Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανιχνεύουν τις χρηματοοικονομικές και στρατηγικές συνέπειες μιας ελληνικής εξόδου, γράφει σε άρθρο της με την υπογραφή του Stephen Fidler, η Wall Street Journal.
Πόσο μετράει η Ελλάδα για την Ευρώπη; Αυτό είναι ένα ερώτημα που βρίσκεται στα χείλη των Ευρωπαίων αξιωματούχων, καθώς εντείνονται οι συζητήσεις για το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, αναφέρει το άρθρο.
Η απάντηση έχει μεγάλη σημασία γιατί βοηθά στο να δούμε ως πού μπορούν να φτάσουν οι χώρες – μέλη, προκειμένου να καλύψουν τις απαιτήσεις του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα ή αν θα καταλήξουν σε μια θέση που θα μπορούσε να διώξει την Ελλάδα από το ευρώ και – πιθανόν – και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για τον Γουίνστον Τσώρτσιλ, η Ελλάδα με τις “αθάνατες δόξες της”, όπως είχε πει στην περίφημη ομιλία του το 1946, όπου έκανε λόγο για πρώτη φορά για το Σιδηρούν Παραπέτασμα, ήταν σημεντική για συναισθηματικούς και στρατηγικούς λόγους, αναφέρει ο Fidler. Κι όταν τέλειωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, έστειλε βρετανικά στρατεύματα να πολεμήσουν τους αντάρτες κομμουνιστές, ώστε να μην μπει η Ελλάδα κάτω από τη σοβιετική κυριαρχία.
Αργότερα, είχε γράψει “οι σπασμοί της Ελλάδας μπορεί να φαίνονται μικρής σημασίας, αλλά οι Ελληνες στάθηκαν στο νευραλγικό κέντρο της εξουσίας, του δικαίου και της ελευθερίας στον Δυτικό κόσμο”.
Τώρα, 70 χρόνια μετά, ισχύει ο ίδιος συνδυασμός συναισθηματικής και στρατηγικής σημασίας που οδήγησε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να διασφαλίσουν την παραμονή της Ελλάδας στη Δύση και στην ΕΡ, υποστηρίζει ο αρθρογράφος.
“Η Ελλάδα μπήκε στην ΕΕ λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας το 1981, με το επιχείρημα ότι ήταν η Ελλάδα που είχε γεννήσει τη Δημοκρατία και ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ΕΕ, χωρίς το ‘λίκνο της Δημοκρατίας'”, αναφέρει ο Jonathan Eyal του βρετανικού think tank, Royal United Services Institute. Δυο δεκαετίες μετά η Ελλάδα μπήκε και στην Ευρωζώνη, αν και ήταν ελάχιστοι εκείνοι που πίστευαν ότι τα στατιστικά της και τα οικονομικά της στοιχεία, τής επέτρεπαν να κάνει κάτι τέτοιο.
Η Ελλάδα έχει μόλις 11 εκατομμύρια πληθυσμό και αντιπροσωπεύει το 2% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Αλλά, όπως λέει ο Eyal “οι Ελληνες πάντα ήταν ικανοί να πείσουν ότι είναι πιο σημαντικοί από αυτό που δείχνει το μέγεθος της χώρας και η οικονομία τους”.
Η γερμανία φαίνεται όμως πως κουράστηκε από αυτή την έπαρση. Λίγο πριν η Μέρκελ κλείσει τη συζήτηση για την Ελλάδα το 2012, κάποιοι Γερμανοί αξιωματούχοι ανέπτυξαν μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι απείθαρχοι Ελληνες απειλούσαν να βουλιάξουν το καράβι της ευρωζώνης. Αν Η Ελλάδα έφευγε, τότε το καράβι θα μπορούσε να επιπλεύσει και να σωθεί.
Αυτή η άποψη σταμάτησε να ακούγεται όταν έγινε αντιληπτό ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Ευρωζώνη θα έδινε την εντύπωση ενός “συμβατικού γάμου” για λόγους “βολέματος” όπου κάποιος μπαίνει και βγαίνει κατά βούληση. Κάτι τέτοιο θα είχε μεγάλο κόστος για τα άλλα μέλη, αφού οι επενδυτές θα ζητούσαν μεγαλύτερα επιτόκια ώστε να χρηματοδοτήσουν τις πιο αδύναμε ς χώρες, επιτόκια που θα μπορούσαν να αυξηθούν σε απαγορευτικά επίπεδα κάθε φορά που υπήρχε κίνδυνος να ξεσπάσει κρίση. Αυτό το πιθανό κόστος από μια έξοδο της Ελλάδας παραμένει, αν και οι αναλυτές πιστεύουν ότι οι άμεσες επιπτώσεις θα είναι πιο περιορισμένες από το 2012.
Πέρυσι, βέβαια, ανέκυψε κι ένας άλλος κίνδυνος που μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς: η πιθανότητα να επωφεληθεί ο Βλαντιμίρ Πούτιν από τη ρήξη της Ελλάδας με τους εταίρους της. Ο Πούτιν έκανε και άνοιγμα προς τον Τσίπρα και του απηύθυνε πρόσκληση.
Όπως είπα και ένας αξιωματούχος στις Βρυξέλλες, η Ελλάδα είναι ένα σαν ένα σκάφος στη μέση της Μεσογείου. Το να τη χάσουμε θα είναι “αδιανόητο”.
Για άλλους, οι στρατηγικές συνέπειες θα είναι αμελητέες. Κατά τον Eyal θα είχε συνέπειες αν έφευγε η Ελάδα, ωστόσο η χώρα ήδη λειτουργεί ως “αγκάθι” στα πλευρά της ΕΕ, καθώς αντιστέκεται σε θέματα όπως Κύπρος, Σκόπια και άλλα θέματα.
Η ελληνική πολιτική τάξη δεν έχει δείξει ποτέ την αλληλεγγύη που ζητά από τους άλλους να δείξουν, προσθέτει ο Eyal.
Όποια κι αν είναι η αλήθεια, η είσοδος στο ευρώ αποκάλυψε τις αδυναμίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που ακόμα καταφέρνει να ταράζει και τους εταίρους και τον ίδιο τον λαό.
Το πελατειακό σύστημα παραμένει στο επίκεντρο ακόμα και σήμερα.
Το ερώτημα που απευθύνουν οι Ευρωπαίοι είναι το αν ο Τσίπρας αντιπροσωπεύει το τέλος αυτού του πελατειακού συστήματος ή αν θα μπει κι αυτός στην πάγια λογική “τώρα είμαστε εμείς στα πράγματα”.
Αν συμβεί το πρώτο, οι εταίροι της Ελλάδας θα είναι πιο πρόθυμοι να ακούσουν τα αιτήματά του για στροφή σε ουσιαστική μεταρρύθμιση. Αν όμως συμβεί το δεύτερο, τελικά θα αναλάβουν το ρίσκο να πουν αντίο στην Ελλάδα.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.