business stories

Ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια: Προσπάθεια αναγέννησης μέσω… Ισπανίας

  • Στέλιος Μορφίδης


Νέα αρχή για έναν σημαντικό κλάδο της ελληνικής οικονομίας, με την αναγκαστική ενοποίηση των μεγάλων και τη δημιουργία ενός ομίλου του οποίου ιδιοκτήτες είναι δύο ξένα funds με έδρα τη Βαλένθια

Το 2021 θα γραφτεί ως ένα σημαντικό έτος στην ιστορία της ιχθυοκαλλιέργειας στη χώρα μας. Εναν κλάδο παραδοσιακά εξωστρεφή, που πρωτοπόρησε δίνοντας τα φώτα του και σε άλλες χώρες, αλλά στο τέλος έμεινε να «θαλασσοπνίγεται» με ένα βουνό χρεών και πωλήσεις που συρρικνώνονταν λόγω του νέου μεγάλου ανταγωνιστή, της Τουρκίας. Αυτού δηλαδή του οποίου «άνοιξε τα μάτια» στα τέλη του ’90-αρχές 2000, όταν οι μεγάλες μας εταιρείες έσπευδαν να φτιάξουν θυγατρικές στην Τουρκία μεταφέροντας πολύτιμο know how.

Φέτος είναι το έτος που ουσιαστικά θα επιχειρηθεί μια νέα αρχή με την ολοκλήρωση της εν πολλοίς αναγκαστικής ενοποίησης των μεγάλων δυνάμεων του χώρου (Νηρέας, Σελόντα, Ανδρομέδα, Περσέας) και τη συγκρότηση πλέον ενός νέου «εθνικού πρωταθλητή» με τα χρέη ελαφρύτερα και ρυθμισμένα, αλλά και τη χρηματοδοτική υποστήριξη δύο ξένων funds. Μια νέα αρχή που καθυστέρησε έξι ολόκληρα χρόνια από τη στιγμή που οι τράπεζες πήραν τον έλεγχο των leaders του χώρου, Νηρέα και Σελόντα.

Δεν παύει όμως ο «εθνικός πρωταθλητής» να μην είναι πλέον και τόσο εθνικός… Η έδρα του ομίλου είναι στην Ισπανία και συγκεκριμένα στην πόλη της Βαλένθια. Οι ιδιοκτήτες είναι δύο ξένα funds, το αμερικανικό AMERRA Capital και το κρατικό fund του Αμπού Ντάμπι Mubadala Investment. Ακόμα και το όνομά του από Ανδρομέδα έγινε Andromeda και πλέον Avramar, από τον συνδυασμό της ελληνική λέξης «αύρα» και της λατινικής «mare» (θάλασσα).
Ο άνθρωπος βέβαια που έχει αναλάβει αυτό το πρότζεκτ αλλά και τη μεγάλη πρόκληση έχει ελληνική ρίζα. Πρόκειται για τον Αλεξ Μάγερς, έναν Ελληνοαμερικανό μάνατζερ με θητεία σε πολυεθνικές εταιρείες (Carlsberg, Unilever, Getinge Group και Hilding Anders). Ο ίδιος βρίσκεται στην έδρα του ομίλου στη Βαλένθια. Στην Αθήνα βρίσκεται η διοικητική ομάδα της Avramar Greece, όπως θα ονομάζεται πλέον η θυγατρική του νέου σχήματος, υπό τον κ. Απόστολο Τουραλιά, ο οποίος τυγχάνει και πρόεδρος της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ).

