To ελληνικό γιαούρτι είναι ένα από τα πιο δυνατά εξαγωγικά χαρτιά της χώρας, με τα νούμερα να έχουν σημειώσει ποσοστιαίο άλμα, ιδίως την τελευταία πενταετία. Αν και το προϊόν είναι ήδη αγαπητό και πολυδιαφημισμένο σε πολλές γωνιές του κόσμου, μια νέα παράμετρος τα τελευταία χρόνια αποδεικνύεται ικανή να απογειώσει τη ζήτηση και ακολούθως την κατανάλωση τόσο για το γιαούρτι, όσο και για μια σειρά άλλα προϊόντα: τα social media και ιδίως το TikTok.
Έτσι, η γνωστή πλέον συνταγή για japanese cheesecake (γιαούρτι με μπισκότα), που κυκλοφορεί σε εκατοντάδες παραλλαγές στη δημοφιλή πλατφόρμα, στάθηκε ικανή για να παρατηρηθούν ακόμα και ελλείψεις σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ στην Aυστραλία, όπως oι Aldi, Coles και Woleworth.
@eatswithclaire been seeing this viral japanese cheesecake literally EVERYWHERE 😮💨 went to both the coles and woolies near mine and the biscoff biscuits were all sold out #melbourne #cheesecake #biscoffcheesecake #japanesecheesecake #yoghurt ♬ original sound – claire | food & travel ♡
Η τάση του «ιαπωνικού cheesecake», σε συνδυασμό με το ήδη διαδεδομένο κύμα «protein-maxxing» (υψηλή κατανάλωση πρωτεΐνης), οδήγησε τους καταναλωτές να κατακλύσουν τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ αναζητώντας ελληνικό γιαούρτι.
Σύμφωνα με την καθηγήτρια καταναλωτικής ψυχολογίας του UNSW Business School στο Σίδνεί, Νίτικα Γκαργκ, τα άδεια ράφια ήταν απλώς το πιο ορατό σύμπτωμα ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος: των συναισθηματικών μηχανισμών που ωθούν τους καταναλωτές προς τις διατροφικές τάσεις των social media, συχνά χωρίς να κατανοούν πλήρως αν αυτές είναι πράγματι ωφέλιμες για τους ίδιους.
Η καθηγήτρια εντοπίζει τρεις διακριτές δυνάμεις πίσω από τις viral διατροφικές τάσεις: την επιθυμία ταύτισης, τη νεωτερικότητα και τον φόβο ότι «θα μείνεις εκτός» (FOMO).
Οι influencers στα social media διαμορφώνουν όλο και περισσότερο τη συμπεριφορά των καταναλωτών με τρόπους που διαφοροποιούνται από την παραδοσιακή διαφήμιση. Σε αντίθεση με τις κλασικές διασημότητες, συνδυάζουν το aspirational στοιχείο με το προσιτό, δημιουργώντας μια αίσθηση εγγύτητας που περιορίζει τη δυσπιστία που θα είχε ένας καταναλωτής απέναντι σε μια διαφημιστική προώθηση.
«Ο influencer, όταν κάνει κάτι τέτοιο, κάνει τον κόσμο να θέλει να δοκιμάσει και αυτός το προίόν», ανέφερε η καθηγήτρια Γκαργκ. Παράλληλα, υπάρχει και το στοιχείο της καινοτομίας. Οι άνθρωποι θέλουν να δοκιμάζουν νέα πράγματα και, αν πρόκειται για έναν celebrity ή influencer που τους εκφράζει —τον οποίο προφανώς ακολουθούν για κάποιο λόγο— τότε είναι κάτι που θέλουν να κάνουν και οι ίδιοι».
Η έλλειψη ελληνικού γιαουρτιού ήταν, όπως αναγνώρισε η καθηγήτρια Γκαργκ, σχετικά ακίνδυνη. Η ανησυχία προκύπτει όταν οι ίδιοι συναισθηματικοί μηχανισμοί εφαρμόζονται σε τάσεις με πιο σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία: ακραία προγράμματα άσκησης, αμφίβολα συμπληρώματα ή «σπιτικές» θεραπείες, που προωθούνται χωρίς καμία επιστημονική βάση.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται μια γνωστική πραγματικότητα: οι περισσότεροι καταναλωτές δεν διαθέτουν τον χρόνο, τα εργαλεία ή το κίνητρο για να επαληθεύσουν όσα βλέπουν στο διαδίκτυο. Έρχονται σε επαφή με περιεχόμενο από άτομα που φαίνονται αξιόπιστα, παρασύρονται από τη συναισθηματική δυναμική μιας τάσης και δρουν. Το στάδιο της επαλήθευσης απλώς δεν συμβαίνει.
Η καθηγήτρια Γκαργκ ήταν σαφής στο σημείο αυτό. «Οι άνθρωποι δεν κάνουν πάντα την απαραίτητη έρευνα. Παρασύρονται σκεπτόμενοι “εντάξει, μπορεί να χρειάζεται τυρί κρέμα, αλλά αν το φτιάχνεις με ελληνικό γιαούρτι, τότε θα είναι υγιεινό”.
Ωστόσο, οι περισσότεροι καταναλωτές δεν θα επιβεβαιώσουν αν αυτό που είδαν στα social media είναι πράγματι υγιεινό. Το πρόβλημα προκύπτει όταν οι άνθρωποι βασίζονται τυφλά σε πληροφορίες από μη ειδικούς. Αυτοί οι influencers δεν είναι ειδικοί, ακόμη κι αν φαίνονται ως τέτοιοι, και δεν κάνουν τη δική τους ανεξάρτητη επαλήθευση».
Το δομικό πρόβλημα, όπως το θέτει η καθηγήτρια Γκαργκ, είναι ότι το γνωστικό βάρος της πλοήγησης στο περιεχόμενο των social media έχει μεταφερθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στον μεμονωμένο καταναλωτή.
Η απαίτηση είναι υπερβολική: επαλήθευση πηγών, αξιολόγηση επιστημονικής αξιοπιστίας και διάκριση μεταξύ ειδικού και μη ειδικού, όλα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα — από τη στιγμή που κάποιος βλέπει ένα reel μέχρι να αποφασίσει αν θα το ακολουθήσει. Όπως σημειώνει η ίδια, αυτή η προσδοκία επιβάλλεται σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν ούτε τον χρόνο ούτε τους πόρους για να την καλύψουν.
«Αν σκεφτείς τον μέσο καταναλωτή, δεν έχει τον χρόνο, τη γνωστική ικανότητα ή το κίνητρο να κάνει όλα αυτά. Το σύστημα, κατά κάποιον τρόπο, λειτουργεί εις βάρος του».
Όταν μια viral τάση μπορεί μέσα σε λίγες εβδομάδες να αδειάσει τα ράφια μιας ολόκληρης κατηγορίας προϊόντων, το μάθημα για τους παραγωγούς τροφίμων, το λιανεμπόριο και τους διαμορφωτές πολιτικής δεν είναι απλώς ότι τα social media επηρεάζουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Είναι ότι τα συστήματα που σχεδιάστηκαν για ένα πιο αργό περιβάλλον πληροφόρησης —παραγωγική ικανότητα, εφοδιαστικές αλυσίδες, ρυθμιστική εποπτεία— λειτουργούν πλέον σε ένα περιβάλλον όπου η ζήτηση μπορεί να δημιουργηθεί και να ενισχυθεί ταχύτερα από όσο αυτά μπορούν να ανταποκριθούν.
Διαβάστε ακόμη
Καταιγίδα κατασχέσεων από την εφορία για τα χρέη (πίνακας)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.