search icon

business stories

Μουσική και επιστήμη: Το πείραμα με 2.000 γονείς που δημιούργησε ένα από τα πιο επιτυχημένα παιδικά τραγούδια (δείτε βίντεο)

Μια μουσικός βραβευμένη με Grammy, δύο ψυχολόγοι και 26 μωρά που συμμετείχαν σε δοκιμές βρίσκονται πίσω από το «The Happy Song» - Το τραγούδι που σχεδιάστηκε για να προσφέρει λίγα λεπτά ηρεμίας στις οικογένειες εξελίχθηκε σε παγκόσμια επιτυχία

Υπάρχουν τραγούδια που κατακτούν τα μουσικά charts και άλλα που αποκτούν μια πολύ διαφορετική θέση στην καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Το «The Happy Song» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: δημιουργήθηκε για να προσφέρει λίγα λεπτά ανακούφισης σε γονείς με ανήσυχα μωρά και, μία δεκαετία αργότερα, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα παιδικά τραγούδια διεθνώς.

Η επιτυχία του δεν οφείλεται μόνο στη μελωδία του. Πίσω από τη σύνθεσή του βρίσκεται μια ασυνήθιστη συνεργασία ανάμεσα στη βραβευμένη με Grammy μουσικό Ίμοτζεν Χιπ και δύο επιστήμονες που μελέτησαν τι είναι αυτό που προκαλεί θετικές αντιδράσεις στα βρέφη.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα τραγούδι διάρκειας μόλις δυόμισι λεπτών, το οποίο χρησιμοποιούν πλέον γονείς σε ολόκληρο τον κόσμο όταν προσπαθούν να ηρεμήσουν τα παιδιά τους.

Η απήχησή του αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Στα δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του, το «The Happy Song» έχει ξεπεράσει τις 470 εκατομμύρια αναπαραγωγές στο Spotify, ενώ ένα βίντεο στο YouTube που το αναπαράγει συνεχόμενα επί δέκα ώρες έχει συγκεντρώσει περισσότερες από 14 εκατομμύρια προβολές.

Για τη δημιουργό του, το τραγούδι συγκαταλέγεται πλέον στις συνθέσεις που της αποφέρουν τα υψηλότερα δικαιώματα, παρότι αρχικός σκοπός δεν ήταν η εμπορική επιτυχία.

Η Χιπ, η οποία έχει διαγράψει σόλο καριέρα, αποτελεί επίσης μέλος του μουσικού ντουέτου Frou Frou και έχει συμμετάσχει στη συμπαραγωγή του άλμπουμ «1989» της Τέιλορ Σουίφτ.

Όπως έχει εξηγήσει, δεν φανταζόταν ότι ένα τραγούδι για μωρά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε τόσο σημαντική πηγή εσόδων.

«Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι αυτό θα μου απέφερε πολλά χρήματα από όλα τα μωρά του κόσμου», ανέφερε γελώντας.

Η αρχική της φιλοδοξία ήταν πολύ πιο απλή: να δημιουργήσει κάτι που θα μπορούσε να προσφέρει σε μια οικογένεια λίγα λεπτά ηρεμίας, ακόμη και σε μια δύσκολη στιγμή, όπως όταν βρίσκεται εγκλωβισμένη στην κυκλοφορία.

Πώς δύο ψυχολόγοι σχεδίασαν ένα τραγούδι για μωρά

Η ιστορία του «The Happy Song» ξεκίνησε το 2016, όταν η βρετανική εταιρεία παιδικών τροφών Cow & Gate αποφάσισε να αναθέσει τη δημιουργία ενός τραγουδιού που θα μπορούσε να προκαλεί ευχάριστες αντιδράσεις στα βρέφη και να προσφέρεται δωρεάν στους γονείς.

Για τον σκοπό αυτό συνεργάστηκε με τη μουσική ψυχολόγο Λόρεν Στιούαρτ (Lauren Stewart) και τον ψυχολόγο παιδικής ανάπτυξης Κάσπαρ Άντιμαν.

Οι δύο επιστήμονες προσέγγισαν την Ίμοτζεν Χιπ, η οποία ήταν γνωστή για τους πειραματισμούς της με τη μουσική τεχνολογία και εκείνη την περίοδο είχε ένα παιδί ηλικίας 18 μηνών.

Η επιστημονική ομάδα δεν περιορίστηκε σε γενικές συμβουλές για το πώς πρέπει να ακούγεται ένα παιδικό τραγούδι.

Αντιθέτως, διαμόρφωσε ένα σύνολο προτάσεων βασισμένων στη μουσική ψυχολογία και στον τρόπο με τον οποίο τα βρέφη αντιλαμβάνονται τους ήχους.

Μεταξύ άλλων, προτάθηκε η χρήση μειζόνων κλιμάκων, επαναλαμβανόμενων μελωδικών μοτίβων και ανοδικών μουσικών φράσεων, οι οποίες μπορούν να δημιουργούν προσμονή και αίσθημα έκπληξης.

Παράλληλα, οι δύο ψυχολόγοι απευθύνθηκαν σε περισσότερους από 2.000 γονείς, αναζητώντας πληροφορίες για τους ήχους στους οποίους ανταποκρίνονταν πιο θετικά τα παιδιά τους.