Για τους ίδιους η καρδιά του νέου ομίλου παραμένει ελληνική, με δεδομένο ότι οι περισσότερες υποδομές, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και του προσωπικό του νέου ομίλου παραμένουν στην Ελλάδα. Ωστόσο, το 30% των περίπου 400 εκατ. ευρώ πωλήσεων που έγιναν πέρυσι (από το σύνολο των εταιρειών) αφορούσε την ισπανική αγορά, γεγονός που καταδεικνύει και τη σημαντικότητά της για την επόμενη μέρα. Εξάλλου, ο ίδιος ο κ. Μάγερ δεν έχει κρύψει ότι η Ισπανία αποτελεί έναν σημαντικό κρίκο στην προσπάθεια για ακόμα μεγαλύτερη εξωστρέφεια του ομίλου.
Ο όμιλος Avramar διαθέτει σήμερα 10 ιχθυογεννητικούς σταθμούς στην Ελλάδα και δύο στην Ισπανία, 63 μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας στην Ελλάδα και 9 στην Ισπανία, 10 συσκευαστήρια στην Ελλάδα και δύο στην Ισπανία, τρεις μονάδες μεταποίησης στην Ελλάδα και μία στην Ισπανία, ενώ στη χώρα μας διαθέτει και τρεις μονάδες παραγωγής ιχθυοτροφών, «κληροδότημα» της Περσέας. Από τους 2.300 εργαζομένους, οι περίπου 1.900 είναι στην Ελλάδα και ο όμιλος έχει πωλήσεις σε 35 χώρες συνολικά, σε πάνω από 700 πελάτες.

«Το σχέδιό μας είναι να φέρουμε τη μεσογειακή κουζίνα στα πιάτα των καταναλωτών όλου του κόσμου. Σήμερα έχουμε ισχυρή παρουσία στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Ελλάδα και τη Γαλλία», λέει ο κ. Μάγερς. «Αυτό θέλουμε να το επεκτείνουμε στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, ενώ κύριος στόχος αποτελεί η Βόρεια Αμερική», προσθέτει. Παράλληλα, όπως εξηγεί, πέρυσι έγιναν τα πρώτα βήματα και στη Μέση Ανατολή, κάνοντας τις πρώτες αποστολές στο Αμπού Ντάμπι.
O κ. Μάγερς σημειώνει ότι μαζί με την επέκταση σε νέες αγορές ο άλλος πυλώνας του στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης της εταιρείας είναι η έμφαση στα προϊόντα προστιθέμενης αξίας. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο προγραμματισμός της Avramar περιλαμβάνει επενδύσεις τόσο στις φάρμες εκτροφής όσο και στις μονάδες μεταποίησης των ψαριών, ύψους 20-25 εκατ. ευρώ, οι οποίες θα γίνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ισπανία και αφορούν νέες φάρμες (κυρίως στην Ισπανία), επέκταση υφιστάμενων (στην Ελλάδα) καθώς και στα συσκευαστήρια.

«Θέλουμε να κάνουμε τις φάρμες πιο μοντέρνες και τεχνολογικά προηγμένες στην Ελλάδα και θα τις μεγαλώσουμε, ώστε να γίνουν πιο παραγωγικές στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού που έχει οριστεί», λέει ο κ. Μάγερς. «Επίσης θα αγοράσουμε και νέες φάρμες στην Ισπανία, ενώ καθετοποιούμε την παραγωγή, καθώς πλέον έχουμε 3 εργοστάσια τροφών για λαβράκι και τσίπουρα και φέτος θα είμαστε ανεξάρτητοι να επενδύσουμε για το μέλλον», προσθέτει.
Σε ό,τι αφορά τα προϊόντα προστιθέμενης αξίας (κυρίως έτοιμα προς μαγείρεμα φιλέτα ψαριών, φρέσκα ή κατεψυγμένα), στόχος της εταιρείας είναι τα επόμενα χρόνια το ποσοστό των πωλήσεων που προέρχονται από αυτά να τετραπλασιαστούν από το 5% που αναλογούν σήμερα. Μάλιστα η εταιρεία αναμένεται να τοποθετήσει στην αγορά ένα νέο χαρτοφυλάκιο προϊόντων με αυτά τα χαρακτηριστικά.

 

