Η Κίνα εξελίσσεται σε ολοένα και πιο ισχυρό παραγωγό πολυτελών τροφίμων, καλύπτοντας τη ζήτηση των εγχώριων καταναλωτών για εδέσματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σπάνια εντός συνόρων. Παράλληλα, βήμα-βήμα ξεκινάει να διεισδύει και στις διεθνείς αγορές. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου αντιστοιχεί πλέον στο μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και των εξαγωγών χαβιαριού. Παράλληλα, έχει ξεπεράσει την Αυστραλία –από την οποία αρχικά εισήγαγε τα μακαντάμια– και έχει αναδειχθεί στον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό καρπών μακαντάμιας διεθνώς. Η Κίνα ενισχύει επίσης την καλλιέργεια κερασιών, την εμπορία άγριας τρούφας και παράγει χιλιάδες τόνους φουά γκρα ετησίως.
Η διαθεσιμότητα τέτοιων προϊόντων, τα οποία στο παρελθόν κυρίως εισάγονταν, έχει αυξηθεί θεαματικά στην Κίνα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει τη στήριξη από τις τοπικές κυβερνήσεις σε αγροτικά πλούσιες περιοχές, όπως η νοτιοδυτική Γιουνάν, η ανατολική Σαντόνγκ και η κεντρική Ανχούι, που ενθάρρυναν τους αγρότες να στραφούν σε καλλιέργειες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Όπως υπογραμμίζουν οι FT, αν και η άνθηση των πολυτελών τροφίμων τροφοδοτείται κυρίως από την αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση, δημιουργεί ακόμη μία πρόκληση για τους εμπορικούς εταίρους της Κίνας, η οποία κατέγραψε εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ άνω του 1 τρισ. δολαρίων στο εμπόριο αγαθών τους πρώτους 11 μήνες του 2025.
Επιδόσεις ρεκόρ για το κινεζικό χαβιάρι
Η επίδραση είναι πιο εμφανής στο χαβιάρι, όπου η ταχεία αύξηση της κινεζικής παραγωγής από τη δεκαετία του 1990 έχει αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο εμπόριο του εκλεκτού αυτού τροφίμου. Η Kaluga Queen, μάρκα χαβιαριού που αναπτύχθηκε από ειδικούς του κινεζικού υπουργείου Γεωργίας, είναι σήμερα ο μεγαλύτερος προμηθευτής παγκοσμίως, με παραγωγή 260 τόνων το 2024 – ποσοστό περίπου 35% της παγκόσμιας παραγωγής.
Το 2012, οι κινεζικές εξαγωγές χαβιαριού ανέρχονταν σε περίπου 12 εκατ. δολάρια, αντιστοιχώντας στο 14% των παγκόσμιων εξαγωγών. Μέχρι το 2024 –μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία που διέκοψε το ρωσικό εμπόριο– οι εξαγωγές της Κίνας έφτασαν τα 98 εκατ. δολάρια, περίπου το 43% του παγκόσμιου συνόλου, σύμφωνα με στοιχεία του International Trade Centre.
Οι εξαγωγές αυξήθηκαν ενώ η εγχώρια ζήτηση δεχόταν πιέσεις, καθώς η επιβράδυνση της αγοράς ακινήτων περιόρισε τη διακριτική κατανάλωση και οι περιορισμοί στην επίσημη εστίαση –στο πλαίσιο της μακρόχρονης αντικατασταλτικής εκστρατείας του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ– μείωσαν την κατανάλωση πολυτελών τροφίμων.
H μακαντάμια
Η ανάπτυξη της κινεζικής βιομηχανίας μακαντάμιας αναδεικνύει τον ρόλο των τοπικών κυβερνήσεων στη στήριξη premium προϊόντων. Στο Μανγκσί, πόλη της Γιουνάν κοντά στα σύνορα με τη Μιανμάρ, εκτεταμένες εκτάσεις καλύπτονται από δέντρα μακαντάμιας, αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990, όταν οι καρποί αναγνωρίστηκαν ως καλλιέργεια υψηλής αξίας με δυνατότητα ενίσχυσης των αγροτικών εισοδημάτων.
Προηγούμενες προσπάθειες σε παράκτιες επαρχίες, όπως η Γκουανγκντόνγκ και η Χαϊνάν, είχαν πληγεί από τυφώνες που ανέτρεπαν τα δέντρα. Στη Γιουνάν, οι αρχές προσέφεραν επιδοτήσεις, λιπάσματα, αρδευτική υποστήριξη και εκπαίδευση, ενθαρρύνοντας μικρούς παραγωγούς να στραφούν σε μια καλλιέργεια που τότε καταναλωνόταν ελάχιστα στην Κίνα.
Η έμφαση του Πεκίνου στην επισιτιστική ασφάλεια έχει διαμορφώσει τον τρόπο και τις περιοχές καλλιέργειας. Μεγάλες, εύφορες εκτάσεις της Γιουνάν προορίζονται για βασικά προϊόντα όπως το ρύζι και το καλαμπόκι – πολιτική που εντάθηκε λόγω των εμπορικών εντάσεων με τις ΗΠΑ. Οι καλλιεργητές μακαντάμιας περιορίζονται σε λοφώδεις περιοχές, με χαμηλότερες αποδόσεις και πιο αργή συγκομιδή. Παρά τα εμπόδια, η παραγωγή αυξήθηκε θεαματικά. Από το 2016 έως το 2024, το μερίδιο της Γιουνάν στην παγκόσμια παραγωγή μακαντάμιας ανέβηκε από περίπου 3% σε 20%. Το 2023, η Κίνα ξεπέρασε την Αυστραλία και αναδείχθηκε δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, με επόμενο στόχο τη Νότια Αφρική.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της Yunnan Discovery πωλείται στην εγχώρια αγορά, με περίπου 70% των πωλήσεων να συγκεντρώνεται γύρω από την περίοδο του σεληνιακού νέου έτους.
Τα κεράσια
Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής κερασιών παγκοσμίως και εκτιμάται ότι θα καταναλώσει περίπου 1,5 εκατ. τόνους φέτος, εκ των οποίων 900.000 τόνοι θα παραχθούν εγχώρια και οι υπόλοιποι θα εισαχθούν, κυρίως από τη Χιλή. Η Σαντόνγκ αναδείχθηκε σε κορυφαία επαρχία παραγωγής κερασιών, αφού οι τοπικές αρχές εντόπισαν το προϊόν ως στρατηγικό τομέα ανάπτυξης και ενθάρρυναν τους μηλοπαραγωγούς να στραφούν σε αυτό.
Τα κινεζικά κεράσια δεν ανταγωνίζονται άμεσα τις εισαγωγές από τη Χιλή, που φτάνουν στη χώρα εκτός της τοπικής περιόδου συγκομιδής. Ωστόσο, έμποροι αναφέρουν ότι η αφθονία φθηνότερων εγχώριων φρούτων έχει επανακαθορίσει τις προσδοκίες των καταναλωτών ως προς τις τιμές.
Διαβάστε ακόμη
«Αποστολή εξετελέσθη» για την EBRD μετά από δέκα χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα
Νίκος, Κώστας και Γιάννης Αλεξίου (Altex): Το διεθνές στοίχημα της Funky Buddha
Με ένα κλικ τα τιμολόγια: Πότε και πώς περνούν όλες οι επιχειρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.