Οι δασμοί επιστρέφουν στο επίκεντρο της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής, αλλά αυτή τη φορά με διαφορετικό τρόπο. Μακριά από τις αιφνιδιαστικές ανακοινώσεις, τις συγκρουσιακές δηλώσεις και τις μεταμεσονύχτιες αναρτήσεις που χαρακτήρισαν την πρώτη φάση της στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ, η νέα προσπάθεια επαναφοράς των εμπορικών φραγμών εξελίσσεται με πιο θεσμικό, οργανωμένο και νομικά θωρακισμένο σχεδιασμό. Ο στόχος παραμένει ο ίδιος: η προστασία της αμερικανικής παραγωγής και η άσκηση πίεσης στους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα μέσα όμως έχουν αλλάξει.
Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που έκρινε παράνομους τους προηγούμενους δασμούς, η αμερικανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναζητήσει νέα νομική βάση για να διατηρήσει ένα από τα βασικά εργαλεία της οικονομικής της πολιτικής. Αντί να επιδιώξει μια γρήγορη επαναφορά των μέτρων, επέλεξε να κινηθεί μέσα από διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν σε μελλοντικές δικαστικές προσφυγές και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη διάρκεια εφαρμογής.
Η έρευνα για την καταναγκαστική εργασία
Κεντρικό ρόλο στη νέα στρατηγική έχει αναλάβει ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέιμισον Γκριρ. Η υπηρεσία του ολοκλήρωσε πολυμηνιαία έρευνα σχετικά με τις πρακτικές εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ όσον αφορά τα προϊόντα που παράγονται μέσω καταναγκαστικής εργασίας.
Η έκθεση, που εκτείνεται σε σχεδόν 100 σελίδες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεκάδες χώρες εξακολουθούν να επιτρέπουν την εισαγωγή προϊόντων που συνδέονται με εργασιακές πρακτικές οι οποίες θεωρούνται ασύμβατες με τα αμερικανικά πρότυπα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου 60 εμπορικοί εταίροι δεν έχουν υιοθετήσει επαρκείς μηχανισμούς αποκλεισμού αγαθών που παράγονται υπό συνθήκες εξαναγκασμού ή εξαιρετικά χαμηλών αμοιβών.
Ο Γκριρ υποστήριξε ότι η κατάσταση αυτή δημιουργεί στρεβλώσεις στον διεθνή ανταγωνισμό, καθώς οι αμερικανικές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοί τους καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται με σημαντικά χαμηλότερο εργασιακό κόστος και χωρίς αντίστοιχες κοινωνικές υποχρεώσεις.
Νέοι δασμοί σε δεκάδες χώρες
Με βάση τα συμπεράσματα της έρευνας, η αμερικανική πλευρά εισηγείται την επιβολή ενός ελάχιστου οριζόντιου δασμού 10% σε σειρά εμπορικών εταίρων, αξιοποιώντας τις προβλέψεις του άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974.
Η πρόταση αγγίζει χώρες και οικονομικές ενώσεις που είχαν τα τελευταία χρόνια διαπραγματευτεί εμπορικές διευθετήσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη λίστα περιλαμβάνονται ο Καναδάς, το Μεξικό, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ινδονησία, το Εκουαδόρ και το Πακιστάν.
Παράλληλα, ακόμη αυστηρότερη μεταχείριση εξετάζεται για χώρες που, σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, δεν έχουν προχωρήσει σε ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της καταναγκαστικής εργασίας στις αλυσίδες εφοδιασμού τους. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οικονομίες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Βραζιλία, οι οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με δασμούς ύψους 12,5%.
Οι προτεινόμενες επιβαρύνσεις δεν πρόκειται να τεθούν άμεσα σε εφαρμογή. Θα προηγηθεί περίοδος δημόσιας διαβούλευσης, κατά την οποία επιχειρήσεις, φορείς και ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορούν να καταθέσουν παρατηρήσεις, ενώ στη συνέχεια θα πραγματοποιηθούν επίσημες ακροάσεις πριν από τη λήψη των τελικών αποφάσεων.
Γιατί άλλαξε στρατηγική ο Τραμπ
Η μεταστροφή της προσέγγισης δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή. Ο Donald Trump είχε ήδη προαναγγείλει ότι θα εξετάσει εναλλακτικές οδούς για τη διατήρηση των δασμών ακόμη και πριν από τη δικαστική απόφαση που ανέτρεψε το προηγούμενο πλαίσιο.
Μετά το πλήγμα που δέχθηκε η πολιτική του, η κυβέρνηση επιχείρησε προσωρινά να διατηρήσει έναν παγκόσμιο δασμό 10% για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, το μέτρο δεν προχώρησε, καθώς θεωρήθηκε ότι δεν διέθετε επαρκή νομική τεκμηρίωση.
Το άρθρο 301 προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία. Επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να διερευνά πρακτικές που θεωρούνται επιζήμιες για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και να επιβάλλει δασμούς χωρίς συγκεκριμένα χρονικά όρια ή προκαθορισμένα ανώτατα ποσοστά. Αυτό το χαρακτηριστικό το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό για μια κυβέρνηση που επιδιώκει πιο μόνιμες λύσεις.
Παράλληλα, το γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου διεξάγει επιπλέον έρευνες σε τουλάχιστον δέκα χώρες για ζητήματα που σχετίζονται με πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγική ικανότητα και πιθανές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
Η μάχη για τα 166 δισ. δολάρια
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση συνεχίζει να δίνει μάχη και στα δικαστήρια. Αυτή την εβδομάδα κατέθεσε έφεση κατά της απόφασης που την υποχρεώνει να επιστρέψει συνολικά 166 δισ. δολάρια τα οποία είχαν εισπραχθεί μέσω των δασμών που κρίθηκαν παράνομοι.
Παρότι ορισμένες επιστροφές χρημάτων ξεκίνησαν να πραγματοποιούνται από τον Απρίλιο, η κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει άμεσα σε ευρεία αποπληρωμή δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ιδιαίτερα περίπλοκες θεωρούνται οι περιπτώσεις στις οποίες οι εισαγωγικές επιχειρήσεις δεν είχαν κινηθεί νομικά εναντίον του Δημοσίου κατά την αρχική εφαρμογή των μέτρων.
Παράλληλα, η κυβέρνηση αμφισβητεί και άλλη δικαστική απόφαση που προβλέπει την προσωπική κατάθεση του επικεφαλής της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων, Ρόντνεϊ Σκοτ, σχετικά με τη διαδικασία επιστροφής των δασμών. Στην έφεσή της υποστηρίζει ότι άλλοι αξιωματούχοι διαθέτουν πιο εξειδικευμένη γνώση του θέματος και μπορούν να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικότερα την υπηρεσία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η υπόθεση των δασμών εξελίσσεται πλέον σε έναν συνδυασμό εμπορικής πολιτικής, νομικής στρατηγικής και γεωοικονομικής αντιπαράθεσης. Και όλα δείχνουν ότι η νέα εκδοχή της πολιτικής Trump δεν θα είναι τόσο θορυβώδης όσο η προηγούμενη, αλλά ενδεχομένως πολύ πιο ανθεκτική στον χρόνο.
Διαβάστε ακόμη
Μητσοτάκης: Αυτοδυναμία το 2027, οι φοροελαφρύνσεις στη ΔΕΘ – Στο τραπέζι η προκαταβολή φόρου
ΑΑΔΕ: Αναζητά φορολογούμενους και IBAN για να τους επιστρέψει €191 εκατ.
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.