Με το θέμα του δημοψηφίσματος που το τελευταίο διάστημα ακούγεται έντονα τόσο από το εσωτερικό της Ελλάδας όσο και από το εξωτερικό, καταπιάνεται ο οικονομικός σύμβουλος της Allianz, Μοχάμεντ Ελ Εριάν, σε άρθρο του στο BloombergView.
Όπως σημειώνει, το 2011 οι Ευρωπαίοι είχαν αναγκάσει τον τότε πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου, να αποσύρει την πρότασή του για δημοψήφισμα, που είχε στόχο να πάρει ‘καθαρή εντολή” από τον λαό προκειμένου να εφαρμόσει τις επιταγές της ΕΕ. Την περασμένη εβδομάδα, είδαμε να πραγματώνεται το ακριβώς αντίθετο: η Γερμανία πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να πάει σε δημοψήφισμα με το ερώτημα αν ο λαός αποδέχεται τις απαιτήσεις των πιστωτών για οικονομικές μεταρρυθμίσεις ή αν τελικά η χώρα θα αποχωρήσει από το ευρώ. Κι αυτή τη φορά, ήταν η Ελλάδα που πρόβαλε αντιρρήσεις.
Πρόκειται για μια αντιστροφή ρόλων, αναφέρει ο Ελ Εριάν, που αποκαλύπτει τουλάχιστον τρεις πτυχές των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στην αλληλεπίδραση Ελλάδας – πιστωτών:
- Πρώτον, έχοντας κάνει πρόοδο στον περιορισμό και την απομόνωση της ελληνικής κρίσης, η Ευρώπη εμφανίζεται να έχει σημαντικά λιγότερες ανησυχίες για φαινόμενα μετάδοσης αν αυτό το πολυετές δράμα καταλήξει σε τραγωδία για την Ελλάδα.
- Δεύτερον, η Ευρώπη όλο και λιγότερο ανεκτική στο ενδεχόμενο να βγει η Ελλάδα από το ευρώ, ειδικά αν αυτό έρθει κατόπιν απόφασης της ίδιας και όχι ως επιβολή από τους Ευρωπαίους εταίρους.
- Τρίτον, το προτεινόμενο δημοψήφισμα θα έσπρωχνε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε μια κατάσταση όπου θα έχαναν και οι δύο πλευρές.
Τα παραπάνω, συνεχίζει ο Ελ Εριάν, γίνονται καλύτερα αντιληπτά αν θυμηθούμε γιατί η Ευρώπη είχε συντρίψει την ελληνική πρόταση για δημοψήφισμα το 2011.
Αντιμέτωπος με εσωτερικές διαφωνίες, ο Παπανδρέου είχε δει το δημοψήφισμα ως ευκαιρία να βρει υποστήριξη από την ευρεία βάση των ψηφοφόρων για να προχωρήσει μια σειρά δύσκολων μεταρρυθμίσεων. Οι Ευρωπαίοι αντιτάχθηκαν για δύο λόγους: για να μην δώσει η Ελλάδα το κακό παράδειγμα σε άλλες περιφερειακές οικονομίες με παρόμοια προβλήματα και γιατί ανησυχούσε πως μια αρνητική λαϊκή ετυμηγορία θα έσπρωχνε την Ελλάδα εκτός ευρώ, την ώρα που η Ευρώπη δεν είχε τα κατάλληλα εργαλεία και τους τους απαραίτητους θεσμούς που θα αποσοβούσαν τις παράπλευρες απώλειες.
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, η Ευρώπη ανησυχεί πολύ λιγότερο από τις συνέπειες ενός Grexit.
Οι αγορές είναι πιο ήρεμες, οι περιφερειακές οικονομίες έχουν κάνει βήματα εξυγίανσης, οι θεσμοί της Ευρωζώνης έχουν ενισχυθεί και οι αξιωματούχοι της έχουν πιο πολλά εργαλεία στα χέρια τους ικανά να διορθώσουν την όποια ζημιά προέλθει από ένα κράτος – μέλος. Μολονότι κανείς δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως υπεύθυνος για την έξοδο μιας χώρας – μέλους, πληθαίνουν εκείνοι που θεωρούν ότι μια έξοδος μπορεί να αποβεί προς όφελος της ίδιας της Ένωσης μακροπρόθεσμα.
Η στάση της Ευρώπης έχει επίσης επηρεαστεί από τα γεγονότα εντός της Ελλάδας: αφενός από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ που ήρθε ως αποτέλεσμα των επαναλαμβανόμενων υποσχέσεων για αλλαγή της οικονομικής πολιτικής, αλλά και της υπόσχεσης ότι θα συγκρουστεί με τους δανειστές. Παράλληλα, η ικανότητα της κυβέρνησης να πετύχει συμφωνία, υπονομεύτηκε πολλές φορές από εσωτερικές διαφωνίες, από έλλειμμα εμπιστοσύνης, αλλά και από έλλειψη πείρας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, λέει ο Ελ Εριάν, το δημοψήφισμα φαίνεται ως πολύ μεγαλύτεροι μειονέκτημα για την ελληνική κυβέρνησης απ’ ό,τι το 2011. Κι αυτό γιατί ένα δημοψήφισμα που θέλουν κι οι Ευρωπαίοι θα υπονόμευε και την ενότητα και την αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ. Και θα οδηγούσε σε εκλογές με πολύ αμφίβολα αποτελέσματα για τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη θα επέτρεπε στην Ευρώπη να λάβει μια πολύ πιο αυστηρή στάση στις διαπραγματεύσεις και απέναντι στις “κόκκινες γραμμές”, όπως μισθοί και συντάξεις.
Ακόμα κι αν ο λαός έλεγε “όχι” στα μέτρα, αυτό δεν θα έβγαινε σε καλό για τον ΣΥΡΙΖΑ. Θα οδηγούσε σε αυξανόμενες εκροές κεφαλαίων, σε bank run, ενώ θα ήταν δύσκολο για την ΕΚΤ να συνεχίσει να δίνει ρευστότητα μεσώ του ELA. Όλα αυτά μαζί θα οδηγούσαν τη χώρα σε χρηματοοικονομική κατάρρευση και θα ήταν θέμα χρόνου το Grexit και μάλιστα με τρόπο άτακτο και πολύ κοστοβόρο.
Αυτό που ελπίζει η κυβέρνηση είναι να εξασφαλίσει τον απαραίτητο χρόνο για να πείσει τους πιστωτές να απαλύνουν τα μέτρα λιτότητας, να θέσει σε νέες βάσεις κάποιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να πετύχει ελάφρυνση του χρέους και να εξασφαλίσει μια μεγάλη ένεση ρευστότητας, πέραν των κεφαλαίων που της παρέχει η ΕΚΤ. Γι’ αυτό και θα αντισταθεί σε ένα δημοψήφισμα. Και γι’ αυτό οι Ευρωπαίοι θα εξακολουθήσουν να επιμένουν σε αυτό.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.