Παλιότερα διαμερίσματα ηλικίας κάποιων δεκαετιών, σπίτια σε περιοχές που θεωρούνται πιο προσιτές όπως ο Πειραιάς και τα δυτικά προάστια ή εκτός της… πεπατημένης, όπως η Ανατολική Αττική, και κατοικίες που ανήκουν σε χαμηλότερη ενεργειακή κλάση.

Αυτές είναι οι τρεις κατηγορίες ακινήτων στις οποίες μετατοπίζεται τώρα η ζήτηση από πλευράς των υποψήφιων αγοραστών που αναζητούν σπίτι στην Αθήνα, είτε πρόκειται για αγορά είτε ακόμη και για ενοικίαση, όπως προκύπτει με βάση τις αναζητήσεις στις αγγελίες, αλλά και τα μηνύματα που εισπράττουν οι μεσίτες. Μάλιστα οι κατηγορίες αυτές των ακινήτων είναι που παρουσιάζουν και τις μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών σε ποσοστό ακόμη και στο +29% σε ετήσια βάση, όπως συμβαίνει στα προάστια του Πειραιά, στην περίπτωση της Δραπετσώνας, ή σε αυτήν της Λυκόβρυσης, όπου οι αξίες των σπιτιών καταγράφουν άνοδο στις αγγελίες μέσα σε ένα χρόνο πάνω από 27%, γεγονός το οποίο αποτυπώνει και την πραγματικότητα αυτήν τη στιγμή στην εγχώρια κτηματαγορά. Οτι δηλαδή σε αυτή τη συγκυρία της πίεσης των εισοδημάτων λόγω αυξημένου κόστους ζωής, σε συνδυασμό με τρεις ακόμη βασικούς παράγοντες, όπως το σερί της ανόδου των τιμών στη διάρκεια της τελευταίας, πλέον, οκταετίας, τη σαφώς πιο περιορισμένη προσφορά νεόδμητων κατοικιών ειδικά στις πιο προσιτές περιοχές, αλλά και τις δυσκολίες πρόσβασης στη στεγαστική πίστη, το εγχώριο κοινό που ψάχνει σπίτι έχει στραφεί τώρα σε περιοχές που θεωρούνται λιγότερο δημοφιλείς σε σύγκριση με το κέντρο, τα βόρεια και τα νότια προάστια, που ναι μεν συγκεντρώνουν παραδοσιακά και διαχρονικά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως οι τιμές φαίνονται τώρα άπιαστες ειδικά όταν πρόκειται για καινούρια σπίτια.

Τα νούμερα

Και πράγματι, στο Χαλάνδρι, μία από τις πλέον δημοφιλείς περιοχές των βορείων προαστίων δεδομένου ότι συνδυάζει πολλαπλά πλεονεκτήματα -από μετρό μέχρι οργανωμένη αγορά- για όλες τις κατηγορίες των νοικοκυριών και περισσότερο για οικογένειες, η μέση τιμή για ένα νεόδμητο ξεπερνά αυτήν τη στιγμή τα 4.500 ευρώ ανά τ.μ. με βάση τα στοιχεία της ψηφιακής πλατφόρμας ακινήτων Prosperty, ενώ ακόμη ψηλότερα με πάνω από τα 4.800 ευρώ ανά τ.μ. βρίσκεται το επίσης δημοφιλές Μαρούσι και τα Βριλήσσια, όπου η αντίστοιχη τιμή είναι μία ανάσα από τα 5.000 ευρώ ανά τ.μ. Στο κέντρο της Αθήνας, ένα δυσεύρετο, είναι αλήθεια, νεόδμητο κοστίζει πλέον πάνω από 5.800 ευρώ ανά τ.μ., με την τιμή να αγγίζει τα 7.700 ευρώ ανά τ.μ. για την περιοχή Κολωνάκι-Λυκαβηττός.

Με αυτές τις τιμές στις πιο καινούριες κατασκευές δεν είναι καθόλου τυχαία η στροφή του εγχώριου αγοραστικού κοινού στα παλιά σπίτια, με την ψαλίδα των τιμών μεταξύ των πιο καινούριων κατοικιών έως 10ετίας και των παλαιότερων προηγούμενων δεκαετιών να παραπέμπει ακόμη και σε σχεδόν διπλάσια νούμερα. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνεται και από τα συγκριτικά στοιχεία που συγκεντρώνει το δίκτυο αγγελιών του Spitogatos, με πιο έντονο το άνοιγμα της ψαλίδας στις ακριβότερες περιοχές. Ετσι, στα ακριβά νότια προάστια, η μέση ζητούμενη τιμή στις αγγελίες για τα νεόδμητα είναι στα 5.122 ευρώ/τ.μ., έναντι των 3.226 ευρώ ανά τ.μ., που είναι η μέση τιμή στα παλαιότερης ηλικίας σπίτια των νοτίων προαστίων.

Για τα βόρεια προάστια, η μέση ζητούμενη τιμή στα καινούρια σπίτια είναι στα 4.495 ευρώ/τ.μ., σχεδόν διπλάσια έναντι της αντίστοιχης στα παλιότερα σπίτια (2.800 ευρώ ανά τ.μ.). Ωστόσο, η μεγαλύτερη διαφορά τιμής μεταξύ νεόδμητων και παλαιότερων κατοικιών σημειώνεται στον Δήμο Αθηναίων, όπου ενδεικτικά μια νεόδμητη κατοικία το 2025 είχε μέση ζητούμενη τιμή πώλησης στα 4.000 ευρώ/τ.μ., σημαντικά υψηλότερη από την αντίστοιχη για τα παλιότερα σπίτια το 2025, όπου το αντίστοιχο νούμερο είναι στα 2.250 ευρώ/τ.μ.

Αξίζει να αναφερθεί ότι σε αυτή τη σημαντική διαφορά τιμής συμβάλλει το γεγονός ότι οι διαθέσιμες νεόδμητες κατοικίες προς πώληση στον Δήμο Αθηναίων αποτελούν μόλις το 7% του συνολικού αποθέματος κατοικιών προς πώληση, ενώ στην ενοικίαση το αντίστοιχο ποσοστό είναι ακόμη μικρότερο, περίπου 3%. Μικρότερη είναι η απόσταση που χωρίζει τα καινούρια σπίτια στα ανατολικά και τα δυτικά προάστια. Στην πρώτη περίπτωση, η μέση τιμή στα παλιά σπίτια κάποιων δεκαετιών είναι στα 2.077 ευρώ ανά τ.μ., έναντι των 3.195 ευρώ ανά τ.μ., ενώ στα δυτικά η διαφορά τιμής μεταξύ παλιών και νέων αντιστοιχεί σε 1.888 ευρώ ανά τ.μ. έναντι 3.333 ευρώ ανά τ.μ., με την προσφορά σε νέα σπίτια να είναι σαφώς μεγαλύτερη στο 15% επί του συνόλου των διαθέσιμων κατοικιών προς πώληση. Σχεδόν ίδια είναι η εικόνα με πιο χαμηλές τιμές και στα πέριξ του Πειραιά, ενώ στο κέντρο του λιμανιού τα νούμερα ανεβαίνουν με τιμές πάνω από τα 3.700 ευρώ ανά τ.μ. κατά μέσο όρο στα καινούρια σπίτια δεκαετίας έναντι 2.360 για τα παλιά.

Και έτσι εξηγείται και η στροφή σε αυτές τις περιοχές, αν ληφθεί υπόψη ότι αυτές είναι που παρουσιάζουν και τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις τιμών με βάση τα στοιχεία από το δίκτυο Spitogatos: Η Δραπετσώνα με άνοδο μέσης τιμής κατά 29%, η Λυκόβρυση με 27%, το Πέραμα με 27% επίσης είναι το τοπ 3 των περιοχών με τη μεγαλύτερη αύξηση στη διάρκεια του τελευταίου έτους και ακολουθούν το πάντα δημοφιλές ευρύτερο κέντρο της Αθήνας με 23% και τα Ανω Πατήσια με 20%.

Αντίστοιχα για τα ενοίκια, οι τρεις περιοχές με τις μεγαλύτερη ετήσια αύξηση τιμών είναι τα Γλυκά Νερά με 18%, η περιοχή Γκάζι-Μεταξουργείο-Βοτανικός με 16% και ο Αγιος Ιωάννης Ρέντης στα προάστια του Πειραιά με 15%. Κοινή συνισταμένη σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι πρόκειται για περιοχές που δεν ανήκουν στις παραδοσιακά ακριβές αγορές, έχουν χαμηλότερη αρχική βάση τιμών, γι’ αυτό και τώρα ανατιμώνται ταχύτερα, μειώνοντας σταδιακά τη διαφορά τιμής με τις παραδοσιακά ακριβές περιοχές.

Τη… γεωγραφική στροφή των υποψηφίων αγοραστών πιστοποιούν και οι αναζητήσεις μέσα από τις αγγελίες. Είτε πρόκειται για αγορά είτε ακόμη και για ενοικίαση, το κέντρο της Αθήνας αποτελεί μεν σταθερή αξία, όμως στη διάρκεια των τελευταίων 4 ετών έχουν επέλθει σημαντικές αλλαγές στη συνολική κατάταξη των 10 πιο δημοφιλών περιοχών, με τους παράγοντες «τιμή» και «μετρό» να παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Πρώτη μεγάλη αλλαγή είναι η εκτόξευση του Πειραιά στη δεύτερη θέση των αναζητήσεων για αγορά σπιτιού από την 7η, το 2022, και αντίστοιχα η νέα είσοδος του Περιστερίου στην 6η θέση της κατάταξης, που σε όλη τη διάρκεια των προηγούμενων ετών ήταν εκτός δεκάδας. Μετά τον Δήμο Αθηναίων και τον Πειραιά, τη δεκάδα των πιο δημοφιλών περιοχών απαρτίζουν η Γλυφάδα, το Χαλάνδρι, η Κηφισιά, το Μαρούσι, το Παλαιό Φάληρο, η Νέα Σμύρνη και η Καλλιθέα. Το αντίστοιχο συμβαίνει και στις ενοικιάσεις, όπου μετά το «δίδυμο» του κέντρου της Αθήνας και του Πειραιά στις δύο πρώτες θέσεις, ακολουθεί τρίτο σε αναζητήσεις το Περιστέρι και έπονται Χαλάνδρι, Καλλιθέα, Γλυφάδα, Μαρούσι, Αιγάλεω, Νέα Σμύρνη και Νέα Ιωνία.

Παρά το γεγονός ότι το κόστος της θέρμανσης είναι από τις βασικές δαπάνες που κοιτούν οι υποψήφιοι αγοραστές και ενοικιαστές, τα σπίτια χαμηλότερης και μεσαίας ενεργειακής κλάσης είναι και αυτά που έχουν παρουσιάσει τις μεγαλύτερες αυξήσεις το τελευταίο διάστημα, λόγω… τιμής, δεδομένου ότι αυτές ακριβώς οι κατηγορίες ξεκινούν και από πιο χαμηλή βάση. Γι’ αυτό και εξετάζοντας την ετήσια μεταβολή της μέσης ζητούμενης τιμής πώλησης κατοικίας ανά την Αθήνα σε σχέση με την ενεργειακή κλάση, παρατηρείται ότι η μεγαλύτερη αύξηση, κατά 12,9%, καταγράφεται στα σπίτια με χαμηλή ενεργειακή κλάση στον Πειραιά, με μία μέση ζητούμενη τιμή κατά μέσο όρο στα 2.000 ευρώ πλέον και ακολουθεί πολύ κοντά η ίδια κατηγορία διαμερισμάτων στο κέντρο της Αθήνας με ένα +11,8%.

Αυξημένο ενδιαφέρον για αγορά σπιτιού

Την ίδια στιγμή και παρά την άνοδο των τιμών, ενδιαφερόμενοι αγοραστές υπάρχουν αν ληφθεί υπόψη ότι η πρόθεση για αγορά κατοικίας έχει αυξηθεί μέσα στον τελευταίο χρόνο. Oμως από τη θεωρία στην πράξη, η τελική απόφαση εξαρτάται τελικά από την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τα επαρκή ίδια κεφάλαια και τη σταθερή εργασία. Την αυξημένη πρόθεση για αγορά σπιτιού πιστοποιεί επισήμως και η τελευταία έρευνα από το ινστιτούτο ερευνών αγοράς και κοινωνικών αναλύσεων QED, που διεξήχθη για λογαριασμό της Alpha Bank, σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 2.025 ατόμων σε όλη τη χώρα για την εικόνα της στέγασης αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα.

Στο ερώτημα αν «Προγραμματίζετε να αγοράσετε σπίτι στο άμεσο μέλλον;», η πρόθεση αγοράς κατοικίας έχει αυξηθεί συνολικά κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε ένα χρόνο, από 12% το 2024, σε 20% στην επανάληψη της έρευνας το 2025, ενώ ειδικά για τους ενοικιαστές, το ποσοστό όσων σχεδιάζουν να αγοράσουν σπίτι αυξήθηκε από 18% το 2024 σε 31% το 2025. Σύμφωνα με την ανάλυση ανά ηλικιακή ομάδα, τα άτομα ηλικίας 24-35 ετών φαίνεται ότι έχουν την ισχυρότερη πρόθεση αγοράς σπιτιού, με τις θετικές απαντήσεις να ανέρχονται σε 29% του συνόλου, ενώ ακολουθεί η ηλικιακή ομάδα 35-44 ετών με 24%.

Η αυξημένη πρόθεση για αγορά συνδέεται ενδεχομένως και με την ενισχυμένη εκτίμηση ότι οι τιμές των ενοικίων θα παρουσιάζουν περαιτέρω άνοδο τα επόμενα χρόνια. Στο ερώτημα για τις προσδοκίες εξέλιξης των ενοικίων την επόμενη πενταετία, στο αρχικό κύμα της έρευνας το 2024, έξι στους δέκα ερωτηθέντες (59%) ανέμεναν περαιτέρω αύξηση των ενοικίων. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε κατά 10 μονάδες στην έρευνα του 2025, στο 69%, ενώ το μερίδιο των ερωτηθέντων που πιστεύουν ότι τα ενοίκια θα μειωθούν μεσοπρόθεσμα συρρικνώθηκε από 14% σε μόλις 8%.

Διαβάστε ακόμη 

Fitch Ratings: Γιατί δεν φοβάται σημαντική αύξηση στην τιμή του πετρελαίου

Σαρωτικός έλεγχος στα Airbnb: Η εφορία ανοίγει τα στοιχεία από τις πλατφόρμες

Κρίση στη Μέση Ανατολή: Γιατί το δολάριο επιστρέφει ως το ισχυρότερο ασφαλές καταφύγιο των αγορών

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα