Εκείνο το Δευτεριάτικο πρωινό, μια μέρα πριν φύγει ο Φεβρουάριος, δεν το έλεγες και καλό, αν βρισκόσουν στην Προβηγκία, όπου εδρεύουν κάποια από τα πιο φημισμένα Chateau, υπεύθυνα για την παραγωγή ορισμένων εξαιρετικών ετικετών.

Έβρεχε και είχε βαριά συννεφιά όταν έφτασα στην είσοδο του Chateau Saint Maur, που παράγει δύο από τα καλύτερα ροζέ κρασιά, το ομώνυμο και το Clos de Capelune.

Εκτός από αυτά οι ετικέτες του περιλαμβάνουν αλλά επτά κρασιά, λευκό, κόκκινο και ροζέ τα οποία μπορεί κανείς να δει μόλις εισέλθει στο επιβλητικό οίκημα, που βρίσκεται κυριολεκτικά μια ανάσα από τους αμπελώνες του κτήματος.

Ένα κτήμα που από το 1955 ανήκει στην ελίτ των μόλις 22 Chateau που φέρουν τον τίτλο Cru Classe ο οποίος αποδίδεται σε ανώτερους καλλιεργητικά αμπελώνες και συνδέεται με τη γαλλική έννοια του terror (γη).

Η φήμη του εκτοξεύτηκε όταν το 2011 ο επιχειρηματίας Ροζέρ Ζανιέ, λάτρης του οίνου που είχε ήδη επενδύσει σε ένα οινοποιείο της Πορτογαλίας, αγόρασε το Chateau Saint Maur. Γιος ενός Ιταλού κτίστη που δεν μεγάλωσε μέσα στις ανέσεις ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 την επιχειρηματική του διαδρομή, στον τομέα της ένδυσης.

Η αρχή έγινε σε ένα μικρό χώρο στο Saint Chamond όπου ο Ζανιέ με την αδερφή του και δύο αγορασμένες ραπτομηχανές άρχισαν να φτιάχνουν παιδικά ρούχα, χωρίς να φαντάζονται ότι σε κάποια χρόνια θα έστηναν μια αυτοκρατορία.
Το 1980 μετά από σκληρή δουλειά η Zannier Group επεκτείνεται στην Ευρώπη με brands όπως Kicker, 3 Pommers, Absorba, Z, Florianne & Confetti ενώ στα μέσα της δεκαετίας του’90, υπογράφει συμφωνία με γνωστούς σχεδιαστές όπως οι Γκοτιέ και Κένζο για παιδικά ρούχα πάντα.
Οι δουλειές πάνε από το καλό στο καλύτερο και ο Ζανιέ είναι πλέον ένας πολυεκατομμυριούχος που λατρεύει την ζωή σε όλες τις glam εκφάνσεις της.

Ο γιος του Αρνό αρχίζει να στήνει ξενοδοχεία, αφήνοντας πίσω του τον χώρο της ένδυσης για να εισέλθει σε αυτόν των luxury hotels, όταν αγοράζει το «La femme de mon pere» στη Μεγκέβ. Θα ακολουθήσουν άλλα τέσσερα σε διάφορα locations εκτός Γαλλίας, ένα στην Καμπότζη, δύο στη Ναμίμπια και ένα στο Βιετνάμ στα οποία υπάρχουν πάντα τα κρασιά του κτήματος.

Το 2018, ο πατέρας του πουλάει όλο τον όμιλο με τα παιδικά brands σε Κινεζικό fund, σε ένα deal που τον έκανε πλουσιότερο κατά μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Μετακομίζει μόνιμα στην Ελβετία μια χώρα που πληρεί τα αισθητικά του κριτήρια ενώ ταξιδεύει συχνά στην Πορτογαλία, όπου έχει αγοράσει από τo 1991 ένα κτήμα κοντά στον ποταμό Ντούρο το οποίο παράγει πολύ καλά κόκκινα κρασιά και ένα εξαιρετικό πόρτο.

