Ολοένα και περισσότεροι Έλληνες στρέφονται στο διαδίκτυο και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης , όπως το Tik Tok, προκειμένου να ενημερωθούν, όπως προκύπτει στο ετήσιο Digital News Report του Reuters Institute που καταγράφει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στις ειδήσεις.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά τη χώρα μια ιδιότυπη «περίπτωση μελέτης» για το πώς διαμορφώνεται το μέλλον της ενημέρωσης διεθνώς, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης θα χρειαστεί να προσαρμοστούν ώστε να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού.
Όπως αναφέρει δημοσίευμα του The Christian Science Monitor, η Κατερίνα Σπυροπούλου παρακολουθεί στενά την επικαιρότητα και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για ζητήματα όπως η ανεργία των νέων, οι κοινωνικές ανισότητες και η σύγκρουση Ισραήλ – Παλαιστίνης. Ωστόσο, δεν ενημερώνεται ούτε από εφημερίδες ούτε από την τηλεόραση.
Όπως εξηγεί, αποφεύγει τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων επειδή θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι ενσωματώνουν στις ειδήσεις σχόλια, προσωπικές απόψεις ή ακόμη και τη γραμμή του εκάστοτε τηλεοπτικού σταθμού.
«Δεν θέλω να εκτίθεμαι στην πολιτική προπαγάνδα κάθε καναλιού», αναφέρει η νεαρή γυναίκα, η οποία μεγάλωσε σε οικογένεια με έντονη σχέση με τα μέσα ενημέρωσης, καθώς η μητέρα της εργαζόταν σε περιοδικά και ο πατέρας της στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο.
Αντί για τα παραδοσιακά μέσα, επιλέγει το TikTok και το Instagram για να ενημερώνεται για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και τον κόσμο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν για εκείνη την κύρια πηγή πληροφόρησης, είτε πρόκειται για πολιτικές εξελίξεις, είτε για διεθνείς συγκρούσεις, είτε ακόμη και για πιο καθημερινές αποφάσεις, όπως το πού θα βγει το Σαββατοκύριακο.
Η Ελλάδα ως παράδειγμα της νέας τάσης ενημέρωσης
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συγκεκριμένη στάση δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή της νεότερης γενιάς απέναντι στο TikTok, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.
Μόλις το 18% εμπιστεύεται τις ειδήσεις
Τα στοιχεία του Digital News Report 2026 είναι αποκαλυπτικά. Μόλις το 18% των Ελλήνων δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις, ποσοστό που είναι λιγότερο από το μισό του παγκόσμιου μέσου όρου (38%) και από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, 64% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δηλώνουν ότι ενημερώνονται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αντίθετα, μόλις 46% χρησιμοποιούν την τηλεόραση για ενημέρωση, 15% το ραδιόφωνο και μόλις 10% τις έντυπες εφημερίδες, ποσοστά που επίσης συγκαταλέγονται στα χαμηλότερα της Ευρώπης.
Ο επικεφαλής της ελληνικής έρευνας του Reuters Institute, Αντώνης Καλογερόπουλος, επισημαίνει ότι τα στοιχεία δεν δείχνουν μια ξαφνική κατάρρευση της εμπιστοσύνης, αλλά μια σταδιακή και πολυετή φθορά.
Όπως σημειώνει, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης πολλοί ικανοί δημοσιογράφοι εγκατέλειψαν τον χώρο, ενώ οι χαμηλές αμοιβές και οι δύσκολες συνθήκες εργασίας αποθαρρύνουν νέους ανθρώπους από το να ακολουθήσουν το επάγγελμα. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο υποβάθμισης τόσο της ποιότητας όσο και της εμπιστοσύνης.
Η πίεση των εσόδων και η εικόνα των ελληνικών ΜΜΕ
Η Νεφέλη Αγκυρίδου, επικεφαλής του ψηφιακού τομέα του Star Channel, εκτιμά ότι η συνεχής συρρίκνωση των διαφημιστικών εσόδων έχει οδηγήσει πολλά μέσα στο να δίνουν προτεραιότητα στον όγκο της παραγωγής περιεχομένου αντί στην ποιότητα.
Όπως αναφέρει, η λογική αυτή ευνοεί το clickbait και εγκλωβίζει τα μέσα σε έναν φαύλο κύκλο όπου η ποσότητα υποβαθμίζει το δημοσιογραφικό προϊόν.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το ελληνικό μιντιακό τοπίο ελέγχεται από έναν σχετικά μικρό αριθμό ισχυρών επιχειρηματιών, οι δραστηριότητες των οποίων εκτείνονται πέρα από τα μέσα ενημέρωσης, σε τομείς όπως η ναυτιλία, οι κατασκευές, η ενέργεια και ο επαγγελματικός αθλητισμός.
Σύμφωνα με την ίδια, οι περισσότεροι Έλληνες γνωρίζουν ποιος βρίσκεται πίσω από κάθε μέσο ενημέρωσης και θεωρούν ότι η ιδιοκτησία του επηρεάζει αναπόφευκτα τη δημοσιογραφική του γραμμή.
Ανάλογη εικόνα περιγράφει και ο ερευνητής τηλεοπτικού κοινού Κώστας Σφικτός, ο οποίος έχει μελετήσει επί δεκαετίες τη συμπεριφορά των τηλεθεατών. Όπως αναφέρει, στις ομάδες εστίασης που πραγματοποίησε οι συμμετέχοντες γνώριζαν όχι μόνο τους ιδιοκτήτες των καναλιών αλλά και τις υπόλοιπες επιχειρηματικές δραστηριότητές τους.
Ο ίδιος θεωρεί ότι σημαντικό ρόλο παίζουν και πολιτισμικοί παράγοντες, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική κοινωνία βιώνει τα γεγονότα με μεγαλύτερη συναισθηματική συμμετοχή και μικρότερη απόσταση σε σχέση με άλλες δυτικές κοινωνίες.
Η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια
Ο Αντώνης Καλογερόπουλος εκτιμά ότι ένας από τους βασικούς τρόπους ανάκτησης της εμπιστοσύνης είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια από την πλευρά των μέσων ενημέρωσης.
Αυτό, όπως αναφέρει, σημαίνει να εξηγούν πιο καθαρά πόσο ανεξάρτητοι είναι οι δημοσιογράφοι από την ιδιοκτησία, ποιες είναι οι δημοσιογραφικές διαδικασίες που ακολουθούν και να εγκαταλείψουν πρακτικές όπως η δημοσίευση άρθρων χωρίς υπογραφή.
Τα social media ως προσωπικό φίλτρο ενημέρωσης
Η έλλειψη εμπιστοσύνης στα ελληνικά μέσα οδηγεί αρκετούς νέους να διαμορφώνουν μόνοι τους την ενημέρωσή τους μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα.
Η Κατερίνα Σπυροπούλου δηλώνει ότι προτιμά να παρακολουθεί βίντεο είτε από διεθνή μέσα είτε από ανθρώπους που ζουν οι ίδιοι σε περιοχές συγκρούσεων, όπως η Παλαιστίνη, ώστε να σχηματίζει τη δική της άποψη.
Παράλληλα, εκφράζει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και στις προσωπικές μαρτυρίες από ό,τι στα ελληνικά μέσα.
Το δημοσίευμα επισημαίνει, ωστόσο, ότι αυτή η επιλογή κρύβει και έναν κίνδυνο. Παρότι οι Έλληνες θεωρούν συχνά τα διεθνή μέσα πιο ισορροπημένα, το περιεχόμενο που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα δεν υπόκειται πάντα στον δημοσιογραφικό έλεγχο που χαρακτηρίζει την επαγγελματική ενημέρωση. Έτσι, ακόμη και όταν οι χρήστες πιστεύουν ότι αποκτούν μια πιο αντικειμενική εικόνα, είναι πιθανό να εκτίθενται σε μονομερείς ή προκατειλημμένες πληροφορίες.
Η ψυχική υγεία και η ανάγκη για πιο θετικές ειδήσεις
Η Κατερίνα Σπυροπούλου υποστηρίζει ακόμη ότι η προτίμηση της γενιάς της στα social media συνδέεται και με λόγους ψυχικής υγείας.
Πολλοί νέοι, όπως λέει, αντιμετωπίζουν προβλήματα όπως η κατάθλιψη και αποφεύγουν την τηλεόραση επειδή η ειδησεογραφία της είναι σχεδόν αποκλειστικά αρνητική.
Στο TikTok, αντίθετα, αισθάνεται ότι βλέπει κυρίως περιεχόμενο που την ενδιαφέρει και την ευχαριστεί. Διευκρινίζει πάντως ότι δεν ακολουθεί άκριτα influencers ούτε θεωρεί πως πρέπει να τους εμπιστεύεται χωρίς επιφυλάξεις.
Η ίδια φροντίζει επίσης να διαμορφώνει ενεργά το περιεχόμενο που της εμφανίζει ο αλγόριθμος. Αποφεύγει τους λογαριασμούς των ελληνικών παραδοσιακών μέσων στο TikTok, αποκλείει δημιουργούς που εκφράζουν ομοφοβικές απόψεις και χρησιμοποιεί τις επιλογές της πλατφόρμας ώστε να μην της εμφανίζονται παρόμοιες αναρτήσεις.
Όπως τονίζει, θεωρεί άδικη την εικόνα ότι οι νέοι ζουν αποκομμένοι από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας ότι η γενιά της συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή, διαδηλώνει και επιθυμεί να αλλάξει την κοινωνία.
«Θέλουμε πιο σύντομη και πιο ανθρώπινη ενημέρωση»
Παρόμοια είναι και η εμπειρία της 27χρονης καθηγήτριας Αγγλικών Ναταλίας Αναστούλη, η οποία ενημερώνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω Instagram.
Μία φορά την ημέρα ελέγχει τις ειδήσεις που εμφανίζονται στη ροή της, ακολουθεί δύο εναλλακτικούς ενημερωτικούς λογαριασμούς και δεν επισκέπτεται τις ιστοσελίδες τους, καθώς θεωρεί ότι ένα σύντομο βίντεο με μια μικρή λεζάντα εξυπηρετεί καλύτερα την καθημερινότητά της.
Όπως και η Κατερίνα Σπυροπούλου, αποφεύγει τα παραδοσιακά μέσα επειδή τα θεωρεί προκατειλημμένα, ξεπερασμένα και αποκομμένα από τη σημερινή πραγματικότητα.
Παρότι αναγνωρίζει ότι και οι λογαριασμοί στο Instagram μπορεί να έχουν πολιτική οπτική, θεωρεί ότι εκφράζουν περισσότερο τον τρόπο σκέψης της και ταιριάζουν καλύτερα στη σύγχρονη αισθητική. Μόνο όταν επιθυμεί να εμβαθύνει σε ένα θέμα στρέφεται σε βιβλία ή ιστορικά άρθρα που προσφέρουν το απαραίτητο πλαίσιο.
Η ίδια καταλήγει με μια συμβουλή προς τους δημοσιογράφους: να δίνουν περισσότερο χώρο και στις θετικές ειδήσεις, να διατηρούν την ισορροπία στην ατζέντα, να χρησιμοποιούν απλή γλώσσα, σύντομη παρουσίαση και μορφή που να ανταποκρίνεται στις συνήθειες και τις αισθητικές απαιτήσεις των νεότερων ηλικιών.
Διαβάστε ακόμη
Ορμούζ: Σαουδική Αραβία και HAE αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη
Golden Visa: Οι νέες business των 250.000 ευρώ που άνθισαν μετά την αυστηροποίηση του νόμου
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να βρεις τη σωστή babysitter;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
