Μια νέα, δυνητικά ιδιαίτερα κερδοφόρα αγορά διαμορφώνεται στη διεθνή βιομηχανία ομορφιάς, καθώς η εκρηκτική εξάπλωση των φαρμάκων απώλειας βάρους δημιουργεί αυξανόμενη ζήτηση για θεραπείες που αντιμετωπίζουν τις αλλαγές στην εμφάνιση του προσώπου.
Μεγάλες εταιρείες του κλάδου, όπως η ελβετική Galderma, η γαλλική L’Oréal και η βραζιλιάνικη Natura, δοκιμάζουν προϊόντα και θεραπείες που απευθύνονται σε καταναλωτές οι οποίοι ανησυχούν για τη χαλάρωση του δέρματος και την απώλεια όγκου στο πρόσωπο μετά από σημαντική μείωση του σωματικού τους βάρους.
Η τάση συνδέεται με την ολοένα μεγαλύτερη χρήση φαρμάκων όπως το Ozempic και το Wegovy της Novo Nordisk, καθώς και το Zepbound της Eli Lilly, τα οποία έχουν μεταμορφώσει την αγορά αντιμετώπισης της παχυσαρκίας.
Οι αλλαγές στην εμφάνιση που μπορεί να συνοδεύουν τη γρήγορη απώλεια βάρους έχουν γίνει γνωστές με τον όρο «Ozempic face», αν και οι ειδικοί διευκρινίζουν ότι η απώλεια όγκου στο πρόσωπο συνδέεται κυρίως με την ταχύτητα και την έκταση του αδυνατίσματος και όχι με κάποια αποκλειστική δράση των συγκεκριμένων φαρμάκων στο δέρμα, σύμφωνα με το Reuters.
Τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 λειτουργούν μιμούμενα τη δράση μιας ορμόνης που ενισχύει το αίσθημα κορεσμού, βοηθώντας τους ασθενείς να περιορίσουν την πρόσληψη τροφής και να χάσουν βάρος.
Πέρα από τις γαστρεντερικές παρενέργειες που μπορεί να εμφανιστούν, η γρήγορη απώλεια κιλών μπορεί να συνοδεύεται από χαλάρωση του δέρματος τόσο στο πρόσωπο όσο και στο σώμα.
Μια νέα αγορά με προοπτικές δισεκατομμυρίων
Η ταχεία ανάπτυξη της αγοράς φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας δημιουργεί παράλληλες επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις εταιρείες καλλυντικών και ιατρικής αισθητικής.
Η Pfizer εκτιμά ότι οι παγκόσμιες ετήσιες πωλήσεις φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δισ. δολάρια έως το 2030.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των καταναλωτών που αναζητούν λύσεις για τη χαλάρωση του δέρματος και την απώλεια όγκου στο πρόσωπο έπειτα από γρήγορο αδυνάτισμα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2025 από την Boston Consulting Group, τα έσοδα από τις σχετικές κλινικές αισθητικές θεραπείες προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 700 εκατ. δολάρια σε 2 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη πενταετία.
Ο Μάικλ Σόμενεκ, πλαστικός χειρουργός στην Ουάσιγκτον και κλινικός αναπληρωτής καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου George Washington, δήλωσε ότι κατά τον τελευταίο χρόνο έχει παρατηρήσει σημαντική αύξηση των αιτημάτων για θεραπείες από ασθενείς που χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1.
«Όταν κάποιος χάνει μεγάλο αριθμό κιλών μέσα σε τέσσερις έως έξι μήνες, αυτό μπορεί πραγματικά να επηρεάσει τον όγκο του προσώπου», εξήγησε.
Galderma: Στο επίκεντρο οι ενέσιμες αισθητικές θεραπείες
Η Galderma, στην οποία η L’Oréal κατέχει ποσοστό 20%, πραγματοποίησε την προηγούμενη χρονιά μελέτη για να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα ορισμένων από τις ήδη διαθέσιμες θεραπείες της στις αλλαγές του δέρματος που συνδέονται με την απώλεια βάρους μέσω GLP-1.
Η Αν-Σεσίλ Σεβριέ, παγκόσμια επικεφαλής του τομέα ενέσιμων αισθητικών θεραπειών της εταιρείας, περιέγραψε τις βασικές ανησυχίες των καταναλωτών.
«Η χαλάρωση αποτελεί πρόβλημα, η απώλεια σφριγηλότητας επίσης, ενώ μπορεί να προκαλούν ανησυχία η εικόνα ενός πιο άδειου προσώπου και η θαμπή επιδερμίδα», ανέφερε.
Η ελβετική εταιρεία διαθέτει μεταξύ άλλων το Sculptra, μια θεραπεία που διεγείρει τη φυσική παραγωγή κολλαγόνου, καθώς και το Restylane, ένα ενέσιμο δερματικό εμφύτευμα με βάση το υαλουρονικό οξύ.
Παρότι οι συγκεκριμένες θεραπείες δεν έχουν εγκριθεί ειδικά για χρήστες φαρμάκων GLP-1, η Galderma συνεργάζεται παγκοσμίως με δεκάδες χιλιάδες πλαστικούς χειρουργούς και άλλους επαγγελματίες αισθητικής, οι οποίοι τις προσφέρουν και σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα αδυνατίσματος.
Οι εκτιμήσεις του κλάδου δείχνουν ότι η ζήτηση για τέτοιες παρεμβάσεις ενδέχεται να συνεχίσει να ενισχύεται.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 53% των κλινικών αισθητικής αναμένει αύξηση των νέων ασθενών εξαιτίας της χρήσης συνταγογραφούμενων φαρμάκων απώλειας βάρους, σύμφωνα με έκθεση της Medical Insight το 2024.
Παράλληλα, το 43% εκτιμά ότι η αυξανόμενη χρήση των συγκεκριμένων θεραπειών θα ενισχύσει τη ζήτηση για αισθητικές παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν τις αλλαγές στο πρόσωπο μετά το αδυνάτισμα.
L’Oréal και Natura αναπτύσσουν νέες λύσεις
Στην ίδια αγορά στρέφεται και η L’Oréal, η οποία εξετάζει τις ανάγκες των καταναλωτών που χρησιμοποιούν φάρμακα GLP-1.
«Δοκιμάζουμε πλέον προϊόντα σε χρήστες GLP-1 μέσω ξεχωριστών μελετών, καθώς αυτή η ομάδα καταναλωτών αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία και αντιπροσωπεύει σημαντικό αριθμό ανθρώπων παγκοσμίως», δήλωσε η Ντελφίν Βιγκιέ-Οβάς, επικεφαλής καινοτομίας και μελλοντικών τάσεων της L’Oréal.
Η Natura ακολουθεί αντίστοιχη στρατηγική, αξιολογώντας υφιστάμενα προϊόντα απευθείας σε χρήστες GLP-1 και αναπτύσσοντας παράλληλα μια νέα γενιά θεραπειών.
Ο Μανουέλ Κράους, επικεφαλής καινοτομίας και έρευνας και ανάπτυξης της βραζιλιάνικης εταιρείας, υποστήριξε ότι οι αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών εμφανίζονται με πρωτοφανή ταχύτητα.
«Τα GLP-1 δημιουργούν νέες ανάγκες ομορφιάς με πρωτοφανή ρυθμό, αλλά μας δείχνουν επίσης ότι το μέλλον της ομορφιάς δεν μπορεί να καθορίζεται μόνο από τις κρέμες», δήλωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μελλοντικές καινοτομίες ενδέχεται να συνδυάζουν διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων, όπως συμπληρώματα διατροφής και άλλα προϊόντα που λαμβάνονται από το στόμα.
Η προσέγγιση αυτή υποδηλώνει ότι οι εταιρείες εξετάζουν λύσεις πέρα από τις παραδοσιακές κρέμες περιποίησης, επιδιώκοντας να καλύψουν ένα ευρύτερο φάσμα αναγκών που σχετίζονται με τις αλλαγές του δέρματος.
Οι αλλαγές στο πρόσωπο δεν οφείλονται απαραίτητα στα φάρμακα
Παρά το αυξανόμενο εμπορικό ενδιαφέρον, η επιστημονική εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη από όσο υποδηλώνει ο όρος «Ozempic face».
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η χαλάρωση του δέρματος και η απώλεια όγκου στο πρόσωπο μπορεί να επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, ανεξάρτητα από τη χρήση των φαρμάκων.
Σύμφωνα με αναλυτές του αμερικανικού οργανισμού πολιτικής υγείας KFF, τα φάρμακα GLP-1 χρησιμοποιούνται περισσότερο από ενήλικες ηλικίας 50 έως 64 ετών.
Πρόκειται για μια ηλικιακή ομάδα στην οποία παρατηρείται ήδη φυσιολογική μείωση του κολλαγόνου, ενώ ιδιαίτερα στις γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση καταγράφεται και μείωση της παραγωγής οιστρογόνων.
Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα, την ελαστικότητα και την εμφάνιση του δέρματος, καθιστώντας δυσκολότερη την απομόνωση της επίδρασης της απώλειας βάρους.
Η Χάιντι Γιανγκ, επαγγελματίας υγείας και συνιδιοκτήτρια της R+H Aesthetic Medicine στη Βόρεια Καλιφόρνια, επισήμανε ότι δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή ερευνητικά δεδομένα για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
«Δεν διαθέτουμε την απαραίτητη έρευνα και πιθανότατα θα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί, επειδή οι περισσότερες γυναίκες ασθενείς που λαμβάνουν GLP-1 βρίσκονται στην περιεμμηνόπαυση ή στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο», ανέφερε.
Η ίδια πρόσθεσε ότι ορισμένοι χρήστες των φαρμάκων δεν καταναλώνουν συστηματικά θρεπτικές τροφές, γεγονός που επίσης θα μπορούσε να επηρεάζει την κατάσταση του δέρματός τους.
«Πιστεύω ότι πρόκειται σίγουρα για ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα και δεν θεωρώ ότι υπάρχει μια άμεση, ξεκάθαρη απάντηση», σημείωσε.
Πόσο αποτελεσματικές είναι τελικά οι κρέμες;
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά το κατά πόσον τα προϊόντα περιποίησης μπορούν πραγματικά να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές στο πρόσωπο που ακολουθούν μια μεγάλη απώλεια βάρους.
Η Μπέιμπεϊ Ντου-Χάρπερ, δερματολόγος και κλινική λέκτορας στο King’s College London, χαρακτήρισε τον όρο «Ozempic face» παραπλανητικό.
«Το φάρμακο δεν λιώνει το κολλαγόνο σας. Απλώς, η απώλεια βάρους με πιο βιώσιμο και λιγότερο απότομο τρόπο θα περιόριζε ορισμένες από τις πιο έντονες αλλαγές που παρατηρούν οι άνθρωποι», εξήγησε.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι ορισμένα καλλυντικά μπορούν να βελτιώσουν την εμφάνιση και την ποιότητα της επιδερμίδας, αλλά δεν μπορούν να αποκαταστήσουν πλήρως την απώλεια όγκου στα βαθύτερα στρώματα του προσώπου.
Ο Γκρέιαμ Γκλας, πλαστικός και κρανιοπροσωπικός χειρουργός και διευθυντής αισθητικής της βρετανικής εταιρείας ομορφιάς LYMA, αναγνώρισε ότι κάποιες κρέμες μπορούν να προσφέρουν οφέλη.
«Σε έναν βαθμό, ορισμένες από αυτές τις κρέμες μπορούν να βοηθήσουν», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, τα προϊόντα τοπικής εφαρμογής δρουν στην επιδερμίδα, ενώ ορισμένα συστατικά με αρκετά μικρό μοριακό μέγεθος μπορούν να φτάσουν μέχρι το χόριο, το βαθύτερο στρώμα του δέρματος.
Ωστόσο, υπάρχουν σαφή όρια στις δυνατότητές τους.
«Δεν μπορούν πραγματικά να αλλάξουν τη συνδεσμική δομή του προσώπου», επισήμανε.
«Δεν μπορούν να επανατοποθετήσουν τα βαθιά λιπώδη διαμερίσματα του προσώπου. Υπάρχει ένα όριο σε όσα μπορούν να επιτύχουν».
Η Ντου-Χάρπερ σημείωσε ότι οι εταιρείες ομορφιάς προσπαθούν εντατικά να αναπτύξουν προϊόντα ειδικά για τους χρήστες GLP-1.
Ωστόσο, οι ενέσιμες θεραπείες, όπως τα δερματικά fillers, μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές από τις κρέμες στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αισθητικών αλλαγών, καθώς φτάνουν σε βαθύτερα στρώματα του δέρματος.
«Αυτό που χάνει πραγματικά όγκο είναι το στρώμα κάτω από το χόριο, δηλαδή το υποδόριο λίπος», εξήγησε.
Και υπογράμμισε ότι δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα τοπικής περιποίησης μπορούν να φτάσουν σε αυτό το λιπώδες στρώμα.
Η ανάπτυξη της αγοράς των GLP-1 δημιουργεί έτσι ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού για τη βιομηχανία ομορφιάς, με τις εταιρείες να επιδιώκουν να καλύψουν τις ανάγκες μιας διαρκώς μεγαλύτερης ομάδας καταναλωτών.
Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει η διάκριση ανάμεσα στις εμπορικές υποσχέσεις των νέων προϊόντων και στα αποτελέσματα που μπορούν πράγματι να προσφέρουν, καθώς η ταχεία απώλεια βάρους επηρεάζει το πρόσωπο με τρόπους που δεν αντιμετωπίζονται πάντοτε με μια απλή κρέμα.
