Η νέα ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή οδηγεί ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις σε έκτακτες παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια. Μέσα σε λίγους μήνες, δεκάδες χώρες επέλεξαν να περιορίσουν φόρους και επιβαρύνσεις που επηρεάζουν άμεσα το τελικό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, επιχειρώντας να απορροφήσουν μέρος των συνεπειών από το νέο κύμα ακρίβειας.
Η τάση αυτή εξαπλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στην Ευρώπη, όπου σχεδόν οι μισές από τις χώρες που προχώρησαν σε φορολογικές παρεμβάσεις βρίσκονται εντός της ηπείρου. Συνολικά, 19 ευρωπαϊκά κράτη έχουν υιοθετήσει μειώσεις φόρων ή άλλα μέτρα παρέμβασης στην αγορά ενέργειας, σε μια προσπάθεια να ανακόψουν τις επιπτώσεις από την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η επιλογή αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις συνεχείς παραινέσεις διεθνών οργανισμών και ευρωπαϊκών θεσμών, που ζητούν πιο περιορισμένες και στοχευμένες παρεμβάσεις ώστε να προστατευθούν τα δημόσια οικονομικά από νέα δημοσιονομική επιβάρυνση.
Πίεση στα δημόσια οικονομικά
Οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που δημιουργεί η εκτεταμένη χρήση οριζόντιων μέτρων ενίσχυσης γίνονται όλο και πιο έντονες. Η ανησυχία επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι πολλές χώρες εισέρχονται σε αυτή τη νέα ενεργειακή κρίση με ήδη αυξημένα επίπεδα δημόσιου χρέους και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.
Η βασική κριτική απέναντι στις γενικευμένες φοροελαφρύνσεις είναι ότι συχνά δεν κατευθύνονται σε όσους έχουν πραγματικά μεγαλύτερη ανάγκη. Τα οριζόντια μέτρα, όπως οι μειώσεις ΦΠΑ ή οι μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, ευνοούν συνολικά όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως εισοδήματος, αυξάνοντας το κόστος για τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, αρκετοί οικονομικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι τέτοιες πολιτικές λειτουργούν τελικά αντιπαραγωγικά. Όταν μειώνεται τεχνητά το κόστος της ενέργειας, περιορίζεται το κίνητρο των καταναλωτών να μειώσουν την κατανάλωση ή να στραφούν σε καθαρότερες μορφές ενέργειας και τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών.
Δισεκατομμύρια σε επιδοτήσεις και φοροελαφρύνσεις
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν ήδη κινητοποιήσει δισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη καταναλωτών και επιχειρήσεων. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κατευθύνεται σε μη στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως μειώσεις φόρων στην ενέργεια και επιδοτήσεις που εφαρμόζονται οριζόντια.
Η Γερμανία έχει διαθέσει περίπου 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ για τη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, επιδιώκοντας να περιορίσει το κόστος μετακίνησης και μεταφορών. Η Ισπανία ακολούθησε διαφορετική στρατηγική, δαπανώντας περίπου 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ για μειώσεις στον ΦΠΑ της ενέργειας.
Στην Ιταλία παρατάθηκε η προσωρινή μείωση κατά 20% στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων, ένα μέτρο που κόστισε περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ σε διάστημα μόλις 45 ημερών. Ωστόσο, η Ρώμη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με το δίλημμα αν θα συνεχίσει τη στήριξη, παρά τις πιέσεις που προκαλεί το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα.
Σε αρκετές χώρες εφαρμόστηκαν επίσης ανώτατα όρια τιμών ή περιορισμοί στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών λιανικής πώλησης καυσίμων, σε μια προσπάθεια να ανακοπεί η εκρηκτική άνοδος των τιμών για τους καταναλωτές.
Η σύγκρουση με την πράσινη μετάβαση
Η στρατηγική των γενικευμένων επιδοτήσεων δημιουργεί παράλληλα έντονη σύγκρουση με τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να επιταχύνει τη στροφή προς την ηλεκτροκίνηση, τις αντλίες θερμότητας και τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουν παρουσιαστεί προτάσεις για χαμηλότερη φορολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τα παραδοσιακά καύσιμα, ώστε να ενισχυθούν οι καθαρές τεχνολογίες. Ωστόσο, η πρακτική πολλών κυβερνήσεων να μειώνουν φόρους σε βενζίνη και πετρέλαιο θεωρείται ότι αποδυναμώνει το μήνυμα της ενεργειακής μετάβασης.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η τεχνητή συγκράτηση των τιμών στα ορυκτά καύσιμα μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση και να οδηγήσει τελικά σε ακόμη υψηλότερες τιμές στις διεθνείς αγορές, περιορίζοντας τα οφέλη για τους ίδιους τους καταναλωτές.
Γαλλία και Πορτογαλία προβάλλονται συχνά ως παραδείγματα πιο στοχευμένης πολιτικής παρέμβασης. Η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε να επικεντρώσει τη στήριξη σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους, όπως οι αγρότες, οι μεταφορές και η αλιεία, αντί να εφαρμόσει οριζόντιες μειώσεις φόρων για το σύνολο των καταναλωτών.
Την ίδια στιγμή, το Παρίσι συνεχίζει να αυξάνει τα κίνητρα για ηλεκτροκίνηση και καθαρές μορφές ενέργειας, επιχειρώντας να συνδυάσει τη βραχυπρόθεσμη στήριξη με τους μακροπρόθεσμους στόχους της πράσινης μετάβασης.
Παρά τις προειδοποιήσεις, πολλές κυβερνήσεις εξακολουθούν να επιλέγουν πολιτικές άμεσης ανακούφισης των πολιτών, καθώς η κοινωνική πίεση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος εντείνεται. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η σύγκρουση ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία, την κοινωνική στήριξη και την πράσινη μετάβαση γίνεται όλο και πιο έντονη στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.
Διαβάστε ακόμη
Νέος Πολεοδομικός Σχεδιασμός σε όλη τη χώρα: Ποιες ανατροπές έρχονται στην οικοδόμηση (pics)
Αεροδρόμιο Ντουμπάι: Ισχυρό πλήγμα από τον πόλεμο στο Ιράν – «Βουτιά» στην επιβατική κίνηση
Σχεδόν 1.000 εμπορικά πλοία παραμένουν στον Περσικό Κόλπο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
