Κάτω από τον ήλιο ενός ήπιου καλοκαιρινού πρωινού στο Betty’s Bay, στις ακτές της Νότιας Αφρικής, μια αποικία πιγκουίνων στέκεται ακίνητη, με τις λευκές κοιλιές στραμμένες προς το φως. Πρόκειται για αφρικανικούς πιγκουίνους, ένα μικρότερο είδος που, σε αντίθεση με τους πολικούς συγγενείς του, έχει προσαρμοστεί στη ζέστη και στα εύκρατα παράκτια νερά της Νότιας Αφρικής και της Ναμίμπιας.

Παρά τη γοητεία τους και το έντονο τουριστικό ενδιαφέρον που προσελκύουν κάθε χρόνο, οι αφρικανικοί πιγκουίνοι εξαφανίζονται με ανησυχητικό ρυθμό. Το 2024 κατατάχθηκαν ως άκρως απειλούμενο είδος από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης, ενώ σήμερα εκτιμάται ότι στη φύση απομένουν λιγότερα από 10.000 αναπαραγωγικά ζευγάρια.

Κομβικό ρόλο στην προσπάθεια διάσωσης διαδραματίζει το Νοτιοαφρικανικό Ίδρυμα για την Προστασία των Παράκτιων Πτηνών (SANCCOB), μία από τις παλαιότερες οργανώσεις προστασίας θαλάσσιων πτηνών στη χώρα. Από την ίδρυσή του το 1968, το SANCCOB έχει αποκτήσει διεθνή φήμη για το έργο του στην περίθαλψη και αποκατάσταση των αφρικανικών πιγκουίνων. Όπως εξηγεί η υπεύθυνη αποκατάστασης Τζέιντ Σούκου, τα πτηνά που φτάνουν στο κέντρο συχνά είναι βαριά τραυματισμένα και εξαντλημένα, ανίκανα να επιβιώσουν στο φυσικό τους περιβάλλον.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, ο πληθυσμός των αφρικανικών πιγκουίνων έχει μειωθεί κατά περίπου 80%, εξαιτίας της ρύπανσης, της απώλειας ενδιαιτημάτων και κυρίως της έλλειψης τροφής. Πρόσφατη μελέτη ανέδειξε την ασιτία ως βασική αιτία θανάτου. Η έρευνα, σε συνεργασία του Υπουργείου Δασών, Αλιείας και Περιβάλλοντος της Νότιας Αφρικής με το Πανεπιστήμιο του Έξετερ, κατέδειξε ότι πάνω από 60.000 πτηνά πέθαναν από υποσιτισμό μεταξύ 2004 και 2011 στα νησιά Robben και Dassen, κρίσιμες περιοχές αναπαραγωγής.

Οι αφρικανικοί πιγκουίνοι τρέφονται κυρίως με μικρά κοπαδόψαρα, όπως σαρδέλες και γαύρους. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή και η εντατική εμπορική αλιεία έχουν αποδεκατίσει τα ιχθυαποθέματα. Στις ακτές της Νότιας Αφρικής, οι σαρδέλες σπανίζουν ολοένα και περισσότερο, αναγκάζοντας τους πιγκουίνους να διανύουν μεγαλύτερες αποστάσεις στη θάλασσα για να βρουν τροφή, με σοβαρές επιπτώσεις τόσο στους ενήλικες όσο και στους νεοσσούς.

Η ίδια εικόνα καταγράφεται και στη Ναμίμπια, όπου η άνοδος της θερμοκρασίας των ωκεανών, οι αλλαγές στην αλατότητα και η υπεραλίευση έχουν οδηγήσει σχεδόν στην εξαφάνιση της σαρδέλας. Όπως τονίζει η Ρόμπιν Φρέιζερ-Νόουλς από το SANCCOB, η αλιεία είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία, αλλά χωρίς περιορισμούς απειλεί να καταστρέψει ολόκληρα οικοσυστήματα.

