Μεγάλη απόσταση χωρίζει τις στρατηγικές φιλοδοξίες των οικονομικών διευθυντών από τον πραγματικό ρόλο που διαδραματίζουν στις επενδυτικές αποφάσεις των επιχειρήσεων. Την ώρα που η τεχνητή νοημοσύνη μεταβάλλει τον τρόπο λειτουργίας των οργανισμών και οι απαιτήσεις για αποδοτικότερη αξιοποίηση των κεφαλαίων αυξάνονται, οι CFOs καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη δημιουργία επιχειρηματικής αξίας και όχι απλώς στην παρακολούθηση των οικονομικών αποτελεσμάτων.
Ωστόσο, η μετάβαση σε αυτό το νέο μοντέλο αποδεικνύεται δυσκολότερη από τις προσδοκίες. Παρότι έξι στους δέκα CFOs παγκοσμίως θεωρούν ότι οφείλουν να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της επιχειρηματικής αξίας, μόλις το 25% αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στη λήψη σημαντικών επενδυτικών αποφάσεων όταν επικρατούν συνθήκες αβεβαιότητας.
Ακόμη πιο περιορισμένη είναι η αναγνώριση της οικονομικής διεύθυνσης ως στρατηγικού παράγοντα ανάπτυξης. Μόλις το 27% των συμμετεχόντων εκτιμά ότι οι οργανισμοί τους αντιμετωπίζουν τη συγκεκριμένη λειτουργία ως βασικό μοχλό δημιουργίας αξίας.
Τα ευρήματα προκύπτουν από την παγκόσμια έρευνα EY Global DNA of the CFO, η οποία εξετάζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα οικονομικά στελέχη σε ένα επιχειρηματικό περιβάλλον ταχύτατων τεχνολογικών αλλαγών.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η επιλογή ανάμεσα στις επενδύσεις στην τεχνολογία και στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως δίλημμα. Για τις επιχειρήσεις, η πρόκληση είναι να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά και τους δύο παράγοντες, διαμορφώνοντας ένα συνεκτικό σχέδιο για το μέλλον της χρηματοοικονομικής λειτουργίας.
Το χάσμα ανάμεσα στις φιλοδοξίες και τις επενδυτικές αποφάσεις
Η περιορισμένη συμμετοχή των CFOs στις κρίσιμες στρατηγικές επιλογές μπορεί να στερήσει από τις επιχειρήσεις σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης.
Η ανεπαρκής αξιοποίηση της τεχνολογίας, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις εξειδικευμένων δεξιοτήτων στις οικονομικές διευθύνσεις, δυσκολεύει την ενεργότερη εμπλοκή τους στις αποφάσεις που καθορίζουν την επόμενη ημέρα των οργανισμών.
Παρότι τα οικονομικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι ο ρόλος τους επεκτείνεται πέρα από τις παραδοσιακές αρμοδιότητες, συχνά δυσκολεύονται να μετατρέψουν αυτή την αντίληψη σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν καλούνται να αξιολογήσουν επενδύσεις των οποίων η απόδοση δεν είναι άμεσα ορατή, όπως εκείνες που αφορούν νέες τεχνολογίες, δεδομένα, αναδιοργάνωση διαδικασιών και ανάπτυξη δεξιοτήτων.
Η δυνατότητα σύνδεσης των στρατηγικών επιλογών με μετρήσιμα αποτελέσματα αναδεικνύεται έτσι σε καθοριστικό παράγοντα για την ενίσχυση της επιρροής των οικονομικών διευθυντών.
Το 68% ζητά νέους δείκτες μέτρησης της αξίας
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα αφορά την ίδια την έννοια της επιχειρηματικής αξίας και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αποτυπώνεται στα οικονομικά δεδομένα.
Σχεδόν ένας στους δύο CFOs (49%) εκτιμά ότι οι παραδοσιακοί δείκτες δεν επαρκούν για να καταγράψουν την αξία που προκύπτει από την τεχνολογία, την αξιοποίηση δεδομένων, τους νέους επιχειρησιακούς ρόλους και τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Παράλληλα, το 50% αναγνωρίζει ως σημαντικό εμπόδιο τη δυσκολία να τεκμηριωθεί εκ των προτέρων η απόδοση μιας επένδυσης, γνωστή ως Return on Investment (ROI).
Η αδυναμία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν οι επιχειρήσεις εξετάζουν έργα που απαιτούν σημαντικούς πόρους, αλλά τα οφέλη τους ενδέχεται να εμφανιστούν σε βάθος χρόνου.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 68% των CFOs θεωρεί αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό των δεικτών μέτρησης.
Η ανάγκη αυτή συνδέεται με τη μεταβολή των παραγόντων που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης. Η αξία δεν προκύπτει αποκλειστικά από τις άμεσες οικονομικές αποδόσεις, αλλά και από την αποτελεσματικότερη λειτουργία, την ικανότητα καινοτομίας και τις δυνατότητες μελλοντικής ανάπτυξης.
Για τους CFOs, επομένως, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην επιλογή των κατάλληλων επενδύσεων. Επεκτείνεται και στην ανάπτυξη εργαλείων που θα τους επιτρέπουν να αποδεικνύουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα αποτελέσματά τους.
Τεχνητή νοημοσύνη: Μόλις το 21% δηλώνει προηγμένη ετοιμότητα
Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τον μετασχηματισμό των οικονομικών διευθύνσεων.
Παρά την αυξανόμενη σημασία της τεχνολογίας, η οργανωτική και επιχειρησιακή ετοιμότητα παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.
Μόλις το 21% των CFOs χαρακτηρίζει την ετοιμότητα της οικονομικής του διεύθυνσης ως προς την AI «ηγετική» ή «προηγμένη» σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις.
Ακόμη πιο περιορισμένο είναι το ποσοστό όσων θεωρούν ότι οι ομάδες τους διαθέτουν την απαιτούμενη προσαρμοστικότητα και αυτοπεποίθηση στη χρήση νέων τεχνολογιών, καθώς λιγότερο από το 15% καταγράφει υψηλές επιδόσεις στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Η έλλειψη κατάλληλης νοοτροπίας και εξειδικευμένων δεξιοτήτων λειτουργεί ανασταλτικά στην προσπάθεια των οικονομικών διευθύνσεων να αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες.
Ενδεικτικό είναι ότι λιγότεροι από τους μισούς CFOs αναγνωρίζουν ισχυρές δυνατότητες ουσιαστικής εφαρμογής της AI σε βασικούς τομείς της επιχειρηματικής λειτουργίας.
Συγκεκριμένα, το 49% αναγνωρίζει τις δυνατότητές της στην ανάλυση δεδομένων, το 45% στις προβλέψεις επιχειρηματικής ανάπτυξης και το 41% στη δυναμική διαμόρφωση τιμών.
Τα ποσοστά αποτυπώνουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη, παρά τις δυνατότητές της, δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στη στρατηγική αντίληψη σημαντικού μέρους των οικονομικών στελεχών.
Η ετοιμότητα στην AI αλλάζει τον τρόπο αξιολόγησης των επενδύσεων
Η έρευνα καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με το επίπεδο τεχνολογικής ωριμότητας κάθε οικονομικής διεύθυνσης.
Μεταξύ των CFOs που δηλώνουν ότι διαθέτουν πλήρη ετοιμότητα στην τεχνητή νοημοσύνη, το 71% θεωρεί ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία προσφέρει ισχυρές δυνατότητες για την πρόβλεψη της επιχειρηματικής ανάπτυξης.
Το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 44% για όσους βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία ανάπτυξης των σχετικών δυνατοτήτων.
Ακόμη χαμηλότερα, στο 30%, διαμορφώνεται μεταξύ όσων έχουν σημειώσει περιορισμένη πρόοδο.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στην εξοικείωση με την τεχνολογία και στην ικανότητα αναγνώρισης των επιχειρηματικών εφαρμογών της.
Όσο περισσότερο ενσωματώνεται η AI στην καθημερινή λειτουργία μιας οικονομικής διεύθυνσης, τόσο μεγαλύτερη φαίνεται να είναι η δυνατότητα των στελεχών να αντιλαμβάνονται πώς μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία αξίας.
Ωστόσο, η μετάβαση από τη θεωρητική αναγνώριση των δυνατοτήτων στην πραγματική υλοποίηση επενδύσεων εξακολουθεί να συνοδεύεται από σημαντικές δυσκολίες.
Τα τρία βασικά εμπόδια στη χρηματοδότηση έργων AI
Η εξασφάλιση χρηματοδότησης για έργα τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί ξεχωριστή πρόκληση για τις επιχειρήσεις.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, σύμφωνα με το 61% των CFOs, εντοπίζεται σε ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα των δεδομένων.
Χωρίς αξιόπιστες και κατάλληλα οργανωμένες πληροφορίες, η αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογικών εφαρμογών γίνεται δυσκολότερη, περιορίζοντας τις δυνατότητες δημιουργίας πρακτικών αποτελεσμάτων.
Παράλληλα, το 51% αναφέρει ως πρόβλημα το γεγονός ότι τα οφέλη των επενδύσεων στην AI είναι συχνά μακροπρόθεσμα ή δεν μπορούν να προσδιοριστούν με σαφήνεια.
Σε ανάλογα επίπεδα, το 50% επισημαίνει την έλλειψη κατάλληλων δεξιοτήτων και διαθέσιμων πόρων.
Τα συγκεκριμένα ευρήματα δείχνουν ότι η χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα κεφαλαίων.
Προϋποθέτει επίσης τη δημιουργία αξιόπιστων υποδομών δεδομένων, την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και την ύπαρξη σαφούς στρατηγικής για την αξιοποίηση των τεχνολογικών επενδύσεων.
Από τη διαχείριση των οικονομικών στη στρατηγική δημιουργίας αξίας
Ο ρόλος του οικονομικού διευθυντή βρίσκεται πλέον σε διαδικασία ουσιαστικού επαναπροσδιορισμού.
Το 60% των CFOs εκτιμά ότι πρέπει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο δημιουργείται αξία σε ολόκληρη την επιχείρηση, αναλαμβάνοντας ευρύτερες στρατηγικές αρμοδιότητες.
Η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να επιταχύνει αυτή τη μετάβαση, καθώς μπορεί να αναλάβει μεγάλο μέρος των τυποποιημένων και επαναλαμβανόμενων εργασιών.
Με την αυτοματοποίηση τέτοιων διαδικασιών, οι οικονομικές διευθύνσεις μπορούν να διαθέτουν περισσότερο χρόνο στην ανάλυση πληροφοριών, στην αξιολόγηση επενδυτικών επιλογών και στην υποστήριξη επιχειρηματικών αποφάσεων.
Η πραγματική διαφοροποίηση των CFOs, συνεπώς, δεν θα εξαρτάται μόνο από την πρόσβασή τους σε δεδομένα, αλλά από την ταχύτητα και την ποιότητα με την οποία θα μπορούν να τα μετατρέπουν σε ουσιαστικές αποφάσεις.
Το ζητούμενο είναι να αξιοποιούν τον χρόνο που εξοικονομείται μέσω της τεχνολογίας, κατευθύνοντας την εμπειρία και την κρίση τους σε δραστηριότητες που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αξία της επιχείρησης.
Οι πέντε προτεραιότητες για τις οικονομικές διευθύνσεις
Για την ενίσχυση του στρατηγικού ρόλου των CFOs, η έρευνα αναδεικνύει πέντε βασικές κατευθύνσεις στις οποίες μπορούν να εστιάσουν οι επιχειρήσεις.
Πρώτη προτεραιότητα αποτελεί η ενεργότερη συμμετοχή των οικονομικών διευθυντών στη δημιουργία αξίας, μέσα από τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων μέτρησης και τη μεγαλύτερη εμπλοκή τους σε επενδυτικές αποφάσεις υψηλής αβεβαιότητας.
Δεύτερη είναι η ενίσχυση της ετοιμότητας για αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης σε ευρεία κλίμακα. Αυτό απαιτεί επενδύσεις τόσο στην ποιότητα και οργάνωση των δεδομένων όσο και στις δεξιότητες που επιτρέπουν την εφαρμογή της τεχνολογίας σε στρατηγικούς τομείς.
Η τρίτη κατεύθυνση αφορά την ανάδειξη του ανθρώπινου κεφαλαίου και της οργανωτικής κουλτούρας σε κεντρικούς παράγοντες του μετασχηματισμού. Η αποτελεσματικότητα των τεχνολογικών επενδύσεων συνδέεται άμεσα με την ικανότητα των εργαζομένων να υιοθετούν νέες πρακτικές.
