Μελετημένη και καλά σχεδιασμένη χαρακτήρισε σήμερα τη δολοφονία του τοπογράφου Παναγιώτη Στάθη στο Ψυχικό η εισαγγελέας της έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου προτείνοντας την πλήρη ενοχή των δυο κατηγορουμένων της υπόθεσης. «Θα πρέπει να αναζητήσουμε το κίνητρο της δολοφονίας στην αγάπη των δυο κατηγορουμένων για το χρήμα» είπε η εισαγγελέας και ολοκληρώνοντας την αγόρευσή της έριξε βόμβα… μεγατόνων στο ακροατήριο ζητώντας να ερευνηθεί γνωστός μεσίτης – επιχειρηματίας της Μυκόνου για ηθική αυτουργία στη δολοφονία του τοπογράφου. Πρόκειται για πρόσωπο με το οποίο ο Π. Στάθης είχε αντιδικία μετά την αγορά όμορων οικοπέδων στο νησί.
«Φρονώ ότι υπάρχουν ενδείξεις σε βάρος του μεσίτη και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ο ρόλος του στην επίδικη υπόθεση και αυτό γιατί εκείνος είχε και το κίνητρο και τα μέσα για να χρηματοδοτήσει τη δολοφονία του Παναγιώτη Στάθη» είπε χαρακτηριστικά η εισαγγελέας καλώντας το δικαστήριο να διαβιβάσει πρακτικά της δίκης στην εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας ώστε να ξεκίνησε η έρευνα.
Όπως είναι γνωστό για την άγρια δολοφονία του Παναγιώτη Στάθη δικάζονται δυο άνδρες και συγκεκριμένα ένας 45χρονος αποκαλούμενος ως ο «ωραίος Τζό» που φέρεται ως εκτελεστής του τοπογράφου και ένας 48χρονος που κατηγορείται για συνέργεια στο έγκλημα. Αμφότεροι έχουν καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία και έχουν βρεθεί στις φυλακές για άλλες υποθέσεις.
Με μια καλά στοιχειοθετημένη πρόταση η εισαγγελέας επί 2, 5 περίπου ώρες αποτύπωνε στο ακροατήριο καρέ – καρέ τις κινήσεις των οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για το έγκλημα εξαίροντας μάλιστα την έρευνα που έγινε κατά την προανάκριση, ως προς τη μελέτη του βιντεοληπτικού υλικού. «Όλη αυτή η μεθόδευση με τα οχήματα που αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκαν στη δολοφονία μόνο σύμπτωση δεν είναι αλλά δείχνει την οργάνωση που υπήρξε. Όλες οι κινήσεις του πρώτου κατηγορούμενου (του φερόμενου ως εκτελεστή) δεν μπορούν να αποδοθούν σε τυχαίο γεγονός και ούτε ο ίδιος μπόρεσε να τις δικαιολογήσει στην απολογία του» ανέφερε η εισαγγελική λειτουργός, έχοντας παραθέσει νωρίτερα αναλυτικά κάθε κίνηση του κατηγορούμενου πριν και μετά τη δολοφονία του τοπογράφου, επικαλούμενη το πλούσιο βιντεοληπτικό υλικό της δικογραφίας.
«Πυροβόλησε τον Παναγιώτη Στάθη με δυο πιστόλια. Αμέσως μετά επέστρεψε στον υπόγειο χώρο στάθμευσης στο Μαρούσι στην οδό Πάτμου, έχει καταγραφεί το σκούτερ να εισέρχεται στο συγκεκριμένο χώρο. Επιπλέον 33 λεπτά μετά την είσοδο του σκούτερ στο εν λόγω πάρκινγκ ο κατηγορούμενος αποχώρησε με την μοτοσυκλέτα του προς άγνωστη κατεύθυνση» συνέχισε η εισαγγελέας και αναφερόμενη στα στοιχεία που προέκυψαν από την άρση των τηλεφωνικού του απορρήτου μεταξύ άλλων σημείωσε πως ο 45χρονος «απέφευγε τις συμβατικές επικοινωνίες και μιλούσε μόνο μέσα από εφαρμογές που παρέχουν τη δυνατότητα διαγραφής των μηνυμάτων».
Η εισαγγελική λειτουργός δεν παρέλειψε βεβαίως να αναφερθεί και σε ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο της δικογραφίας. Στη δημιουργία νέου προφίλ στο Facebook από τον πρώτο κατηγορούμενο με ψεύτικο όνομα. Με το προφίλ αυτό ο 45χρονος «πιάστηκε» να κάνει αναζητήσεις στο διαδίκτυο για το θύμα και τη ζωή του. «Τόσο την ημέρα της δολοφονίας όσο και την προηγούμενη αυτής ο κατηγορούμενος ξεκινούσε από το ίδιο σημείο και κατέληγε σε αυτό και τις δυο ημέρες. Πρόκειται για το υπόγειο πάρκινγκ της πολυκατοικίας επί της Πάτμου (εκεί διέμενε η αδελφή του) και από εκεί πήγαινε στην εταιρεία του θύματος. Παρατηρούνται (από το βιντεοληπτικό υλικό) οι αντίστοιχες μετακινήσεις των οχημάτων που χρησιμοποιήθηκαν στη δολοφονία αλλά και της μηχανής του μάρκας BMW» σημείωσε η εισαγγελέας συμπληρώνοντας πως ο 45χρονος άλλαζε ρούχα μέσα στο πάρκινγκ.
