Η ενεργός γήρανση, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε έναν από τους βασικούς στόχους της κοινωνικής πολιτικής, εξελίσσεται πλέον σε σημαντική τάση για το ασφαλιστικό σύστημα και την ελληνική αγορά εργασίας, καθώς ολοένα περισσότεροι συνταξιούχοι επιλέγουν να παραμείνουν επαγγελματικά ενεργοί ή να επιστρέψουν στην απασχόληση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, περίπου 310.000 συνταξιούχοι εξακολουθούν να εργάζονται ή έχουν αναλάβει εκ νέου επαγγελματική δραστηριότητα. Οι απασχολούμενοι συνταξιούχοι διακρίνονται σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, ανάλογα με το είδος της εργασίας τους και τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που προβλέπονται για κάθε περίπτωση.
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει περίπου 95.000 συνταξιούχους που εργάζονται ως μισθωτοί. Οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι λαμβάνουν μηνιαίο μισθό και καταβάλλουν τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ενώ επιβαρύνονται επιπλέον με ειδικό πόρο υπέρ του ΕΦΚΑ, ο οποίος αντιστοιχεί στο 10% των μηνιαίων αποδοχών τους.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται περίπου 80.000 συνταξιούχοι που δραστηριοποιούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Κατά κανόνα, καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές με βάση την πρώτη ασφαλιστική κατηγορία και επιπλέον ειδικό πόρο ίσο με το 50% της αντίστοιχης εισφοράς.
Για τους αυτοαπασχολούμενους προβλέπεται διαφορετικός τρόπος υπολογισμού, καθώς ο ειδικός πόρος αντιστοιχεί στο 40% της εισφοράς κύριας σύνταξης και, όπου προβλέπεται επικουρική ασφάλιση, στο 40% της εισφοράς της πρώτης κατηγορίας για τον επικουρικό κλάδο.
Η τρίτη κατηγορία αφορά συνταξιούχους που εξακολουθούν να απασχολούνται, αλλά απαλλάσσονται, εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τόσο από τις ασφαλιστικές εισφορές όσο και από τον ειδικό πόρο απασχόλησης.
Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται περίπου 125.000 συνταξιούχοι αγρότες του πρώην ΟΓΑ, οι οποίοι συνεχίζουν την αγροτική τους δραστηριότητα χωρίς να επιβαρύνονται με τις συγκεκριμένες ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Ανάλογη απαλλαγή προβλέπεται και για συνταξιούχους άλλων ασφαλιστικών φορέων που διατηρούν αγροτική δραστηριότητα, υπό την προϋπόθεση ότι το ετήσιο εισόδημα που προκύπτει από αυτή δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ.
Στην τέταρτη κατηγορία ανήκουν περίπου 5.000 συνταξιούχοι ειδικών περιπτώσεων, οι οποίοι εξακολουθούν να εργάζονται και να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς όμως να υποχρεούνται στην πληρωμή του πρόσθετου πόρου υπέρ του ΕΦΚΑ.
Στις εξαιρέσεις αυτές περιλαμβάνονται οι συνταξιούχοι με αναπηρία, καθώς και οι πολύτεκνοι συνταξιούχοι που έχουν τουλάχιστον ένα παιδί ανήλικο, σπουδαστή έως την ηλικία των 24 ετών ή ανίκανο για οποιαδήποτε βιοποριστική εργασία.
Από τον ειδικό πόρο απαλλάσσονται επίσης συνταξιούχοι που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία τους λόγω ανικανότητας, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κοινή νόσο, εργατικό ή μη εργατικό ατύχημα, καθώς και σε επαγγελματική ασθένεια.
Ο σημαντικότερος παράγοντας που οδηγεί μεγάλο αριθμό συνταξιούχων στην αναζήτηση εργασίας είναι η ανάγκη ενίσχυσης του μηνιαίου εισοδήματός τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν σύνταξη χαμηλότερη των 1.000 ευρώ, γεγονός που καθιστά την πρόσθετη απασχόληση σημαντική πηγή οικονομικής ενίσχυσης.
Παράλληλα, η παραμονή των μεγαλύτερων ηλικιακά πολιτών στην αγορά εργασίας συνδέεται με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την ενεργό γήρανση, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση της επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας, αλλά και στη βελτίωση των εισοδημάτων ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων.
Καθοριστικό ρόλο στην αύξηση των δηλωμένων εργαζόμενων συνταξιούχων διαδραμάτισε η κατάργηση της περικοπής κατά 30% που επιβαλλόταν στη σύνταξη όσων επέλεγαν να εργαστούν.
Η συγκεκριμένη ποινή καταργήθηκε το 2024, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σημαντική διεύρυνση της απασχόλησης των συνταξιούχων. Έκτοτε, ο αριθμός όσων έχουν επιστρέψει ή συνεχίζουν να βρίσκονται στην αγορά εργασίας έχει φθάσει περίπου τις 310.000.
