Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος πότε θα τελειώσει το ελληνικό δράμα αφού δεν είναι σαφές ποιος έχει τον έλεγχο στις διαπραγματεύσεις, επισημαίνει σε δημοσίευμά της η Wall Street Journal επισημαίνοντας πως οι θέσεις έχουν σκληρύνει τόσο που ο συμβιβασμός φαίνεται πλέον κάτι αδύνατο να επιτευχθεί.
Ο αρθρογράφος του κειμένου επισημαίνει ότι την προηγούμενη εβδομάδα όλοι πίστευαν ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στη Βουλή θα έδειχνε πιο πρόθυμος να αποδειχτεί τους όρους των δανειστών για την επίτευξη συμφωνίας. Αντ ‘αυτού, χαρακτήρισε την πρόταση παράλογη και δεσμεύθηκε να απορρίψει πολλά από τα βασικά αιτήματα της.
Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο γνωστός δημοσιογράφος Σάιμον Νίξον, το πρόβλημα υπάρχει και στις δύο πλευρές. Οι πιστωτές της Ελλάδας είχαν υποτιμήσει το μέγεθος των αντιδράσεων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ενώ ο κ. Τσίπρας από την πλευρά του φαίνεται να υπερεκτίμησε την ευελιξία που θεωρούσε πως θα λάβει από τους δανειστές, τους θεσμούς και τις 17 κυβερνήσεις της Ευρωζώνης.
Κατά τον Νίξον η διαφορά αυτή είναι εν μέρει ουσίας. Οι πιστωτές, επιμένουν ότι οι βαθιές μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις και στο δημόσιο τομέα είναι απαραίτητες για να διορθωθούν τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα έτη στην Αθήνα.
Εάν η Ελλάδα, είχε ακόμα το δικό της νόμισμα, θα μπορούσε να διογκώσει αυτό το πρόβλημά. Αλλά από την στιγμή που είναι μέρος της Ευρωζώνης, ο μοναδικός τρόπος για επαναφέρει τους μισθούς και τις συντάξεις σε βιώσιμα επίπεδα είναι να ακολουθήσει μια εσωτερική υποτίμηση.
Ο αρθρογράφος, σχολιάζει πως οι πιστωτές υποστηρίζουν πως οι διαδοχικές κυβερνήσεις επέλεγαν κάθε φορά να αυξάνουν τη φορολογία αντί να κάνουν μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα και τις συντάξεις. Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν το αδιόρθωτο συνταξιοδοτικό σύστημα για να αντισταθμίσουν την έλλειψη ενός σύγχρονου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και να οδηγούν πολλούς δημόσιους υπαλλήλους σε πρόωρη συνταξιοδότηση, αντί να τους απολύουν. Αυτό, επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά.
Για τους πιστωτές, οι μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν να διευρύνουν τη φορολογική βάση και θέτουν το συνταξιοδοτικό σύστημα σε βιώσιμη βάση, μπορούν να οδηγήσουν σε μια μακροπρόθεσμη ανάκαμψη της Ελλάδας και να μετατρέψουν την υπάρχουσα κρίση σε ευκαιρία. Αν, όμως, η Αθήνα δεν πειστεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις, τότε πότε θα το κάνει διερωτάται ο Νίξον.
Αλλά η Αθήνα βλέπει τα πράγματα πολύ διαφορετικά σπεύδει να σχολιάσει ο αρθρογράφος. Υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις και τους μισθούς που απαιτούνται από το ΔΝΤ θα επαναφέρουν την Ελλάδα στην ύφεση.
Για τον Νίξον οι διαφορές αυτές μπορούν να γεφυρωθούν αν οι δύο πλευρές καταλήξουν σε μια συμφωνία για την ελάφρυνση του χρέους. Το θέμα είναι ότι η Αθήνα ζητάει η διαδικασία να είναι παράλληλη: διαγραφή χρέους και μεταρρυθμίσεις, ενώ οι πιστωτές ζητούν να προηγηθούν οι δομικές αλλαγές και αυτό διότι δεν εμπιστεύονται την ελληνική πλευρά.
Το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση εξαρτάται από τη στάση του ΔΝΤ. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει επικριθεί έντονα από την Αθήνα για την αδιάλλακτη στάση του ως προς τις μεταρρυθμίσεις, αλλά και από την Κομισιόν για το γεγονός ότι επιμένει στην αναδιάρθρωση του χρέους, κάτι που θεωρείται πολιτικά μη ρεαλιστικό. Την περασμένη εβδομάδα το ΔΝΤ φάνηκε να λυγίζει κάτω από την πίεση, αλλά τελικά ο κ. Λαγκάρντ σκλήρυνε με τη σειρά της τη στάση της, αντανακλώντας ίσως τις ανησυχίες των μελών του ΔΝΤ.
Ο Νίξον καταλήγει ότι το διακύβευμα δεν θα μπορούσε να είναι υψηλότερο. Αν η Ελλάδα καταλήξει στην έξοδο από την Ευρωζώνη, το ΔΝΤ θα βρεθεί κάθεται πάνω σε μια γιγαντιαία απώλεια, η οποία θα καταστρέψει την αξιοπιστία της ως ασφαλέστερος δανειστής του κόσμου. Από την άλλη πλευρά, αν η μικροπολιτική προσφέρει μια συμφωνία, αναγκάσει την Ελλάδα να εφαρμόσει εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις και εξασφαλίζει μια δέσμευση από την Ευρωζώνη για μια μελλοντική αναδιάρθρωση του χρέους, αυτό μπορεί να είναι προς χάριν της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.