Τέταρτη προτεραιότητα είναι η ταχύτερη ανάπτυξη ηγετικών δεξιοτήτων στο σύνολο της οικονομικής διεύθυνσης, ώστε να ενισχυθεί η διαδοχή στελεχών και η ικανότητα λήψης στρατηγικών αποφάσεων.
Τέλος, οι επιχειρήσεις καλούνται να επανασχεδιάσουν τους ρόλους και τα λειτουργικά τους μοντέλα, περιορίζοντας τον χρόνο που αφιερώνεται σε τυποποιημένες διαδικασίες και ενισχύοντας τις δραστηριότητες ανάλυσης και υποστήριξης αποφάσεων.
Οι παρεμβάσεις αυτές συνδέονται μεταξύ τους, καθώς η υιοθέτηση της τεχνολογίας από μόνη της δεν εξασφαλίζει την επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων.
EY: Η πραγματική πρόκληση είναι ο συνδυασμός τεχνολογίας και ανθρώπων
Η βασική διαπίστωση της έρευνας είναι ότι το ερώτημα για τους CFOs δεν περιορίζεται πλέον στο εάν θα ενσωματώσουν την τεχνητή νοημοσύνη στην οικονομική λειτουργία.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν μπορούν να διαμορφώσουν τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε η τεχνολογία, οι άνθρωποι και η ηγετική κουλτούρα να λειτουργούν συμπληρωματικά.
Καθώς η δημιουργία επιχειρηματικής αξίας γίνεται περισσότερο σύνθετη και δυσκολότερη να αποτιμηθεί με τους παραδοσιακούς οικονομικούς δείκτες, οι οικονομικοί διευθυντές καλούνται να αναπτύξουν νέα εργαλεία αξιολόγησης και διαφορετικούς τρόπους εργασίας.
Η ενίσχυση των δεξιοτήτων και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πληροφοριών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική συμμετοχή τους στις στρατηγικές επιλογές των οργανισμών.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο Κώστας Σταθόπουλος, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Υπηρεσιών προς CFOs, υπογράμμισε ότι η πρόκληση για τα οικονομικά στελέχη δεν εξαντλείται στην υιοθέτηση νέων τεχνολογικών εργαλείων.
Όπως επισήμανε, σε ένα περιβάλλον συνεχών τεχνολογικών αλλαγών και αυξημένης πολυπλοκότητας, οι CFOs πρέπει να μπορούν να αξιολογούν και να τεκμηριώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την αξία που δημιουργούν οι στρατηγικές επιλογές μιας επιχείρησης.
Η τεχνητή νοημοσύνη, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να επιταχύνει σημαντικά αυτή την προσπάθεια, υπό την προϋπόθεση ότι συνδυάζεται με τις κατάλληλες δεξιότητες, τη σωστή νοοτροπία και μια ισχυρή ηγετική κουλτούρα.
Ο Κώστας Σταθόπουλος τόνισε ακόμη ότι οι επενδύσεις πρέπει να κατευθύνονται ταυτόχρονα σε τεχνολογικά εργαλεία, ανθρώπινο δυναμικό και νέες μεθόδους εργασίας, προκειμένου οι οικονομικές διευθύνσεις να ενισχύσουν τη συμβολή τους στις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, ο CFO μπορεί να εξελιχθεί από επικεφαλής της παραδοσιακής οικονομικής λειτουργίας σε στρατηγικό συνεργάτη της διοίκησης, με ουσιαστική συμμετοχή στην ανάπτυξη και στη δημιουργία επιχειρηματικής αξίας.
Η παγκόσμια έρευνα EY Global DNA of the CFO βασίστηκε στις απόψεις περισσότερων από 1.600 CFOs και ανώτερων στελεχών οικονομικών διευθύνσεων, προερχόμενων από 28 χώρες και 22 διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας.
Το εύρος του δείγματος αποτυπώνει τις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οικονομικές διευθύνσεις διεθνώς, καθώς καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις της τεχνολογικής μετάβασης, στη χρηματοοικονομική πειθαρχία και στην ανάγκη για μεγαλύτερη επιχειρηματική ανάπτυξη.