Το 2011 όμως θα κάνει πραγματικότητα το όνειρο του να αποκτήσει ένα κτήμα στην Προβηγκία, επιλέγοντας να «χτυπήσει» το Chateau Saint Maur και έχοντας βάλει σκοπό να δημιουργήσει κορυφαία κρασιά ποιότητας.

Χτίζοντας το μύθο

Μόλις ολοκληρώνεται το deal o γαμπρός του Ζανιέ, Μαρκ Μονρόουζ αναλαμβάνει το κτήμα, ενώ κατασκευάζεται ένα state of the art οινοποιείο, για την επεξεργασία των σταφυλιών.

Ο τρύγος στους αμπελώνες γίνεται με το χέρι στο τέλος το καλοκαιριού, σχεδόν πάντα τη νύχτα, αφού την ημέρα η ζέστη είναι αφόρητη στα 100 εκτάρια που βρίσκονται πάνω από τον κόλπο του Σεν Τροπέ.

Το 85% της συνολικής παραγωγής του κτήματος είναι τα περίφημα ροζέ Chateau Saint Maur και Clos de Capelune, με το δεύτερο να καλλιεργείται στους αμπελώνες του Colobrieres.


Επεξεργάζονται μια σειρά από ποικιλίες όπως Grenache, Cinsault, Mourvedre, Syrah, Rolle, Cabernet Sauvignon και Tibouren ενώ τόσο στον αμπελώνα όσο και στο οινοποιείο, μεταχειρίζονται τα σταφύλια με ύψιστη φροντίδα και σεβασμό.

Κάθε terroir αντιμετωπίζεται ξεχωριστά για να διασφαλιστεί ότι κάθε ποικιλία εκφράζει τις καλύτερες δυνατότητές της ενώ η διαδικασία της ζύμωσης γίνεται με πολύ προσεχτικά βήματα.

Από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του το Chateau Saint Maur έλαβε εξαιρετικές κριτικές για το «αστραφτερό πορτοκαλορόζ χρώμα του και τα δυνατά αρώματα φρέσκων κόκκινων μούρων, πορτοκαλιού και λευκού ροδάκινου, αλλά και λεβάντας. Γεύσεις βατόμουρου, πικρού κερασιού και μανταρινιού συμπράττουν ιδανικά με μια πινελιά μελιού που προσθέτει μια γλυκιά νότα» σε αυτό το οινικό πόνημα.

Σχεδόν αμέσως το «Georges V» στο Παρίσι το προσθέτει στην λίστα κρασιών του ως το κορυφαίο ροζέ, και η διεθνής αναγνώριση έρχεται άμεσα γι΄ αυτό το διαμάντι της Προβηγκίας.

Στα βαρέλια του οινοποιείου ωριμάζει μόνο το κόκκινο κρασί του κτήματος, ενώ ροζέ και λευκό μετά το τέλος της διαδικασίας στις δεξαμενές εμφιαλώνονται για να ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο.

Η συνολική παραγωγή του κτήματος δεν ξεπερνάει τις 850.000 φιάλες το χρόνο, την ίδια στιγμή που άλλα ροζέ ξεπερνούν τα 3.500.000 φιάλες όμως ο Μαρκ Μονρόουζ έχει την απάντηση με το δικό του μότο:
«Δεν πουλάμε μόνο κρασί, αλλά επίσης όνειρα, αναμνήσεις, εμπειρίες και αισθήσεις».

Διαβάστε ακόμη

Ξέφραγο αμπέλι» οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι – Οι ευθύνες της ΡΑΣ: Τι αποκαλύπτει ο αρμόδιος ευρωπαϊκός Οργανισμός (γραφήματα + tweet)  

Τέλης Μυστακίδης: Ο «βασιλιάς του χαλκού» που βρήκε… χρυσό στις ελληνικές τράπεζες

Τα brands που έγραψαν ιστορία τη δεκαετία του ’60: Ανθος Ορύζης, Tαμ-ταμ, Καλμόλ, Προ-πο, Φλορέτα, Μπρούσκο Ναούσης και Vat 69