Ανάμεσα στις συχνότερες απαντήσεις ήταν οι ήχοι των ζώων και το γέλιο άλλων μωρών. Και τα δύο στοιχεία ενσωματώθηκαν τελικά στο τραγούδι.

Μια ακόμη σημαντική σύσταση αφορούσε τον τρόπο ερμηνείας.

Η Χιπ ενθαρρύνθηκε να χρησιμοποιήσει τη λεγόμενη «motherese», δηλαδή τον ιδιαίτερο, μελωδικό και εκφραστικό τρόπο ομιλίας που υιοθετούν συχνά οι ενήλικες όταν απευθύνονται σε βρέφη.

Σύμφωνα με τον Άντιμαν, αυτός ο τρόπος ομιλίας κάνει πιο διακριτούς τους ήχους των φωνηέντων και βοηθά το μωρό να αντιληφθεί ότι ο ενήλικας μιλά συγκεκριμένα σε εκείνο.

Επιπλέον, οι λέξεις έπρεπε να είναι απλές και να περιλαμβάνουν ήχους τους οποίους τα ίδια τα βρέφη μπορούν να προσπαθήσουν να προφέρουν.

Τα 26 μωρά που επέλεξαν τη νικητήρια μελωδία

Η δημιουργία του τραγουδιού δεν ολοκληρώθηκε αποκλειστικά στο στούντιο. Αντιθέτως, η διαδικασία περιλάμβανε δοκιμές με πραγματικό βρεφικό κοινό.

Η Ίμοτζεν Χιπ συνέθεσε τέσσερις διαφορετικές βασικές μελωδίες, τις οποίες οι επιστήμονες παρουσίασαν σε δύο διαφορετικές ταχύτητες.

Στις δοκιμές συμμετείχαν 26 μωρά ηλικίας από έξι έως δώδεκα μηνών.

Οι ερευνητές παρακολούθησαν τις κινήσεις των παιδιών, τις εκφράσεις του προσώπου τους και τις φωνητικές αντιδράσεις τους, αξιοποιώντας παράλληλα τις παρατηρήσεις των γονιών που τα συνόδευαν.

Τα αποτελέσματα έδειξαν μια σαφή προτίμηση.

Περίπου το 80% των βρεφών ανταποκρίθηκε περισσότερο στη μελωδία που αποτέλεσε τελικά τη βάση του «The Happy Song».

Ο Άντιμαν παραδέχθηκε ότι η ένταση της προτίμησης τον εντυπωσίασε, καθώς οι αντιδράσεις ήταν αρκετά ξεκάθαρες.

Ακολούθησαν νέες δοκιμές με πιο ολοκληρωμένες εκδοχές της σύνθεσης. Αυτή τη φορά, οι επιστήμονες ήθελαν να διαπιστώσουν ποια ταχύτητα θα λειτουργούσε καλύτερα.

Η αρχική τους υπόθεση ήταν ότι τα βρέφη θα προτιμούσαν έναν ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό, καθώς οι καρδιακοί παλμοί τους είναι συνήθως υψηλότεροι από εκείνους των ενηλίκων.

Ωστόσο, τα παιδιά τους διέψευσαν.

Ανάμεσα σε μια γρήγορη και μια ακόμη ταχύτερη εκδοχή, τα μωρά προτίμησαν την ελαφρώς πιο αργή.

Η διαπίστωση εξέπληξε τον Άντιμαν, ο οποίος θεωρούσε ότι όσο υψηλότερο ήταν το τέμπο τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η ανταπόκριση.

Για τη Χιπ, η διαδικασία αποτέλεσε μια εντελώς διαφορετική εμπειρία από τη συνηθισμένη μουσική παραγωγή.

Όπως έχει περιγράψει, ένας καλλιτέχνης συχνά περνά πολλές ώρες στο στούντιο χωρίς να γνωρίζει πώς θα αντιδράσει το κοινό στο τελικό αποτέλεσμα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει άμεση ανατροφοδότηση από τους μικρότερους και ίσως πιο αυθόρμητους ακροατές.

Η ίδια χαρακτήρισε τα βρέφη το καλύτερο κοινό που είχε ποτέ.

Η έμπνευση από την κόρη της και οι στίχοι που αγαπούν οι γονείς

Παρά τον επιστημονικό σχεδιασμό, ένα σημαντικό μέρος της επιτυχίας του τραγουδιού προέκυψε από την προσωπική ζωή της μουσικού.

Η μελωδία που τελικά επικράτησε είχε εμπνευστεί από ένα μικρό τραγουδάκι που συνήθιζε να τραγουδά η κόρη της, Σκάουτ (Scout).

Η επιρροή του παιδιού δεν περιορίστηκε στη μουσική.

Οι στίχοι περιλαμβάνουν αναφορές σε ποδήλατα, υποβρύχια, ελικόπτερα, τρενάκια, αεροπλάνα και πυραύλους, επειδή εκείνη την περίοδο η μικρή Σκάουτ ενθουσιαζόταν ιδιαίτερα με τα μέσα μεταφοράς.

Η κόρη της βρισκόταν μάλιστα στο στούντιο κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, βοηθώντας τη Χιπ να διατηρήσει έναν αυθόρμητο και φυσικό τρόπο επικοινωνίας με τα παιδιά.

Όταν η μουσικός ρωτήθηκε εάν η Σκάουτ, που είναι πλέον 11 ετών, λαμβάνει μερίδιο από τα έσοδα του τραγουδιού, απάντησε αστειευόμενη ότι αποζημιώνεται με άλλους τρόπους.

Ένα ακόμη στοιχείο που φαίνεται να συνέβαλε στη μακροχρόνια επιτυχία ήταν ότι η σύνθεση δεν απευθύνεται αποκλειστικά στα μωρά.

Η Χιπ επιδίωξε να δημιουργήσει ένα τραγούδι που θα μπορούσαν να ακούν επανειλημμένα και οι ενήλικες, χωρίς να γίνεται κουραστικό.

Γνωρίζοντας πόσο εκνευριστικά μπορεί να γίνουν ορισμένα παιδικά τραγούδια μετά από δεκάδες επαναλήψεις, προσπάθησε να ενσωματώσει χιούμορ και συναισθηματική αλήθεια.

Ορισμένοι στίχοι εκφράζουν κυρίως τα συναισθήματα των γονιών απέναντι στα παιδιά τους, δημιουργώντας μια σύνδεση που ξεπερνά την απλή διασκέδαση.

Σύμφωνα με τον Άντιμαν, η επιτυχία σχετίζεται και με το γεγονός ότι το τραγούδι δεν αντιμετωπίζει τα βρέφη με συγκαταβατικό τρόπο.

Αντί να περιορίζεται σε απλοϊκά μουσικά τεχνάσματα, συνδυάζει ήχους που προσελκύουν την προσοχή τους με μια ολοκληρωμένη σύνθεση, ευχάριστη και για τους ενήλικες.

Από στόμα σε στόμα η επιτυχία των 470 εκατ. ακροάσεων

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα στοιχεία της πορείας του «The Happy Song» είναι ότι η δημιουργός του δεν επένδυσε ουσιαστικά στην εμπορική προώθησή του.

Το τραγούδι διαδόθηκε κυρίως μέσα από τις προσωπικές συστάσεις γονιών.

Ορισμένοι το ανακάλυψαν από φίλους και γνωστούς, ενώ άλλοι έφτασαν σε αυτό αναζητώντας στο διαδίκτυο λύσεις για να ηρεμήσουν ένα μωρό που έκλαιγε ασταμάτητα.

Η αποτελεσματικότητά του δεν είναι δεδομένη για κάθε παιδί, ωστόσο οι θετικές εμπειρίες πολλών οικογενειών συνέβαλαν στη διαρκή δημοτικότητά του.

Στην αγορά της παιδικής μουσικής, άλλωστε, οι γονείς έχουν καθοριστικό ρόλο: είναι εκείνοι που επιλέγουν τι θα ακούσουν τα παιδιά, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους.

Η προσωπική σύσταση ενός γονιού προς έναν άλλο αποδείχθηκε έτσι ένα από τα ισχυρότερα μέσα διάδοσης του τραγουδιού.

Μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε την κυκλοφορία του, η Χιπ δέχθηκε αμέτρητες ευχαριστίες από ανθρώπους που δεν γνώριζε.

Σε μια περίπτωση, ένας γονιός στο σχολείο της κόρης της την αναγνώρισε μόνο από τη φωνή της.

Μια άλλη εμπειρία, ωστόσο, έμεινε ιδιαίτερα έντονα στη μνήμη της.

Κατά τη διάρκεια αεροπορικού ταξιδιού, ένας πατέρας προσπαθούσε επί περισσότερο από μία ώρα να ηρεμήσει το μωρό του, χωρίς επιτυχία.

Η μουσικός δίσταζε αρχικά να παρέμβει, αλλά τελικά αποφάσισε να του προτείνει το τραγούδι της.

Μόλις ακούστηκε το γέλιο στην αρχή του «The Happy Song», το μωρό έστρεψε την προσοχή του στη μουσική και η συμπεριφορά του άλλαξε αισθητά, όπως θυμάται η ίδια.

Ο πατέρας συγκινήθηκε τόσο πολύ, ώστε σχεδόν ξέσπασε σε κλάματα από ευγνωμοσύνη.

Για τη Χιπ, στιγμές όπως αυτή εξηγούν καλύτερα από οποιονδήποτε αριθμό την αξία της δημιουργίας της.

Δέκα χρόνια μετά, το τραγούδι που γεννήθηκε από τη συνεργασία της επιστήμης με τη μουσική εξακολουθεί να ανακαλύπτεται από νέες οικογένειες.

Και παρότι δεν υπάρχει μια μελωδία που να μπορεί να σταματήσει εγγυημένα το κλάμα κάθε μωρού, το «The Happy Song» αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η έρευνα, η δημιουργικότητα και η προσωπική εμπειρία μπορούν να μετατραπούν σε μια παγκόσμια μουσική επιτυχία.

Exit mobile version