Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο βιομηχανικό κίνδυνο: την αδυναμία να εξασφαλίσει τις πρώτες ύλες που αποτελούν βασικό θεμέλιο για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Παρά τις εξαγγελίες για στρατηγική αυτονομία και τη δημιουργία ειδικής λίστας επενδύσεων, η έλλειψη συντονισμένης χρηματοδότησης αφήνει πολλά έργα εκτεθειμένα και περιορίζει την προσπάθεια απεξάρτησης από τρίτες χώρες.
Περίπου 18 μήνες μετά την επιλογή των πρώτων στρατηγικών έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, 23 επενδυτικά σχέδια χαρακτηρίζονται πλέον ως «άμεσα απειλούμενα» από τους ίδιους τους φορείς υλοποίησής τους, οι οποίοι ζητούν μεγαλύτερη στήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Για ένα από αυτά τα έργα, η προσπάθεια έχει ήδη σταματήσει. Η γαλλική Viridian Lithium, που φιλοδοξούσε να καλύψει έως και το 10% της ευρωπαϊκής ζήτησης λιθίου για μπαταρίες, οδηγήθηκε σε πτώχευση τον Μάρτιο.
Η Κομισιόν υποστηρίζει ότι από τον Δεκέμβριο έχουν κινητοποιηθεί 1,7 δισ. ευρώ για στρατηγικές επενδύσεις στον τομέα. Ωστόσο, η απόσταση από την αμερικανική προσέγγιση παραμένει μεγάλη, καθώς οι ΗΠΑ έχουν επιλέξει πιο συγκεντρωτικό μοντέλο στήριξης των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών.
Η Ουάσιγκτον αναφέρει ότι έχουν εγκριθεί περίπου 160 συμφωνίες στον συγκεκριμένο κλάδο, συνολικής αξίας άνω των 40 δισ. δολαρίων.
Χρηματοδότηση χωρίς ενιαίο σχέδιο
Η βασική αδυναμία της ευρωπαϊκής πολιτικής βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι πόροι. Η χρηματοδότηση παραμένει διασκορπισμένη σε διαφορετικές υπηρεσίες και προγράμματα, χωρίς έναν ενιαίο μηχανισμό παρακολούθησης και προτεραιοποίησης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Viridian Lithium, όπου η ένταξη στη λίστα των στρατηγικών έργων δεν συνοδεύτηκε από την αναμενόμενη χρηματοδοτική υποστήριξη. Οι ιδιώτες επενδυτές, αντιμέτωποι με τις καθυστερήσεις, αποχώρησαν τελικά από το έργο.
Η εικόνα δεν φαίνεται να αφορά μόνο μία εταιρεία. Αξιολογήσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής για τις κρίσιμες πρώτες ύλες έχουν δείξει ότι σημαντικό ποσοστό των έργων δεν διαθέτει ακόμη σαφείς δεσμεύσεις χρηματοδότησης.
Παράλληλα, η διαδικασία χαρακτηρισμού ενός έργου ως «στρατηγικού» δεν έχει μέχρι σήμερα οδηγήσει στην ταχύτητα υλοποίησης που είχε αρχικά προβλεφθεί. Ο στόχος ήταν η επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων, όμως τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.
Φιλόδοξοι στόχοι έως το 2030 χωρίς δεσμευτικές υποχρεώσεις
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις κρίσιμες πρώτες ύλες προβλέπει ότι έως το 2030 η Ε.Ε. θα πρέπει να καλύπτει από εγχώρια εξόρυξη το 10% των αναγκών της, να πραγματοποιεί το 40% της επεξεργασίας εντός Ευρώπης και να προέρχεται το 25% της κατανάλωσης από ανακύκλωση.
Παράλληλα, κανένας τρίτος προμηθευτής δεν θα πρέπει να καλύπτει πάνω από το 65% των εισαγωγών μιας στρατηγικής πρώτης ύλης.
Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, ενώ αφορούν μόνο συγκεκριμένη ομάδα 17 υλικών. Επιπλέον, η εφαρμογή τους αντιμετωπίζει προβλήματα επειδή κάθε πρώτη ύλη διαθέτει διαφορετική αλυσίδα παραγωγής και εφοδιασμού.
Το παράδειγμα του χαλκού είναι χαρακτηριστικό. Το συγκεκριμένο μέταλλο αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών στρατηγικών έργων, παρότι η σημερινή παραγωγή εξόρυξης και επεξεργασίας στην Ε.Ε. βρίσκεται ήδη κοντά ή πάνω από τους στόχους που έχουν τεθεί για το 2030.
Αντίθετα, οι επενδύσεις στις σπάνιες γαίες παραμένουν περιορισμένες, παρά την ιδιαίτερα υψηλή εξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα.
Το επενδυτικό κενό στην εξερεύνηση νέων κοιτασμάτων
Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά την έρευνα για νέα κοιτάσματα. Οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στην εξερεύνηση πρώτων υλών παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Για να δημιουργηθεί επαρκής βάση νέων μεταλλευτικών έργων, απαιτείται σημαντική αύξηση των σχετικών δαπανών, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για επενδύσεις πολλαπλάσιες των σημερινών επιπέδων.
Ακόμη και όταν εντοπίζονται οικονομικά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα, οι αδειοδοτικές διαδικασίες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εμπόδιο, με διαφορετικούς κανόνες και ταχύτητες ανάμεσα στα κράτη-μέλη.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή βιομηχανία επεξεργασίας μετάλλων δέχεται πιέσεις από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τον ανταγωνισμό από την Κίνα, η οποία έχει ισχυρή θέση σε μεγάλο μέρος των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας.
Η καθυστέρηση στις επενδύσεις δημιουργεί ένα κρίσιμο δίλημμα για την Ευρώπη. Οι τεχνολογίες που βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης – από τις μπαταρίες και τα ηλεκτρικά οχήματα έως τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας – απαιτούν σταθερή πρόσβαση σε πρώτες ύλες.
Χωρίς ταχύτερη χρηματοδότηση, καλύτερο συντονισμό και αποτελεσματικότερες διαδικασίες, η ευρωπαϊκή προσπάθεια για μεγαλύτερη βιομηχανική αυτονομία κινδυνεύει να παραμείνει εξαρτημένη από τις χώρες που ελέγχουν σήμερα τις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.
Διαβάστε ακόμη
Πότε συμφέρουν οι 72 δόσεις και πότε ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός (πίνακας)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
