search icon

Newmoney Energy

Ενεργειακή κρίση: Ποιος ευθύνεται για το νέο κύμα ακρίβειας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Η παγκόσμια αγορά diesel δέχεται ισχυρό πλήγμα από τις πολεμικές συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή - Η μειωμένη προσφορά, οι περιορισμένες εξαγωγές και οι υψηλές τιμές αυξάνουν τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων

Η παγκόσμια αγορά diesel βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα σοβαρή αναταραχή, καθώς οι επιπτώσεις δύο πολέμων συμπιέζουν την προσφορά και ωθούν τις τιμές σε επίπεδα που προκαλούν έντονη ανησυχία για την πορεία του πληθωρισμού. Η κρίση δεν περιορίζεται πλέον στη Ρωσία ή στη Μέση Ανατολή, αλλά μεταφέρεται στις μεταφορές, στις επιχειρήσεις και τελικά στο κόστος των προϊόντων για τους καταναλωτές.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εξελίξεις στον πόλεμο στην Ουκρανία και η σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ με το Ιράν. Παρότι οι δύο κρίσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, το κοινό τους αποτέλεσμα είναι η σημαντική συρρίκνωση των διαθέσιμων ποσοτήτων πετρελαϊκών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδώσει σημαντικό μέρος της ευθύνης στην Ουκρανία, λόγω των επιθέσεων με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επικρίνει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, υποστηρίζοντας ότι οι επιθέσεις δημιουργούν επιπλέον προβλήματα στη διεθνή αγορά και αφήνοντας παράλληλα να εννοηθεί ότι μια διαφορετική πολιτική ηγεσία στο Κίεβο θα μπορούσε να διευκολύνει μια συμφωνία.

Ωστόσο, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η μεγαλύτερη διαταραχή στην παγκόσμια προσφορά diesel προέρχεται από τη Μέση Ανατολή. Η πολεμική σύγκρουση και η αναστάτωση στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν περιορίσει τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων από χώρες του Περσικού Κόλπου.

Ένα εκατομμύριο βαρέλια λιγότερα

Η εξέλιξη αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία της παγκόσμιας αγοράς. Το 2025 οι διεθνείς εξαγωγές diesel ανέρχονταν σε περίπου 6,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Τον Σεπτέμβριο του 2026, όμως, είχαν υποχωρήσει στα περίπου 5,8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.

Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, δηλαδή, χάθηκε περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως από τη διεθνή προσφορά. Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή οι διεθνείς εμπορικές ροές καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας κατανάλωσης diesel.

Όσο μικρότερες είναι οι διαθέσιμες ποσότητες, τόσο αυξάνεται η πίεση στις τιμές. Και ήδη οι καταναλωτές σε μεγάλες αγορές βλέπουν το κόστος του καυσίμου να απομακρύνεται σημαντικά από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μέση λιανική τιμή του diesel έφτασε στις 5 Οκτωβρίου τα 6,20 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι περίπου 3,50 δολαρίων πριν από τον πόλεμο με το Ιράν. Στη Βρετανία, η τιμή πλησίασε τις 199 πένες ανά λίτρο, αγγίζοντας επίσης ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Το χτύπημα στις ρωσικές εξαγωγές

Η Ρωσία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς πετρελαϊκών προϊόντων στον κόσμο. Οι επιθέσεις όμως που έχουν πραγματοποιηθεί σε εγκαταστάσεις διύλισης έχουν περιορίσει δραστικά την παραγωγική της δυνατότητα και, κατ’ επέκταση, τις ποσότητες diesel που φτάνουν στις διεθνείς αγορές.

Οι ρωσικές εξαγωγές diesel ανέρχονταν περίπου σε 810.000 βαρέλια ημερησίως το 2025. Τον Σεπτέμβριο του 2026 είχαν περιοριστεί σε μόλις 140.000 βαρέλια ημερησίως. Πρόκειται για απώλεια περίπου 670.000 βαρελιών την ημέρα.

Οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικά διυλιστήρια θεωρούνται ένας από τους βασικούς παράγοντες πίσω από αυτή τη μεγάλη πτώση. Η στρατηγική του Κιέβου στοχεύει στην υποβάθμιση κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, ώστε να περιοριστεί η δυνατότητα της Ρωσίας να παράγει και να εξάγει καύσιμα.

Οι επιπτώσεις όμως ξεπερνούν τα σύνορα της Ρωσίας. Όταν μειώνονται οι εξαγωγές από έναν τόσο σημαντικό παραγωγό, οι αγοραστές στρέφονται σε άλλες πηγές, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες και ενισχύοντας τις πιέσεις στις διεθνείς τιμές.

Ο Περσικός Κόλπος χάνει ακόμη περισσότερες ποσότητες

Το μεγαλύτερο πλήγμα, ωστόσο, καταγράφεται στις χώρες του Περσικού Κόλπου. Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Μπαχρέιν και Ομάν εξήγαγαν συνολικά περίπου 1,4 εκατομμύρια βαρέλια diesel ημερησίως το 2025.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, οι εξαγωγές τους είχαν μειωθεί περίπου στα 670.000 βαρέλια ημερησίως. Η απώλεια φτάνει έτσι περίπου τα 730.000 βαρέλια την ημέρα, ποσότητα που ξεπερνά την αντίστοιχη μείωση των ρωσικών εξαγωγών.

Η εξέλιξη συνδέεται με την έντονη αναστάτωση στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Οι επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή έχουν δυσκολέψει τη μεταφορά πετρελαϊκών προϊόντων.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η μερική αποκατάσταση των ροών αργού πετρελαίου δεν σημαίνει αυτομάτως και επιστροφή των εξαγωγών διυλισμένων προϊόντων στα προηγούμενα επίπεδα. Η αγορά του diesel εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ξεχωριστό πρόβλημα προσφοράς.

Γιατί το diesel απειλεί ξανά τον πληθωρισμό

Το diesel δεν αφορά μόνο τους οδηγούς και το κόστος μετακίνησης. Αποτελεί βασικό καύσιμο για φορτηγά, οδικές μεταφορές, επαγγελματικά οχήματα και μέρος της ναυτιλίας. Επομένως, κάθε σημαντική αύξηση της τιμής του μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού.

Ακριβότερη μεταφορά σημαίνει υψηλότερο κόστος για τη διανομή τροφίμων, πρώτων υλών και καταναλωτικών προϊόντων. Οι επιχειρήσεις καλούνται είτε να απορροφήσουν το πρόσθετο κόστος, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους τους, είτε να το μετακυλήσουν στις τελικές τιμές.

Έτσι, η άνοδος του diesel δημιουργεί νέο κίνδυνο πληθωριστικών πιέσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες προσπαθούν να αποφύγουν μια νέα επιτάχυνση του κόστους ζωής.

Δύο πόλεμοι, μία αγορά υπό πίεση

Η σύγκριση των απωλειών δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Η μείωση των εξαγωγών από τις χώρες του Περσικού Κόλπου υπολογίζεται περίπου σε 730.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ η αντίστοιχη απώλεια από τη Ρωσία φτάνει περίπου τα 670.000 βαρέλια.

Η διεθνής αγορά diesel βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα διπλό σοκ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία περιορίζει την προσφορά από έναν μεγάλο εξαγωγέα, ενώ η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει έναν ακόμη μεγαλύτερο όγκο προϊόντων και ταυτόχρονα δυσκολεύει τις θαλάσσιες μεταφορές.

Το αποτέλεσμα είναι μια παγκόσμια αγορά καυσίμων με λιγότερες διαθέσιμες ποσότητες και υψηλότερο κόστος, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο η ενεργειακή αναστάτωση να μετατραπεί σε ευρύτερο οικονομικό πρόβλημα. Και όσο παραμένουν ενεργές οι δύο πολεμικές εστίες, η αγορά diesel θα συνεχίσει να βρίσκεται σε καθεστώς αυξημένης πίεσης.

 

Exit mobile version