Ολα αυτά φυσικά δεν θα μπορούσαν να γίνουν εάν το νέο σχήμα δεν είχε γερές οικονομικές πλάτες, αυτές των δύο βασικών μετόχων που υποστηρίζουν το σχέδιο, και εάν οι απώλειες το 2020 δεν περιορίζονταν μόλις στο 5% παρά τη βουτιά ως 30% που είχαν οι πωλήσεις τους δύο πρώτους μήνες του lockdown (Μάρτιος-Απρίλιος). Ωστόσο, η σημαντική αύξηση στη λιανική, αλλά κυρίως οι αυξημένες εξαγωγές κατάφεραν να διασώσουν τη χρονιά με έναν τζίρο λίγο κάτω από τα 400 εκατ. ευρώ. Μάλιστα ο κ. Μάγερς εκτιμά πως ήδη το 2021 θα αποτελέσει έτος κερδοφορίας για το νέο σχήμα!
Οπως λέει, οι βασικοί πυλώνες της στρατηγικής που αναπτύσσει στην Avramar είναι επτά: «Πρώτον, να γίνουμε ο καλύτερος προμηθευτής σε τσιπούρα και λαβράκι παγκοσμίως. Δεύτερον, να αναδείξουμε την κατηγορία των προϊόντων προστιθέμενης αξίας. Τρίτον, να φέρουμε τα μεσογειακά είδη κρανιό και φαγκρί σε νέες αγορές. Τέταρτον, να ηγηθούμε της ανάπτυξης της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας. Πέμπτον, να βελτιστοποιήσουμε το αποτύπωμά μας και την αλυσίδα αξίας μας. Εκτον, να γίνουμε η Νο 1 επιλογή στη φρεσκάδα και, έβδομον, να λειτουργούμε με βιώσιμο τρόπο και σύμφωνα με πιστοποιημένα πρότυπα».

Το παρ’ ολίγον κραχ

Ολα αυτά φαντάζουν άλλη εικόνα απ’ αυτή ενός επαπειλούμενου κραχ που αντιμετώπιζαν οι περισσότεροι παίκτες του κλάδου που σήμερα είναι ενωμένοι κάτω από το νέο σχήμα. Οι πρώην leaders, Νηρέας υπό τον κ. Αριστείδη Μπελλέ και Σελόντα υπό τον κ. Γιάννη Στεφανή, κατάφεραν στη μακρόχρονη πορεία τους να διαμορφώσουν τον ελληνικό χώρο ως τον πλέον ανεπτυγμένο στις υδατοκαλλιέργειες στη Μεσόγειο, όπως αναγνώριζε προ δύο δεκαετίες περίπου ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO).
Μόνο που οι δύο εταιρείες, αλλά και ευρύτερα ο κλάδος, που μετρούσε 40 χρόνια ιστορίας, κατάφερε να απεμπολήσει τον χαρακτήρα του καινοτόμου που τον διακατείχε και τον ρόλο του πρωταθλητή σε επίπεδο παραγωγής, παραχωρώντας την πρώτη θέση στην Τουρκία. Παράλληλα και ενώ πέρασαν από τις εταιρείες ουκ ολίγα δισεκατομμύρια δραχμές και εκατομμύρια ευρώ, αυτά δεν αξιοποιήθηκαν για τη βιώσιμη ανάπτυξή τους, ενώ κάποιες πτώχευσαν παρά τον πακτωλό τραπεζικής χρηματοδότησης που δινόταν έως και το 2008. Το δε χειρότερο ήταν ότι την εποχή των παχιών αγελάδων δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν και να καθιερώσουν το brand «ελληνικό ψάρι», με αποτέλεσμα οι χύμα πωλήσεις να μην μπορούν να ανταγωνιστούν τους φθηνότερους, Τούρκους παραγωγούς.
Κι έτσι, μετά το 2009, που αποτελεί ορόσημο για την παρακμή του κλάδου, οι τρεις ισχυρές εταιρείες του κλάδου (Σελόντα, Nηρέας, Δίας) βρέθηκαν με συνολικά χρέη άνω των 600 εκατ. ευρώ και ρευστότητα ελάχιστη!
Το επαπειλούμενο κραχ στις ιχθυοκαλλιέργειες, σε συνδυασμό με την ανάγκη των τραπεζών να προχωρήσουν στον εξορθολογισμό των κόκκινων χαρτοφυλακίων τους θέτει σε τροχιά εφαρμογής την επιτακτική πλέον αναδιάρθρωση στον κλάδο. Το 2014 γίνονται μακρές συζητήσεις για την κατάρτιση των σχεδίων διάσωσης και το 2015 οι τράπεζες καθίστανται βασικοί μέτοχοι των εταιρειών Σελόντα και Νηρέας.


Τον Απρίλιο του 2015 γίνεται ο «γάμος» Σελόντα – Δία, ενώ τον Ιούλιο του 2017 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες δίνουν εντολή να τρέξει η διαγωνιστική διαδικασία πώλησης των ποσοστών που κατέχουν στις δύο εταιρείες, ο βασικός κορμός της οποίας ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2018 με νέο επενδυτή τη σύμπραξη Andromeda, των Amerra Capital Management και Mubadala Investment. Τα υπόλοιπα πλέον αποτελούν κομμάτι της νέας ιστορίας που θα αρχίσει να γράφεται με το νέο σχήμα Avramar.