Στις σύγχρονες εγκαταστάσεις του SANCCOB, πιγκουίνοι και άλλα θαλάσσια πτηνά λαμβάνουν 24ωρη φροντίδα για τραυματισμούς, ασθένειες και ρύπανση από πετρέλαιο. Μόνο πέρυσι, το κέντρο περιέθαλψε 948 πιγκουίνους, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν εξαιρετικά αδύνατοι. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενήλικου πιγκουίνου που ζύγιζε μόλις 1,9 κιλά, λιγότερο από το μισό του φυσιολογικού του βάρους.

Στο εργαστήριο του SANCCOB, πέτρες που βρέθηκαν στα στομάχια νεοσσών λειτουργούν ως σκληρή υπενθύμιση της κρίσης. Οι γονείς, σε απόγνωση από την έλλειψη τροφής, κατέληγαν να ταΐζουν τα μικρά τους με πέτρες, εμποδίζοντας την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών. Παράλληλα, η εγκατάλειψη αυγών και νεοσσών αυξάνεται, καθώς οι γονείς αναγκάζονται να λείπουν περισσότερο στη θάλασσα αναζητώντας τροφή ή χάνονται από θηρευτές.

Ο υποσιτισμός επηρεάζει ακόμη και την ετήσια πτερόρροια των πιγκουίνων. Όπως εξηγεί ο κτηνίατρος του SANCCOB, Ντέιβιντ Ρόμπερτς, χωρίς επαρκή αποθέματα λίπους οι πιγκουίνοι δεν μπορούν να αντέξουν την περίοδο νηστείας που απαιτείται για την αλλαγή φτερών, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις ή πλήρη αποτυχία της διαδικασίας.

Οι απειλές πολλαπλασιάζονται: τραυματισμοί από ρύπανση και πλαστικά, επιθέσεις από φώκιες και καρχαρίες, ηχορύπανση και κίνδυνοι από τη ναυσιπλοΐα. Σε όλα αυτά προστίθενται ασθένειες όπως η υψηλής παθογονικότητας γρίπη των πτηνών και η ελονοσία των πτηνών.

Σημαντικές νίκες και το μέλλον

Παρά τη ζοφερή εικόνα, υπάρχουν και θετικές εξελίξεις. Τον Μάρτιο του περασμένου έτους συμφωνήθηκε η δημιουργία ζωνών μη αλιείας γύρω από έξι κρίσιμες αποικίες αναπαραγωγής στη Νότια Αφρική για μία δεκαετία. Οι προστατευόμενες αυτές θαλάσσιες περιοχές απαγορεύουν κάθε εξορυκτική δραστηριότητα και, σύμφωνα με τα δεδομένα, μπορούν να σταθεροποιήσουν τους πληθυσμούς, όπως στο Robben Island έως το 2033.

Από το 2006, το πρόγραμμα ενίσχυσης νεοσσών του SANCCOB έχει επανεντάξει πάνω από 10.000 πιγκουίνους στη φύση, ενώ το 2021 δημιουργήθηκε η πρώτη τεχνητή προστατευόμενη αποικία πιγκουίνων στον κόσμο, στο καταφύγιο De Hoop, όπου ήδη καταγράφεται αναπαραγωγή.

Η Φρέιζερ-Νόουλς υπογραμμίζει ότι η επιβίωση του είδους τα επόμενα χρόνια εξαρτάται από τη σταθεροποίηση των άγριων αποικιών, την επέκταση των ζωνών μη αλιείας και τη μείωση των ποσοστώσεων αλιείας. Τονίζει επίσης τον ρόλο των καταναλωτών, σημειώνοντας ότι οι αφρικανικοί πιγκουίνοι αποτελούν είδος-δείκτη για την υγεία του οικοσυστήματος. Αν δεν εξασφαλιστεί η τροφή τους, το πρόβλημα δεν θα σταματήσει σε αυτούς, αλλά θα επηρεάσει τελικά και τον άνθρωπο.

Διαβάστε ακόμη 

Διπλωματική μάχη για τον Κάθετο Διάδρομο – Tι περιμένει η ελληνική task force από τη συνάντηση στον Λευκό Οίκο

ΔΕΗ: Το νέο deal στις μπαταρίες και η είσοδος σε τεχνολογίες αποθήκευσης νέας γενιάς

Θέατρο στην Αθήνα: 6 παραστάσεις που ξεχωρίζουν 

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα