Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Γιώργου Πετρίδη

Τα στρατηγικά αδιέξοδα της στρατηγικής του, είτε όταν αποφάσιζε να κάνει όπως έκανε τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, είτε όταν αποφάσιζε να πάει τη χώρα σε εκλογές, ομολόγησε εμμέσως πλην σαφώς ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, στην πρώτη, για την τρέχουσα προεκλογική του καμπάνια, τηλεοπτική συνέντευξη, που επέλεξε να είναι στο Contra Channel.

Την ώρα που μιλούσε για ανατροπή του από βουλευτές του κόμματός του και έριχνε την ευθύνη για την απώλεια της δεδηλωμένης στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσίπρας παραδεχόταν ότι υπήρχε δυσαρμονία ανάμεσα στην υπογραφή της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου και τη λαϊκή εντολή της 25ης Ιανουαρίου και γι’ αυτό είχε αποφασίσει ήδη από τις 13 Ιουλίου να προσφύγει σε εκλογές. «Εγώ δεν είμαι γαντζωμένος στην καρέκλα του πρωθυπουργού, είχα αποφασίσει ότι χρειάζονταν εκλογές για να μιλήσει ο λαός» σημείωσε ο κ. Τσίπρας, αναγνωρίζοντας εμμέσως αλλά σαφέστατα ότι η συμφωνία ήταν μακριά από την εντολή του Ιανουαρίου.

Κι όμως παράλληλα με αυτή την κυνική παραδοχή, ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να ρίξει την ευθύνη πρόκλησης των εκλογών στην απώλεια της δεδηλωμένης εξαιτίας της διαφοροποίησης και αποχώρησης 30 και πλέον βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Στη συγκεκριμένη συνέντευξη ήταν ιδιαίτερα οξύς με τους πρώην συντρόφους του, στους οποίους επέρριψε ότι εξυπηρέτησαν τις επιδιώξεις του Σόιμπλε και ότι είχαν σχέδιο ανατροπής του, αμέσως μόλις υπέγραψε τη συμφωνία. Δηλαδή και οι δύο πλευρές, ηγεσία και εσωκομματική αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ, είχαν διαπιστώσει, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας ότι η συμφωνία αντέβαινε τη λαϊκή εντολή και είχαν αποφασίσει εκλογές από τις 13 Ιουλίου. Κατηγορεί δηλαδή τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για κάτι που και ο ίδιος αναγνωρίζει ως πρόβλημα και τους εγκαλεί γιατί δεν συνέχισαν μαζί, ως να μην συμβαίνει τίποτα.

Είναι δεδομένο δηλαδή, από τα όσα είπε ευθέως και χωρίς περιστροφές ο κ. Τσίπρας, ότι ο παραιτηθείς πρωθυπουργός θα πήγαινε τη χώρα σε εκλογές έτσι κι αλλιώς μόλις είδε τι συμφωνία προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις, ανεξάρτητα από τη στάση των ανταρτών βουλευτών του. Και τους οποίους αντάρτες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί όχι γιατί προκάλεσαν την απώλεια της δεδηλωμένης, αλλά γιατί δεν έμειναν μαζί του να δικαιολογήσουν την ανατροπή της λαϊκής εντολής του Ιανουαρίου και να διεκδικήσουν εκ νέου την παραμονή στην εξουσία.

Παρότι ήδη μέσα στο χρόνο έγιναν δύο εκλογικές αναμετρήσεις με το γνωστό τεράστιο κόστος στην οικονομία, ο κ. Τσίπρας επέλεξε και τρίτη φορά κάλπες, υποστηρίζοντας ότι θα βοηθήσουν στη σταθεροποίηση του πολιτικού σκηνικού. Ισχυρίστηκε δηλαδή ότι μία κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης ή μία κυβέρνηση ειδικού σκοπού δεν θα βοηθούσε στη σταθεροποίηση όσο οι εκλογές. Και χαρακτήρισε προς τούτο υποκριτική τη συναίνεση και τη διάθεση συνεργασίας που έδειχναν τα κόμματα της αντιπολίτευσης για μία τέτοια συνεργασία.

Κι όμως τώρα, με δεδομένο ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ως πιθανότερο αν όχι αναπόφευκτο το σενάριο συνεργασιών μετά τις εκλογές, φαίνεται να αποδέχεται ό,τι απέρριπτε μετά βδελυγμίας τον Αύγουστο και να συμβιβάζεται με την ιδέα μίας νέας κυβέρνησης συνεργασίας. Ενώ γνώριζε ή έπρεπε να υποψιαστεί, όταν προκήρυσσε τις εκλογές ότι η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα επέτρεπε αυτοδυναμία, τελικά επέλεξε τις κάλπες για να οδηγηθεί και πάλι στο σημείο που βρισκόταν πριν από αυτές: στο σενάριο μίας κυβέρνησης συνεργασίας. Εμμέσως δηλαδή ομολόγησε ότι η επιλογή των εκλογών και η εμπλοκή της χώρας σε μία νέα περιπέτεια για την οικονομία, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μία απέλπιδα προσωπική προσπάθεια μήπως αποφύγει, εκείνο που όλοι οι άλλοι έβλεπαν ήδη ως αναπόφευκτο και αναγκαίο, αλλά ο ίδιος δεν ήθελε να αποδεχθεί, τη συνεργασία του δηλαδή με κόμματα ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Προς επίρρωση της εκτίμησης ότι αρχίζει πλέον να αντιλαμβάνεται ότι οι ευρύτερες συνεργασίες και όχι η μονομανία με τον Π. Καμμένο, είναι επιβεβλημένη και απαίτηση του εκλογικού σώματος, ο κ. Τσίπρας απέφυγε επιμελώς να πει τη λέξη αυτοδυναμία και μίλησε για «ισχυρή πλειοψηφία» ή για ένα ποσοστό που θα του επιτρέψει αφενός να επιβάλλει το πρόγραμμά του και αφετέρου να μην έχει το κυβερνητικό σχήμα ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της τάξης των πέντε ή οκτώ βουλευτών, κάτι που θεωρεί ως εύθραυστη και ευάλωτη ισορροπία σε αμφισβητήσεις.

Εγκατέλειψε δε πλήρως τη ρητορική και τις απειλές περί δικής του απροθυμίας να συμπράξει σε οποιοδήποτε σενάριο συνεργασίας και για πρώτη φορά άφησε τόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο σύγκλησης άλλες δυνάμεις, όχι με τη ΝΔ, όσο με το ΠΑΣΟΚ και εμμέσως και με το Ποτάμι. Οι προϋποθέσεις δε που διατύπωσε σχετικά με το ΠΑΣΟΚ δεν ακούγονται αξεπέραστες, αν και είναι παράδοξο να ζητά κανείς από έναν αρχηγό – τη Φώφη Γεννηματά στην προκειμένη περίπτωση – να αποκηρύξει στελέχη της, με τα οποία πάντως και η ίδια η πρόεδρος του Κινήματος δεν έχει την καλύτερη σχέση και δεν συμφωνούσε με την πολιτική και τη στρατηγική τους.