Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Αντιμέτωπη με έναν ιδιαίτερα απαιτητικό χειμώνα βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου υποχωρούν στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί για τη συγκεκριμένη εποχή εδώ και 15 χρόνια, την ώρα που οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι αυξημένες τιμές ενέργειας περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών.

Σύμφωνα με νέα ανάλυση του Ινστιτούτου Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών της Ενέργειας (IEEFA), η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να περιορίσει τη χειμερινή κατανάλωση φυσικού αερίου κατά 7%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 14 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, προκειμένου να αντισταθμίσει τις πιέσεις που δημιουργούν τα περιορισμένα αποθέματα.

Η προειδοποίηση έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, καθώς η αγορά προετοιμάζεται για την περίοδο αυξημένης ζήτησης, ενώ το κόστος προμήθειας φυσικού αερίου παραμένει επιβαρυμένο από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Στο 72,4% οι αποθήκες – Το χαμηλότερο επίπεδο από το 2011

Η εικόνα των ευρωπαϊκών αποθεμάτων αποτυπώνει το μέγεθος της πρόκλησης. Στις 3 Οκτωβρίου 2026, η πληρότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου στην ΕΕ διαμορφωνόταν στο 72,4%, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο από το 2011, όταν ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των σχετικών στοιχείων.

Με βάση τις εκτιμήσεις του IEEFA, οι αποθηκευμένες ποσότητες θα μπορούσαν να προσφέρουν στην ευρωπαϊκή αγορά 7,3 δισ. κυβικά μέτρα λιγότερου φυσικού αερίου σε σύγκριση με τον προηγούμενο χειμώνα.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις για την περίοδο Νοεμβρίου 2026 – Μαρτίου 2027, όταν η ζήτηση για θέρμανση και ηλεκτροπαραγωγή αυξάνεται και η αγορά στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ποσότητες που έχουν αποθηκευτεί κατά τους θερμότερους μήνες.

Εφόσον οι καιρικές συνθήκες οδηγήσουν σε μεγαλύτερη κατανάλωση, οι ανάγκες κάλυψης της ζήτησης θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω τον ανταγωνισμό για διαθέσιμες ποσότητες φυσικού αερίου, σύμφωνα με το ceenergynews.

Πόλεμος στο Ιράν και ρωσικό LNG αυξάνουν το κόστος

Στην ήδη επιβαρυμένη εικόνα προστίθενται δύο ακόμη παράγοντες που επηρεάζουν τις προοπτικές της ευρωπαϊκής αγοράς: η άνοδος των τιμών εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν και η επικείμενη πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τον Ιανουάριο του 2027, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση.

Η συνδυασμένη επίδραση αυτών των εξελίξεων αυξάνει την αβεβαιότητα γύρω από την επάρκεια των διαθέσιμων ποσοτήτων και το κόστος με το οποίο η Ευρώπη θα μπορέσει να εξασφαλίσει πρόσθετες προμήθειες.

Το IEEFA υπολογίζει ότι η κάλυψη του ελλείμματος μέσω επιπλέον εισαγωγών θα μπορούσε να επιβαρύνει την ευρωπαϊκή αγορά με περίπου 3 δισ. ευρώ.

Μάλιστα, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η προμήθεια της συγκεκριμένης ποσότητας φυσικού αερίου θα ήταν κατά 12% ακριβότερη σε σχέση με το 2025, επιτείνοντας τις οικονομικές πιέσεις σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Η πρόκληση δεν περιορίζεται, ωστόσο, στους χειμερινούς μήνες. Εάν οι αποθήκες κλείσουν τη φετινή περίοδο με ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα πληρότητας, η Ευρώπη θα χρειαστεί να αγοράσει μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου το καλοκαίρι του 2027, ώστε να αναπληρώσει τα αποθέματά της πριν από τον επόμενο χειμώνα.

Αυτό θα μπορούσε να διατηρήσει την πίεση στις τιμές ακόμη και σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση είναι παραδοσιακά χαμηλότερη.

Από τις αποθήκες καλύπτεται έως και το ένα τρίτο της χειμερινής κατανάλωσης

Η ανάλυση αναδεικνύει παράλληλα την αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου, οι οποίες διαδραματίζουν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών κατά τη χειμερινή περίοδο.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που επικαλείται το IEEFA, η συμβολή των αποθηκευμένων ποσοτήτων στη χειμερινή κατανάλωση αυξήθηκε από 25% την περίοδο 2021-2022 σε 30% την περίοδο 2025-2026.

Ενδιάμεσα, τον χειμώνα 2024-2025, το αντίστοιχο ποσοστό είχε φτάσει στο 33%, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι αποθήκες αποτελούν πλέον βασικό μηχανισμό εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης, ιδιαίτερα όταν οι καιρικές συνθήκες ή οι διεθνείς εξελίξεις προκαλούν αναταράξεις στην αγορά.

Επιβραδύνεται η αναπλήρωση των αποθεμάτων

Την ίδια στιγμή, η διαδικασία πλήρωσης των αποθηκών κατά τους θερινούς μήνες παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, περιορίζοντας τα περιθώρια προετοιμασίας για την περίοδο υψηλής κατανάλωσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι ποσότητες φυσικού αερίου που διοχετεύθηκαν στις ευρωπαϊκές αποθήκες μειώθηκαν κατά 30% μεταξύ 2022 και 2025.

Η υποχώρηση συνεχίστηκε και το 2026, καθώς οι εισροές κατά το τρίμηνο Απριλίου – Ιουνίου ήταν μειωμένες κατά 16% σε ετήσια βάση.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί την ενεργειακή της επάρκεια σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, όπου οι διεθνείς τιμές και η διαθεσιμότητα φορτίων LNG μπορούν να μεταβληθούν σημαντικά.

IEEFA: Η απάντηση δεν είναι περισσότερες υποδομές φυσικού αερίου

Παρά την αυξανόμενη σημασία των αποθηκών, το IEEFA προειδοποιεί ότι η κατάσταση δεν θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για έναν νέο κύκλο επενδύσεων σε υποδομές φυσικού αερίου.

Αντίθετα, εκτιμά ότι οι σημερινές πιέσεις αποκαλύπτουν το οικονομικό κόστος της συνεχιζόμενης εξάρτησης της Ευρώπης από το φυσικό αέριο και την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ινστιτούτο προτείνει την ενίσχυση των επενδύσεων σε αντλίες θερμότητας, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, εξηλεκτρισμό της βιομηχανίας και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις, σύμφωνα με την έκθεση, μπορούν να μειώσουν τις αιχμές της χειμερινής ζήτησης, περιορίζοντας την ανάγκη για μεγάλες ποσότητες εισαγόμενου φυσικού αερίου σε περιόδους αυξημένης κατανάλωσης.

Παράλληλα, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στις έντονες διακυμάνσεις των διεθνών ενεργειακών τιμών.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εξασφάλιση περισσότερων προμηθειών, αλλά και από τη δυνατότητα περιορισμού της ζήτησης.

Με τις αποθήκες σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για την εποχή και το διεθνές περιβάλλον να παραμένει ασταθές, ο φετινός χειμώνας αναδεικνύεται σε ακόμη μία δοκιμασία για την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική.