Μπορεί η συμφωνία χρηματοδότησης της Ελλάδας της 13ης Ιουλίου να παρουσιάστηκε ως ένα βήμα που επιτεύχθηκε την τελευταία στιγμή, ωστόσο η απειλή μιας «προσωρινής εξόδους» από το ευρώ που πρότεινε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, έχει ταράξει τα θεμέλια της Ευρωζώνης, όπως επισημαίνει σε δημοσίευμά της η New York Times.
Όπως επισημαίνει σε άρθρο της στους «New York Times» η Shahin Vallee, πρώην σύμβουλος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η πρόταση αυτή έχει υπονομεύσει τη γαλλο-γερμανική συνεργασία σε οικονομικά θέματα και έχει κάνει το ενιαίο νόμισμα να φαίνεται πολιτικά ανυπεράσπιστο στη Γαλλία και έχει αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο της εξόδου από το ευρώ σε όλη τη νομισματική ένωση.
Ωστόσο, αυτές οι εντάσεις μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας δεν είναι καινούργιες. Από την πλευρά της η Γερμανία πάντα θεωρούσε το ευρώ ως έναν βελτιωμένο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών που χτίστηκε γύρω από το γερμανικό μάρκο. Η Γαλλία, είχε ασαφείς, αλλά τολμηρές φιλοδοξίες ενός πραγματικού διεθνούς νομίσματος που θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής.
Αυτές οι θεμελιώδεις διαφορές συγκαλύπτονται κατά την εισαγωγή του ευρώ, διότι τόσο ο Φρανσουά Μιτεράν όσο ο και Χέλμουτ Κολ συμφώνησαν ότι το ενιαίο νόμισμα θα πρέπει πρώτα απ ‘όλα να χρησιμεύσει ως ένα μέσο προς την κατεύθυνση του μεγαλύτερου στόχου της ευρωπαϊκής πολιτικής ολοκλήρωσης.
Από το 2010, αυτή η εποικοδομητική ασάφεια και ο τελικός στόχος της περαιτέρω πολιτικής ολοκλήρωσης είχε λίγο – πολύ διατηρηθεί. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του τελευταίου γύρου των διαπραγματεύσεων για την Ελλάδα χάλασε και μαζί και ο,τιδήποτε κρατούσε τη Γαλλία και τη Γερμανία τόσο στενά δεσμευμένες στο ευρώ και την οικοδόμησή του.
Η Γερμανία με τις πράξεις της δημιούργησε ένα ευρύτερο πολιτικό θέμα σχετικά με τη διακυβέρνηση του ευρώ, αποδεικνύοντας ότι ορισμένες δημοκρατίες είναι πιο ίσες από κάποιες άλλες. Επίσης, πιστεύει ότι το ενιαίο νόμισμα θα πρέπει να είναι ένα σταθερό καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών ή να μην υπάρχει καθόλου στην τρέχουσα μορφή του, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την εγκατάλειψη του όλου σχεδίου της πολιτικής ολοκλήρωσης που είχε πάντα ως στόχο να εξυπηρετήσει.
Παράλληλα, η Γερμανία σηματοδότησε στη Γαλλία ότι ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει μόνη της και να λάβει μια σαφή αντιφατική στάση σε ένα κρίσιμο πολιτικό ζήτημα. Αυτή η δυναμική στάση και τα διάφορα ταμπού που έσπασε, αποκαλύπτουν ότι η νομισματική ένωση που θέλει η Γερμανία είναι πιθανώς ριζικά ασυμβίβαστη με αυτήν που η γαλλική ελίτ επιθυμεί.
Από μόνη της η Γερμανία θα μπορούσε αναμφίβολα να οικοδομήσει μια πολύ επιτυχημένη νομισματική ένωση με τις χώρες της Βαλτικής, την Ολλανδία και μερικά άλλα κράτη, όμως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ποτέ δεν θα οικοδομηθεί μια οικονομικά επιτυχημένη και πολιτικά σταθερή νομισματική ένωση, χωρίς τη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη με αυτούς τους όρους.
Εν τω μεταξύ, η Γερμανία έχει δημιουργήσει μια πολιτικά και ηθικά συνεπή αφήγηση που κρύβει ένα οικονομικά παραπλανητικό όραμα, το οποίο βασίζεται στην ιδέα ότι η τήρηση των κανόνων και μόνον μπορεί να δημιουργήσει ευημερία και σταθερότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της. Η Γαλλία από την άλλη έχει αποτύχει να αρθρώσει το δικό της μετα-Μάαστριχτ όραμα μιας ευημερούσας νομισματικής ένωσης.
Παρά την πρόσφατη έκκληση του προέδρου Φρανσουά Ολάντ για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, η πρόοδος είναι μάλλον απίθανη. Αυτό συμβαίνει διότι η γαλλική ελίτ δεν είναι πλέον σε θέση να πείσει τους πολίτες για τα πλεονεκτήματα των σημερινών οικονομικών πολιτικών της Ένωσης.
Αυτός ο δυστυχισμένος γάμος θα μπορούσε να διαρκέσει για χρόνια, σχολιάζει η αρθρογράφος ωστόσο, τονίζει ότι θα αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες να έρθουν στην εξουσία μη κατεστημένα κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.