Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα με δύο ανοιχτούς λογαριασμούς: εκείνον της ακριβής ενέργειας και εκείνον της πολιτικής αδυναμίας να συμφωνήσει πώς θα τον περιορίσει. Για την Ελλάδα, η εκκρεμότητα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι ανατιμήσεις συναντούν χαμηλότερη αγοραστική δύναμη, εκτεταμένη ενεργειακή φτώχεια και επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να απορροφήσουν πρόσθετα έξοδα χωρίς να αυξήσουν τις τιμές τους.
Το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της 29ης Οκτωβρίου στο Λουξεμβούργο επιβεβαίωσε ότι υπάρχει κοινή αναγνώριση του προβλήματος, αλλά διαφορετική αντίληψη για τη λύση. Η συζήτηση για τις χρεώσεις δικτύου και τη φορολόγηση του ηλεκτρισμού συνεχίζεται, με στόχο κοινή προσέγγιση τον Δεκέμβριο. Η απόσταση ανάμεσα στην ανάγκη άμεσης ανακούφισης και στον χρόνο των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων παραμένει κρίσιμη.
Η ενέργεια ξαναφουντώνει τον πληθωρισμό
Η αναζωπύρωση των ανατιμήσεων αποτυπώνεται ήδη στους δείκτες. Τον Σεπτέμβριο, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,8%, από 3,2% τον Αύγουστο, ενώ οι τιμές ενέργειας αυξήθηκαν κατά 18,9%, έναντι 14,3% προηγουμένως. Στην Ελλάδα, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ανέβηκε στο 5,1% από 3,7%, καταγράφοντας εντονότερη επιδείνωση.
Ένα πρόσθετο στοιχείο δείχνει πόσο καθοριστικός είναι ο ενεργειακός παράγοντας: η ενέργεια πρόσθεσε 1,71 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό της ευρωζώνης τον Σεπτέμβριο, έναντι 1,29 μονάδων τον Αύγουστο. Αν αφαιρεθεί η ενέργεια, ο ετήσιος ρυθμός ήταν 2,3%. Η διαφορά αποτυπώνει την ισχύ του νέου κύματος και τον κίνδυνο να μεταφερθεί σταδιακά σε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες. Eurostat
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, αυτό μεταφράζεται σε μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα μετά την πληρωμή ρεύματος, θέρμανσης και μετακινήσεων. Για τις επιχειρήσεις, σημαίνει ακριβότερη παραγωγή, ψύξη, αποθήκευση και διανομή. Εάν απορροφήσουν τις αυξήσεις, περιορίζονται τα περιθώρια κέρδους και η ρευστότητα. Εάν τις μετακυλίσουν, κινδυνεύουν να χάσουν πελάτες που ήδη περιορίζουν τις αγορές τους.
Η συνέπεια είναι ένας φαύλος κύκλος: η ενέργεια αυξάνει τις τελικές τιμές, η ακρίβεια περιορίζει την κατανάλωση και η ασθενέστερη ζήτηση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων. Οι μικρότερες επιχειρήσεις, με περιορισμένη χρηματοδοτική αντοχή, έχουν λιγότερα περιθώρια προσαρμογής.
Το ελληνικό μειονέκτημα
Η νέα πίεση βρίσκει τη χώρα με ήδη αυξημένη κοινωνική ευαλωτότητα. Το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα αδυνατούσε το 2025 να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, έναντι 8,8% στην ΕΕ. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Η επάρκεια θέρμανσης συνδέεται τόσο με το εισόδημα και τις τιμές όσο και με την κατάσταση του κτιρίου.
Αυτό σημαίνει ότι μια νέα αύξηση στον λογαριασμό δεν αντιμετωπίζεται από όλους με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους συνεπάγεται περιορισμό άλλων δαπανών. Για άλλους οδηγεί σε λιγότερες ώρες θέρμανσης ή σε συσσώρευση απλήρωτων υποχρεώσεων. Η ενεργειακή κρίση διευρύνει έτσι τις ανισότητες, ακόμη και όταν οι ανατιμήσεις είναι κοινές για ολόκληρη την αγορά.
Παράλληλα, η αποκλιμάκωση της χονδρικής, όταν συμβεί, δεν εξασφαλίζει αυτομάτως αντίστοιχη ελάφρυνση κάθε καταναλωτή. Το τελικό κόστος εξαρτάται από το συμβόλαιο προμήθειας, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τη φορολογία. Γι’ αυτό η αντιπαράθεση στην ΕΕ αφορά πλέον ολόκληρη την αρχιτεκτονική του λογαριασμού.
Ποιος αποφασίζει για φόρους και δίκτυα
Η πρόταση της Κομισιόν επιχειρεί να ενισχύσει τον εξηλεκτρισμό, προβλέποντας ότι ο ειδικός φόρος στον ηλεκτρισμό δεν θα είναι υψηλότερος από εκείνον στο φυσικό αέριο. Περιλαμβάνει επίσης αλλαγές στον σχεδιασμό των τιμολογίων δικτύου και προώθηση έξυπνων μετρητών.
Τα κράτη-μέλη συμφωνούν στην ανάγκη μείωσης του συνολικού κόστους, ζητούν όμως μεγαλύτερη εθνική ευελιξία. Πίσω από τη διαφωνία βρίσκεται και το ερώτημα ποιος θα χρηματοδοτήσει τις απαραίτητες επενδύσεις χωρίς να επιβαρυνθούν υπέρμετρα οι καταναλωτές.
Η Φινλανδία προσθέτει μια θεσμική ένσταση: υποστηρίζει ότι η φορολογία πρέπει να ρυθμίζεται με ομοφωνία και ζητεί προσεκτικότερη αξιολόγηση του κατά πόσο η αναλυτικότερη ευρωπαϊκή εναρμόνιση των χρεώσεων δικτύου αποτελεί την αποτελεσματικότερη λύση. Η συζήτηση, επομένως, αφορά ταυτόχρονα κόστος, αρμοδιότητες και εθνικές προτεραιότητες.
Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να συνδέσει την ενεργειακή συζήτηση με τα διαθέσιμα δημοσιονομικά εργαλεία. Ο Σταύρος Παπασταύρου ζήτησε αξιοποίηση της ευελιξίας της ρήτρας διαφυγής για στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης και πρότεινε κοινή συνάντηση υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών στο πλαίσιο ECOFIN και Eurogroup.
Την πρόταση υποστήριξαν Μάλτα, Βουλγαρία, Σλοβακία και Ρουμανία. Στις χρεώσεις δικτύου, η Αθήνα υποστηρίζει μεγαλύτερη διαφάνεια, αλλά απορρίπτει μια ενιαία συνταγή που αγνοεί τις ιδιαιτερότητες κάθε συστήματος.
Η πρακτική δυσκολία παραμένει ότι οι επιδοτήσεις χρειάζονται χρηματοδότηση, ενώ οι μόνιμες παρεμβάσεις απαιτούν χρόνο. Οι διασυνδέσεις, τα σύγχρονα δίκτυα και η εξοικονόμηση μπορούν να μειώσουν την έκθεση σε μελλοντικές αναταράξεις, δεν υποκαθιστούν όμως την άμεση προστασία όσων αδυνατούν να πληρώσουν.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι διπλό: στήριξη των ευάλωτων καταναλωτών και διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας. Χωρίς έγκαιρη συνεννόηση στην ΕΕ, το βάρος επιστρέφει στους εθνικούς προϋπολογισμούς, με διαφορετικές δυνατότητες παρέμβασης και άνισες συνέπειες για πολίτες και επιχειρήσεις.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.