Πρόσθετη αύξηση στη σύνταξη από τα χρόνια εργασίας
Πέρα από τη δυνατότητα διατήρησης ολόκληρης της σύνταξης παράλληλα με την εργασία, ένα ακόμη κίνητρο για τη δήλωση της απασχόλησης είναι η μελλοντική προσαύξηση της συνταξιοδοτικής παροχής.
Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται για την εργασία μετά τη συνταξιοδότηση μπορούν να οδηγήσουν σε μόνιμη αύξηση της σύνταξης, το ύψος της οποίας εξαρτάται από τη διάρκεια απασχόλησης, τις ασφαλιστέες αποδοχές και το επίπεδο των εισφορών.
Ενδεικτικά, η προσαύξηση μπορεί να ξεκινά από περίπου 12 ευρώ μηνιαίως για μισθωτό συνταξιούχο που εργάστηκε δύο χρόνια με αποδοχές 800 ευρώ και να φθάνει έως τα 135 ευρώ για αυτοαπασχολούμενο που παρέμεινε επαγγελματικά ενεργός επί έξι χρόνια, καταβάλλοντας την υψηλότερη ασφαλιστική εισφορά.
Δικαίωμα στην πρόσθετη αύξηση αποκτούν όσοι καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους. Πρόκειται για περίπου 180.000 συνταξιούχους, στους οποίους περιλαμβάνονται μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες και ασφαλισμένοι ειδικών κατηγοριών, όπως οι συνταξιούχοι με αναπηρία.
Αντίθετα, οι συνταξιούχοι που εξακολουθούν να ασκούν αγροτική δραστηριότητα και απαλλάσσονται από την καταβολή εισφορών δεν αποκτούν δικαίωμα προσαύξησης από τη συγκεκριμένη απασχόληση.
Τέσσερα παραδείγματα για τις αυξήσεις στη σύνταξη
Το ύψος της πρόσθετης συνταξιοδοτικής παροχής διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τα χρόνια εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση και τις εισφορές που έχουν καταβληθεί.
Στην περίπτωση αυτοαπασχολούμενου συνταξιούχου, όπως για παράδειγμα ενός γιατρού, ο οποίος συνεχίζει να εργάζεται για δύο χρόνια και επιλέγει την υψηλότερη εισφορά του κλάδου κύριας σύνταξης, η μόνιμη μηνιαία προσαύξηση υπολογίζεται στα 45 ευρώ. Εάν ο ίδιος αυτοαπασχολούμενος παραμείνει επαγγελματικά ενεργός για έξι χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του, καταβάλλοντας σταθερά την ανώτατη εισφορά, η πρόσθετη αύξηση μπορεί να ανέλθει στα 135 ευρώ τον μήνα.
Για έναν συνταξιούχο που εργάζεται ως μισθωτός επί δύο χρόνια, με μέσο μηνιαίο μικτό μισθό 800 ευρώ, η αύξηση της σύνταξης εκτιμάται περίπου στα 12 ευρώ.
Αντίστοιχα, μισθωτός συνταξιούχος που συνεχίζει την απασχόλησή του για έξι χρόνια και λαμβάνει κατά μέσο όρο 2.000 ευρώ μικτά τον μήνα μπορεί να εξασφαλίσει μόνιμη προσαύξηση 92 ευρώ στη σύνταξή του.
Τα παραδείγματα αναδεικνύουν ότι η μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας και οι υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές οδηγούν σε αυξημένο συνταξιοδοτικό όφελος.
Η διαδικασία για την καταβολή της προσαύξησης
Για να εισπράξουν την πρόσθετη αύξηση στη σύνταξή τους, οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι οφείλουν να ακολουθήσουν συγκεκριμένη διαδικασία μετά την ολοκλήρωση της απασχόλησής τους.
Αρχικά, πρέπει να δηλώσουν τη διακοπή της εργασίας τους μέσω της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΕΦΚΑ. Στη συνέχεια, απαιτείται να υποβάλουν αίτηση για τον επανυπολογισμό της συνταξιοδοτικής παροχής τους, ώστε να αναγνωριστούν οι εισφορές που κατέβαλαν κατά το διάστημα της απασχόλησής τους.
Η προσαύξηση υπολογίζεται με βάση τον πρόσθετο χρόνο ασφάλισης και τις αντίστοιχες εισφορές, δημιουργώντας μόνιμη ενίσχυση στη σύνταξη του δικαιούχου.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου 12.000 εργαζόμενοι συνταξιούχοι έχουν ήδη λάβει τις αυξήσεις που δικαιούνται από την απασχόλησή τους μετά τη συνταξιοδότηση. Την ίδια στιγμή, περίπου 15.000 αιτήσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα, με τον αριθμό τους να ακολουθεί αυξητική πορεία όσο περισσότεροι συνταξιούχοι ολοκληρώνουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και διεκδικούν την αντίστοιχη προσαύξηση.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, τόσο ως μέσο άμεσης συμπλήρωσης του εισοδήματος όσο και ως δυνατότητα ενίσχυσης της σύνταξης σε μόνιμη βάση.