Ακόμη, η εισαγγελική λειτουργός «στάθηκε» στην αφαίρεση του καταγραφικού που υπήρχε στην πολυκατοικία του κατηγορούμενου επί της οδού Μπακοπούλου στο Ψυχικό ενώ αναφέρθηκε εκτενώς στα «ευρήματα» από το κινητό του. «Στο κινητό του ενώ βρίσκονταν στη Μύκονο είχε δυο φωτογραφίες με δυο πιστόλια ίδιου τύπου με αυτά που δολοφονήθηκε το θύμα», τόνισε για να επισημάνει πως ο κατηγορούμενος είχε προβεί και σε μετατροπή των όπλων αυτών. «Το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου την ώρα της δολοφονίας ήταν ενεργοποιημένο στην οικία του», σημείωσε.
Αναφερόμενη δε στη δολοφονία του Παναγιώτη Στάθη στις 2 Ιουλίου του 2024 η εισαγγελέας ανέφερε: «Στο σημείο βρέθηκαν 20 κάλυκες. Το θύμα πυροβολήθηκε με δυο όπλα. Το πλήθος των πυροβολισμών προς το θύμα και το γεγονός ότι ο δράστης πυροβολούσε με μεγάλη ψυχραιμία και σταθερό χέρι χωρίς να υπάρχει ανάκρουση, το πλήθος και το σημείο των τραυμάτων όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η επίθεση ήταν αποτέλεσμα μελέτης και σχεδιασμού με μοναδικό στόχο τη δολοφονία του Παναγιώτη Στάθη. Αστυνομικός κατέθεσε ότι ο δράστης επέβαινε σε δίκυκλο. Οι πινακίδες κυκλοφορίας αποδείχθηκε ότι είχαν πλαστογραφηθεί για να παραπλανηθούν οι αρχές (…). Ωστόσο, οι ενέργειες της αστυνομίας ήταν άμεσες. Αναζήτησε υλικό για την πορεία του δράστη. Αυτό βρέθηκε και είναι πλούσιο. Η έρευνα της αστυνομίας επεκτάθηκε και σε άρσεις τηλεφωνικού απορρήτου, όλο αυτό το υλικό αξιοποιήθηκε συνδυαστικά και οδήγησε στους δυο κατηγορούμενους. Το υλικό είναι πλούσιο και ενδεικτικό της πολύς καλής προανάκρισης που διενεργήθηκε».
«Αγάπη για το χρήμα»
Μάλιστα, η εισαγγελέας αναφέρθηκε και σε προσπάθεια του πρώτου κατηγορούμενου την προηγούμενη ημέρα της δολοφονίας να πλησιάσει το θύμα. «Άγνωστο παραμένει τι τον εμπόδισε εκείνη την ημέρα» είπε μεταξύ άλλων και απέρριψε κάθε υπερασπιστικό ισχυρισμό του 45χρονου ότι δηλαδή δεν πυροβόλησε εκείνος επειδή είναι αριστερόχειρας και ότι εκείνο το διάστημα είχε υποβληθεί σε επέμβαση και δεν θα μπορούσε να φορέσει κράνος (όπως φαίνεται να φορά ο εκτελεστής).
«Η επιχειρηματική δραστηριότητα του πρώτου κατηγορούμενου θα ήταν εξαιρετική αν δεν ήταν παράνομη. Δεν ήταν διατεθειμένος να αφοσιωθεί στις κοινές νόρμες που υπαγορεύουν την ανεύρεση εργασίας, την σταδιακή εξέλιξη και καριέρα. Είχε αγάπη για εύκολο χρήμα και εκεί θα πρέπει να αναζητηθούν τα κίνητρα της δολοφονίας» σημείωσε λίγο αργότερα η εισαγγελέας και συνέχισε: «Το ίδιο ισχύει και για τον δεύτερο κατηγορούμενο που μας είπε εδώ «εγώ όπου έχει μεροκάματα πάω». Υπερτίμησαν τις δυνάμεις τους, άφησαν όμως πίσω τους πολλά ίχνη. Θεωρώ ότι έχουμε ακλόνητα στοιχεία εις βάρος τους και οι κατηγορούμενοι δεν μπόρεσαν να αντικρούσουν κανένα. Όλοι οι ισχυρισμοί τους καταρρίφθηκαν».
Αναφερόμενη ειδικά στον δεύτερο κατηγορούμενο η εισαγγελέας πρότεινε επίσης ενοχή κάνοντας, μεταξύ άλλων, εκτενή αναφορά στις συχνές επικοινωνίες που είχε με τον πρώτο κατηγορούμενο, τον φερόμενο ως εκτελεστή. Ενδεικτικά σημείωσε: «Αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον αδελφό. Οι επικοινωνίες τους καταδεικνύουν το βαθμό οικειότητας που είχαν και τη μεταξύ τους σχέση. Να αναφέρουμε και το εξής το Σεπτέμβριο του 2024 και ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν κρατούμενος ήταν έγκλειστος επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Είχε δε επιλεγεί η αυτόματη εξαφάνιση των μηνυμάτων μέσα σε πέντε λεπτά από τη στιγμή που αυτές διαβάζονταν».
Ακόμη η εισαγγελέας αναφέρθηκε και σε στοιχεία από κεραίες κινητής τηλεφωνίας τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας της δολοφονίας με σκοπό – όπως είπε – να κρυφθούν τα οχήματα του εγκλήματος. «Έχουν συχνή επικοινωνία και την ημέρα της δολοφονίας όσο και την ημέρα της παραλαβής του αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε στη δολοφονία. Και οι δυο για να παραπλανήσουν τις αρχές εξασφάλισαν ψευδή στοιχεία για το σκούτερ. Έχουν άλλωστε και κοινό ποινικό παρελθόν, είχαν κατηγορηθεί και οι δυο ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που δικάστηκε για την απαγωγή του Περικλή Παναγόπουλου», είπε στο ακροατήριο.
Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.