Τα σύμβολα κοινωνικού κύρους είναι ένα παράξενο φαινόμενο. Ορισμένες αγορές, όπως μια πολυτελής έπαυλη, δεν έχασαν ποτέ τη δύναμή τους να επιδεικνύουν πλούτο. Οι ανανάδες, αντίθετα –που κάποτε ήταν τόσο σπάνιοι και ακριβοί ώστε αποτελούσαν το αντίστοιχο της τσάντας Birkin τον 17ο αιώνα– έχασαν τη γοητεία τους μόλις η αυξημένη προσφορά τους τούς κατέστησε προσιτούς και στη μεσαία τάξη.
Το ερώτημα που απασχολεί σήμερα τους οίκους πολυτελείας και τους μετόχους τους είναι αν οι τσάντες μοιάζουν περισσότερο με τα ακριβά ακίνητα ή με τους ανανάδες, μεταδίδει η Wall Street Journal.
Πιο συγκεκριμένα, κάτι φαίνεται να αλλάζει στην αγορά των τσαντών. Έπειτα από χρόνια εκρηκτικής ανάπτυξης, οι καταναλωτές απομακρύνονται. Σύμφωνα με στοιχεία της Bain & Company, οι πωλήσεις πολυτελών τσαντών έχουν υποχωρήσει σχεδόν 10% από τα υψηλά επίπεδα του 2023, γεγονός που αντιστοιχεί σε απώλεια περίπου 8 δισ. δολαρίων σε ετήσιες δαπάνες.
Η βιομηχανία εκτιμά ότι το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Ναι μεν οι οίκοι αύξησαν υπερβολικά τις τιμές κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως θεωρούν ότι οι καταναλωτές που δυσαρεστήθηκαν από αυτές τις ανατιμήσεις μπορούν να επιστρέψουν.
Οι εταιρείες ποντάρουν στην καινοτομία για να τους προσελκύσουν ξανά. Σύμφωνα με στοιχεία της Bain, οι οίκοι πολυτελείας παρουσίασαν 80% λιγότερα νέα σχέδια τσαντών την περίοδο 2023-2025 σε σύγκριση με το διάστημα 2016-2019. Ωστόσο, ένα νέο κύμα δημιουργικών στελεχών αναπτύσσει φρέσκιες προτάσεις. Αν κάποιος επισκεφθεί σήμερα την ιστοσελίδα της Chanel, θα διαπιστώσει ότι το 74% της γκάμας των τσαντών αποτελείται πλέον από νέα σχέδια, σύμφωνα με ανάλυση της Bernstein.
Μια λιγότερο αισιόδοξη άποψη που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο υποστηρίζει ότι οι πολυτελείς τσάντες έχουν πλέον κορεστεί και χάσει τη λάμψη τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται από εικόνες τσαντών που κάποτε θεωρούνταν δυσεύρετες, όπως η Birkin του οίκου Hermès και η Classic Flap του Chanel, γεγονός που έχει αφαιρέσει μέρος από την αίγλη τους.
«Πουλάς την υπόσχεση της αποκλειστικότητας. Οτιδήποτε αυξάνει υπερβολικά την ορατότητα δεν είναι απαραίτητα θετικό», σημειώνει ο αναλυτής ειδών πολυτελείας της Bernstein, Λούκα Σόλκα.
Ποια από τις δύο εξηγήσεις είναι η σωστή; Τα στοιχεία από τη μεταχειρισμένη αγορά και τα εργαλεία ανάλυσης κοινωνικών δικτύων δείχνουν ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να είναι γοητευμένοι από τις πολυτελείς τσάντες, αλλά οι προτιμήσεις τους εξελίσσονται με τρόπους που δεν ευνοούν την κερδοφορία των εταιρειών.
Η ζήτηση μετατοπίζεται από τα καταστήματα των οίκων προς τη δευτερογενή αγορά. Οι πωλήσεις πολυτελών τσαντών έχουν αυξηθεί κατά 20% από το 2023 στην πλατφόρμα The RealReal. Παράλληλα, σύμφωνα με ανάλυση της Traackr, το περιεχόμενο στα κοινωνικά δίκτυα που αφορά οικονομικότερους τρόπους πρόσβασης σε πολυτελείς τσάντες μέσω πλατφορμών μεταπώλησης και ενοικίασης, όπως η Vivrelle, αυξάνεται σημαντικά.
Η μεταστροφή δεν αφορά μόνο την τιμή. Οι τάσεις στη μεταχειρισμένη αγορά δείχνουν ότι η κατοχή μιας vintage πολυτελούς τσάντας θεωρείται πλέον πιο ελκυστική από την αγορά μιας καινούργιας. Τον Μάιο, οι αναζητήσεις για vintage τσάντες ήταν αυξημένες κατά 131% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, σύμφωνα με στοιχεία της The RealReal.
Η αυξανόμενη δημοτικότητα των vintage ειδών οφείλεται στη εντεινόμενη απογοήτευση των καταναλωτών από τα σύγχρονα, μαζικά παραγόμενα προϊόντα πολυτελείας, σύμφωνα με τη Σίλβια Μπελέτσα, αναπληρώτρια καθηγήτρια μάρκετινγκ στη Columbia Business School.
Οι καταναλωτές θεωρούν ότι οι παλαιότερες τσάντες διαθέτουν ανώτερη ποιότητα, ενώ η αγορά vintage αποτελεί τρόπο διαφοροποίησης σε μια εποχή όπου οι αλγοριθμικά καθοδηγούμενες τάσεις της μόδας κυριαρχούν. Παράλληλα, η αγορά vintage απαιτεί γνώση της ιστορίας της μόδας, κάτι που αναδεικνύεται σταδιακά σε νέο σύμβολο κοινωνικού κύρους.
Αν η απομάκρυνση από την αγορά καινούργιων προϊόντων παγιωθεί, τότε οι οίκοι πολυτελείας θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα σοβαρό πρόβλημα. Οι λεγόμενες «it-bags» αποτελούν τη βασική πηγή εσόδων τους από τη δεκαετία του 1990. Πέρυσι, το 44% των συνολικών πωλήσεων της Hermès προήλθε από τσάντες όπως η Birkin και η Kelly. Το ποσοστό ήταν ακόμη υψηλότερο για τους οίκους Saint Laurent και Bottega Veneta, όπου οι τσάντες και τα μικρά δερμάτινα είδη αντιστοιχούσαν στο 65% και 77% των συνολικών πωλήσεων αντίστοιχα.
Οι ακριβές τσάντες είναι κρίσιμες για την κερδοφορία των οίκων. Αυξάνουν τα έσοδα που παράγονται ανά τετραγωνικό μέτρο καταστήματος, έναν βασικό δείκτη για έναν κλάδο που πληρώνει από τα υψηλότερα εμπορικά ενοίκια παγκοσμίως.
Παράλληλα, αποτελούν βασικό μέσο προσέλκυσης νέων πελατών, καθώς μια επώνυμη τσάντα είναι συχνά η πρώτη πολυτελής αγορά που πραγματοποιεί ένας καταναλωτής για να σηματοδοτήσει την κοινωνική και οικονομική του άνοδο. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα παπούτσια και τα ρούχα, οι τσάντες δεν επηρεάζονται από ζητήματα διαθεσιμότητας μεγεθών, γεγονός που μειώνει την ανάγκη για εκπτώσεις και ενισχύει τα περιθώρια κέρδους.
Οι μετοχές των ευρωπαϊκών ομίλων πολυτελείας που έχουν τη μεγαλύτερη έκθεση στην αγορά τσαντών – LVMH, Kering και Hermès – έχουν υποχωρήσει κατά μέσο όρο 27% από τις αρχές του 2024. Η αξιολόγηση του κατά πόσο η παρούσα συγκυρία αποτελεί ευκαιρία τοποθέτησης στις συγκεκριμένες μετοχές εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία της ζήτησης.
Υπάρχουν πάντως λόγοι αισιοδοξίας. Ένας από αυτούς είναι η ιδιαίτερα επιτυχημένη ανανέωση της Chanel. Ο οίκος προσέλαβε τον σχεδιαστή Ματιέ Μπλαζί για να αναμορφώσει τα προϊόντα του και η ανταπόκριση υπήρξε ιδιαίτερα ισχυρή. Οι καταναλωτές εξάντλησαν τα αποθέματα των νέων σχεδίων τσαντών, ενώ μοντέλα που έχουν εξαντληθεί πωλούνται με σημαντικό premium στις πλατφόρμες μεταπώλησης. Η επιθυμία για νέες πολυτελείς τσάντες παραμένει ισχυρή όταν το σχέδιο ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των καταναλωτών.
Διαβάστε ακόμη
Πού ποντάρουν τα μεγάλα hedge funds μετά το deal ΗΠΑ – Ιράν (γραφήματα)
Νέο deal για τη Metlen στη Βρετανία: Αναλαμβάνει την κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων της Elgin
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.