Οι νέοι μεγάλοι παίκτες

Σήμερα το αντίπαλον δέος της Avramar είναι η εταιρεία Philosofish, γνωστή κυρίως με το προηγούμενο όνομά της, Μπιτσάκος Ιχθυοκαλλιέργειες. Αυτή η εταιρεία ουσιαστικά γιγαντώθηκε πάνω στη διαδικασία ενοποίησης των υπόλοιπων μεγάλων που συγκροτούν σήμερα το νέο σχήμα και οι οποίοι κατ’ εντολή της DG Comp, της Γεν. Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ε.Ε., εκποίησαν μονάδες τους.

 

Μάλιστα τον περασμένο Απρίλιο ολοκληρώθηκε η διαδικασία εξαγοράς 23 ιχθυοτροφικών μονάδων, 3 ιχθυογεννητικών σταθμών και 3 συσκευαστηρίων που ανήκαν στις Νηρεύς και Σελόντα αντί 51 εκατ. ευρώ, κάτι που αύξησε τη δυναμικότητα παραγωγής της Philosofish σε 16.000 τόνους τσιπούρας και λαβρακίου, ετησίως.
Από το 2015 βασικός μέτοχος της Philosofish είναι το επενδυτικό fund Diorasis International με έδρα στο Λουξεμβούργο, το οποίο πήρε τον έλεγχο της Μπιτσάκος αντί 20 εκατ. ευρώ. Η Diorasis είναι ένα ελληνικών συμφερόντων επενδυτικό κεφάλαιο που έχουν συγκροτήσει ο εφοπλιστής Νικόλας Λυκιαρδόπουλος (Neda Maritime) και ο fund manager Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου σε συνεργασία με τον διακεκριμένο οικονομολόγο Γιώργο Μομφεράτο, τον τραπεζίτη Γιάννη Μπράβο και τους επιχειρηματίες Περικλή Β. Λιβά και Ανδρέα Σωτηρόπουλο. Τη διοίκηση στην Philosofish ασκεί ο κ. Μομφεράτος από τη θέση του προέδρου.
Τρίτος παίκτης σήμερα είναι τα Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς, η εταιρεία της οικογένειας του Παύλου Γερουλάνου. Τη διοίκηση της εταιρείας ασκεί η σύζυγος του κ. Γερουλάνου, Λάρα Μπαράζι-Γερουλάνου, η οποία μάλιστα αναδείχθηκε πρόσφατα η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ευρωπαίων Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (FEAP).

318 μονάδες στην Ελλάδα

Ο κλάδος βέβαια, πέραν των μεγάλων που πλέον ενοποιήθηκαν, έχει και άλλους, μικρότερους παίκτες. Συνολικά, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών, στον κλάδο σήμερα δραστηριοποιούνται 318 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας, στις οποίες απασχολούνται άμεσα 4.397 άτομα, μόνιμο και έκτακτο προσωπικό. Αυτές οι εταιρείες κάνουν ετήσιο τζίρο γύρω στα 600 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων πάνω από το 80% προέρχεται από τις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το 2019 εξήχθησαν σε 45 χώρες 100.345 τόνοι ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας, κυρίως τσιπούρα και λαβράκι. Οι βασικές αγορές στις οποίες κατευθύνθηκε ο μεγαλύτερος όγκος των ψαριών της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας ήταν η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία (απορροφούν το 60% της εγχώριας παραγωγής), η Γερμανία και η Πορτογαλία.

Διαβάστε ακόμη

Σπήλιος Λιβανός: Το ισχυρό brand «Ελληνική Διατροφή» θα συνεισφέρει στο rebranding της Ελλάδας 

Chobani: Ποιoς είναι ο Τούρκος ανταγωνιστής της ΦΑΓΕ που φιλοδοξεί να φτάσει στη Wall Street

Ελλάκτωρ: Οι δύο δραματικές επιστολές του Δημήτρη Καλλιτσάντση στον αδελφό του για την κατάρρευση της εταιρείας