, ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος έως 6%, το ΙΝΕΣΕΤΕ έως 4% και το ΙΟΒΕ από 2,5% έως 3,5%.

Τα ινστιτούτα της ΕΣΕΕ και της ΓΣΕΒΕΕ δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένο ποσοστό, κινούνται όμως στο πλαίσιο των παραπάνω εκτιμήσεων. Αντίθετα, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επαναφέρει την πρόταση για κατώτατο μισθό στο 60% του διάμεσου μισθού, κάτι που αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 19,5%.

Φορολογική σφήνα και εισφορές

Οι επιστημονικοί φορείς των εργοδοτικών οργανώσεων επιμένουν στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, επισημαίνοντας ότι η λεγόμενη φορολογική σφήνα, παρά τη μείωσή της τα τελευταία χρόνια, παραμένει υψηλή σε σύγκριση με τις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ και επιβαρύνει σημαντικά τις επιχειρήσεις χωρίς αντίστοιχη αύξηση του καθαρού εισοδήματος των εργαζομένων.

Η προγραμματισμένη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,50%–0,60% για το 2027 ενδέχεται να επισπευσθεί, ώστε η συνολική μείωση να φτάσει τις έξι ποσοστιαίες μονάδες.

Τι αναφέρουν οι εκθέσεις των φορέων

Η έκθεση του επιστημονικού ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ

Το επιστημονικό ινστιτούτο της ΓΣΕΒΕΕ υπογραμμίζει ότι η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού για το 2026 πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών. Όπως σημειώνεται, το ύψος του κατώτατου μισθού επηρεάζει άμεσα το φορολογητέο εισόδημα των ατομικών επιχειρήσεων, το οποίο σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζεται με τεκμαρτά κριτήρια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το 56% των ατομικών επιχειρήσεων φορολογείται με τεκμαρτό εισόδημα και όχι με βάση τα πραγματικά κέρδη. Οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού το 2024 και το 2025 οδήγησαν σε αυτόματη άνοδο του τεκμαρτού φορολογητέου εισοδήματος και των φορολογικών υποχρεώσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η νέα αναπροσαρμογή θα πρέπει να συνδυαστεί με το ισχύον φορολογικό καθεστώς, ώστε να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού σε πραγματικούς όρους, λαμβάνοντας υπόψη την παραγωγικότητα της εργασίας και την εξέλιξη των τιμών βασικών αγαθών και υπηρεσιών.

Η προσέγγιση της ΕΝΕΜΥ/ΕΣΕΕ

Ανάλογη θέση διατυπώνει η ΕΝΕΜΥ/ΕΣΕΕ, υπογραμμίζοντας ότι μια νέα αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να συνοδευτεί από αντίστοιχη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε να προστατευτεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης την ανάγκη κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, σταδιακής κατάργησης της προκαταβολής φόρου και αποσύνδεσης του κατώτατου μισθού από την τεκμαρτή φορολόγηση.

Παρότι οι υψηλότεροι μισθοί ενισχύουν την κατανάλωση — στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για το εμπόριο — απαιτείται προσοχή ώστε να αποφευχθεί ένας κύκλος αυξήσεων μισθών και τιμών. Σύμφωνα με αναλύσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 1% οδηγεί σε αύξηση περίπου 0,5% στον μέσο μισθό του ιδιωτικού τομέα.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, τονίζει ότι οι αυξήσεις θα πρέπει να αντανακλούν το άθροισμα πληθωρισμού και πραγματικής παραγωγικότητας της εργασίας, σημειώνοντας:

«Ο εμπορικός κόσμος θα υποδέχονταν θετικά ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών, εφόσον όμως συνδυάζονταν με συγκεκριμένες ελαφρύνσεις βαρών, τις οποίες έχουν ανάγκη οι εμπορικές επιχειρήσεις, όπως η περαιτέρω μείωση μη μισθολογικού κόστους, κατάργηση τεκμαρτού εισοδήματος για διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 120 δόσεις».

Η ανάλυση του ΙΟΒΕ

Το ΙΟΒΕ, αναφερόμενο στην πορεία των μειώσεων ασφαλιστικών εισφορών από το 2020, επισημαίνει ότι ο ονομαστικός κατώτατος μισθός αυξήθηκε συνολικά κατά 41,6% την περίοδο 2019–2026, ενώ οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης μειώθηκαν κατά 5,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Παρά τις μειώσεις αυτές, το συνολικό ποσοστό εισφορών εργαζομένου και εργοδότη το 2024 παρέμεινε το δέκατο υψηλότερο στην ΕΕ (36,2%), κατά 10,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών του ΟΟΣΑ.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας καθορισμού του κατώτατου μισθού, έως τις 15 Φεβρουαρίου διαβιβάζονται οι γνώμες της Επιστημονικής Επιτροπής και της Επιτροπής Διαβούλευσης, καθώς και οι εκθέσεις των επιστημονικών φορέων, στο ΚΕΠΕ.

Το ΚΕΠΕ υποβάλλει την τελική πρόταση στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας και στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αναμένεται η εισήγηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε η οριστική απόφαση να ληφθεί πριν τεθεί σε εφαρμογή ο νέος κατώτατος μισθός την 1η Απριλίου.

Οι εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ

Το ΚΕΠΕ εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο αύξησης του κατώτατου μισθού μεταξύ 3,5% και 5%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η αύξηση του 2025 επηρέασε κυρίως εργαζομένους με αποδοχές έως περίπου 1.037 ευρώ. Για μισθούς μεταξύ 1.037 και 1.630 ευρώ οι μεταβολές ήταν θετικές αλλά στατιστικά περιορισμένες.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού, επομένως, επηρέασε κυρίως τα χαμηλότερα επίπεδα της μισθολογικής κατανομής — έως το έκτο δεκατημόριο — ενώ η επίδρασή της σε υψηλότερους μισθούς ήταν περιορισμένη.

Η πρόταση του ΣΒΕ

Το ινστιτούτο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) εισηγείται αυξήσεις περίπου 4%, επισημαίνοντας ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντοχές των επιχειρήσεων, ώστε να αποφευχθούν πιέσεις στην απασχόληση.

Από την 1η Απριλίου 2026, αντίστοιχη αύξηση θα εφαρμοστεί και στον εισαγωγικό μισθό του δημόσιου τομέα.

Η ευρωπαϊκή κατάταξη και το νέο πλαίσιο

Μετά την αύξηση του 2025, η Ελλάδα κατέλαβε την 11η θέση μεταξύ των 22 χωρών της ΕΕ με θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό, πάνω από την Κροατία, τη Μάλτα, την Εσθονία και τη Βουλγαρία, αλλά χαμηλότερα από τη Λιθουανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο.

Η ίδια διαδικασία καθορισμού θα εφαρμοστεί και το 2027. Από το 2028, ο κατώτατος μισθός θα προσδιορίζεται με μαθηματικό τύπο που θα συνυπολογίζει την παραγωγικότητα της οικονομίας και τον πληθωρισμό.

Στις βασικές αλλαγές περιλαμβάνεται ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα μπορεί να μειωθεί και ότι θα ισχύει τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα.

Διαβάστε ακόμη

Ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο: Οι ακριβότερες και φθηνότερες πόλεις της Ευρώπης το 2026

Κάθετος Διάδρομος: Το μεγάλο παζάρι στον Λευκό Οίκο με Παπασταύρου και Εξάρχου – Στις ΗΠΑ μεταβαίνει και ο CEO της ΔΕΗ Γ. Στάσσης

Η επενδυτική κούρσα των Big Tech και η πρόκληση για την Ευρώπη

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα