Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί στις Βρυξέλλες για τον Μαρκ Κάρνεϊ απέχει αισθητά από τις ενεργειακές επιλογές που πραγματοποιεί η κυβέρνησή του στον Καναδά. Για τους Ευρωπαίους ηγέτες, ο Καναδός πρωθυπουργός παραμένει ένας αξιόπιστος σύμμαχος στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής. Στο εσωτερικό της χώρας του, ωστόσο, έχει προχωρήσει σε σημαντική χαλάρωση των περιβαλλοντικών κανόνων και στη στήριξη νέων έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της συνόδου κορυφής ΕΕ–Καναδά στο Μόντρεαλ, όπου οι δύο πλευρές επιδιώκουν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στην ενέργεια, στις κρίσιμες πρώτες ύλες και στην πράσινη μετάβαση.

Όπως αναδεικνύει ανάλυση του POLITICO, η θετική εικόνα του Κάρνεϊ στην Ευρώπη δεν αντανακλά πλήρως την πραγματικότητα μιας χώρας που παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ορυκτών καυσίμων παγκοσμίως.

Το 2025, ο Καναδάς παρήγαγε περισσότερο αργό πετρέλαιο από οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός των τριών μεγαλύτερων παραγωγών, της Ρωσίας, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν μακράν τα σημαντικότερα εξαγωγικά προϊόντα της χώρας, ενώ ο ενεργειακός κλάδος διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή επιρροή στην Οτάβα.

Η Ευρώπη εξακολουθεί να βλέπει έναν σύμμαχο για το κλίμα

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει εκφραστεί με ιδιαίτερα θερμά λόγια για τον Καναδό πρωθυπουργό.

«Βλέπουμε τον κόσμο με τα ίδια μάτια, από την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι την κλιματική αλλαγή», είχε δηλώσει στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης τον προηγούμενο μήνα, στην οποία ο Κάρνεϊ ήταν επίτιμος προσκεκλημένος.

Αντίστοιχη ήταν η τοποθέτηση του Ευρωπαίου επιτρόπου για το Κλίμα, Βόπκε Χούκστρα.

«Ο Καναδάς και η ΕΕ έχουν πάρα πολύ παρόμοιες αντιλήψεις», δήλωσε στο POLITICO, όταν ρωτήθηκε για τις προοπτικές συνεργασίας των δύο πλευρών ενόψει της συνόδου στο Μόντρεαλ.

Ωστόσο, πίσω από τη διπλωματική σύγκλιση υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Ο Καναδάς στηρίζει μεγάλο μέρος της οικονομίας του στα ορυκτά καύσιμα, ενώ οι κλιματικοί του στόχοι είναι λιγότερο φιλόδοξοι από εκείνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μάλιστα, επί πρωθυπουργίας Κάρνεϊ, αρκετές από τις προηγούμενες δεσμεύσεις της χώρας έχουν αποδυναμωθεί.

Από «μαχητής του κλίματος» σε υποστηρικτή των ορυκτών καυσίμων

Η πολιτική διαδρομή του Μαρκ Κάρνεϊ εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί εξακολουθεί να απολαμβάνει τόσο ισχυρή περιβαλλοντική φήμη.

Κατά τη θητεία του ως κεντρικός τραπεζίτης, είχε αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς υποστηρικτές της ενσωμάτωσης των κλιματικών κινδύνων στην οικονομική πολιτική.

Το 2018, το POLITICO τον είχε χαρακτηρίσει ακόμη και «οικολογικό πολεμιστή».

Ως διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, πρωτοστάτησε στην προσπάθεια να αναγνωρίσουν οι κεντρικές τράπεζες τις μακροπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Χαρακτηριστική ήταν η ομιλία του το 2015, με τίτλο «Η τραγωδία του χρονικού ορίζοντα», στην οποία προειδοποιούσε ότι οι καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής θα γίνουν αισθητές πέρα από τους συνήθεις χρονικούς ορίζοντες στους οποίους λαμβάνουν αποφάσεις οι περισσότεροι οικονομικοί παράγοντες.

Το 2021, έχοντας αποχωρήσει από την Τράπεζα της Αγγλίας, ανέλαβε ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική δράση και τη χρηματοδότηση.

Παράλληλα, δημιούργησε μια χρηματοπιστωτική συμμαχία για την επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών, με τη συμμετοχή ορισμένων από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου.

Η εικόνα αυτή, όμως, άρχισε να αλλάζει όταν ο Κάρνεϊ ανέλαβε την πρωθυπουργία του Καναδά το 2025, διαδεχόμενος τον Τζάστιν Τριντό, την ίδια περίοδο που ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεφε στον Λευκό Οίκο.

Η κατάργηση του φόρου άνθρακα και η στροφή στην ενέργεια

Όταν ο Κάρνεϊ ανέλαβε την ηγεσία των Φιλελευθέρων, το κόμμα βρισκόταν πολύ πίσω στις δημοσκοπήσεις.

Ο ηγέτης των Συντηρητικών, Πιερ Πουαλιέβρ, είχε ασκήσει έντονη κριτική στην περιβαλλοντική πολιτική του Τριντό, με επίκεντρο τον αντιδημοφιλή φόρο άνθρακα που επιβάρυνε τους καταναλωτές.

Η πρώτη απόφαση του Κάρνεϊ ως πρωθυπουργού ήταν να καταργήσει τον συγκεκριμένο φόρο.

Μετά την απροσδόκητη εκλογική νίκη του τον Απρίλιο του 2025, άρχισε να προωθεί μια διαφορετική ενεργειακή στρατηγική, παρουσιάζοντας τον Καναδά ως μελλοντική «ενεργειακή υπερδύναμη».

Η επιλογή αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις, ιδιαίτερα όταν ο Κάρνεϊ τάχθηκε υπέρ του αγωγού πετρελαίου Pacific Link.

Πρόκειται για έργο αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο σχεδιάζεται να μεταφέρει αργό πετρέλαιο από την Αλμπέρτα στις ακτές του Ειρηνικού, ώστε να εξάγεται στις ασιατικές αγορές.

Τον Ιανουάριο, ο Καναδός πρωθυπουργός επιδίωξε επίσης τη βελτίωση των σχέσεων με το Πεκίνο, σε μια κίνηση που ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια εξεύρεσης νέων αγοραστών πετρελαίου πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, η Γερμανία, στην προσπάθειά της να αντικαταστήσει την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια, υπέγραψε τον Ιούλιο μακροπρόθεσμη συμφωνία για την αγορά καναδικού υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Η συμφωνία αφορά σχεδιαζόμενο τερματικό σταθμό στη Βρετανική Κολομβία και προκάλεσε αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και κοινότητες αυτοχθόνων.

Οι περιβαλλοντικές ρυθμίσεις που αποδυνάμωσε ο Κάρνεϊ

Η αλλαγή κατεύθυνσης δεν περιορίζεται στην υποστήριξη νέων ενεργειακών υποδομών.

Η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει προχωρήσει στην κατάργηση ή αποδυνάμωση σειράς πολιτικών που είχαν σχεδιαστεί για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Μεταξύ άλλων, καταργήθηκαν οι προηγούμενες υποχρεώσεις για τη μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα, ενώ εγκαταλείφθηκε το σχέδιο επιβολής ανώτατου ορίου εκπομπών στις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Παράλληλα, αποδυναμώθηκε το υφιστάμενο σύστημα τιμολόγησης άνθρακα για τη βιομηχανία.

Η κυβέρνηση εισήγαγε επίσης νομοθεσία που περιορίζει τις απαιτήσεις περιβαλλοντικής αδειοδότησης για μεγάλα έργα υποδομών, την οποία οι επικριτές της αποκάλεσαν «νομοσχέδιο ισοπέδωσης της φύσης».

Ο Τιμ Γκρέι, εκτελεστικός διευθυντής της περιβαλλοντικής οργάνωσης Environment Defence, υποστηρίζει ότι η κατεύθυνση της κυβέρνησης Κάρνεϊ αποτελεί αποφασιστική μετατόπιση προς το αμερικανικό μοντέλο περιβαλλοντικής απορρύθμισης.

Κατά την εκτίμησή του, ο Καναδός πρωθυπουργός φαίνεται πλέον να στηρίζει πλήρως τα ορυκτά καύσιμα.

Ορισμένοι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές θεωρούν μάλιστα ότι η έκταση της αποδυνάμωσης των καναδικών περιβαλλοντικών κανόνων μπορεί να συγκριθεί με τη συστηματική κατάργηση αντίστοιχων προστατευτικών μέτρων από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Σύμφωνα με τον Γκρέι, μια καθοριστική στιγμή ήταν ο Νοέμβριος του 2025, όταν ο Κάρνεϊ υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με την κυβέρνηση της Αλμπέρτα, της σημαντικότερης πετρελαιοπαραγωγού επαρχίας της χώρας.

Η συμφωνία περιλάμβανε σειρά δεσμεύσεων για τη στήριξη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και για τη χαλάρωση ομοσπονδιακών περιβαλλοντικών κανόνων, με στόχο να μετατραπεί ο Καναδάς σε παγκόσμια ενεργειακή υπερδύναμη.

Η απάντηση της κυβέρνησης: Πραγματισμός και ενεργειακή ασφάλεια

Η καναδική κυβέρνηση απορρίπτει την άποψη ότι έχει εγκαταλείψει τους κλιματικούς στόχους.

Ο Κίαν Νέμπχαρντ, εκπρόσωπος της υπουργού Περιβάλλοντος, Τζούλι Νταμπρουζέν, δήλωσε στο POLITICO ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και στην επίτευξη μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2050, υιοθετώντας μια πραγματιστική και μακροπρόθεσμα βιώσιμη προσέγγιση.

Όπως υποστήριξε, η στρατηγική περιλαμβάνει την ανάπτυξη μεγάλων έργων καθαρής ενέργειας σε ολόκληρη τη χώρα, την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού και σημαντικές επενδύσεις στην οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

Ο ίδιος ο Κάρνεϊ έχει συνδέσει επανειλημμένα την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας με την ανάγκη προστασίας της από τις οικονομικές πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ.

Σε εκδήλωση στο Φορτ ΜακΜάρεϊ της Αλμπέρτας, την 1η Οκτωβρίου, υποστήριξε ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η κλιματική αλλαγή υποχρεώνουν τις κυβερνήσεις να επανεξετάσουν την προέλευση της ενέργειας και την αξιοπιστία των προμηθευτών τους.

Σύμφωνα με τον Κάρνεϊ, ακόμη και στα ρεαλιστικά σενάρια επίτευξης μηδενικών καθαρών εκπομπών, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα εξακολουθεί να χρειάζεται δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως.

Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι ποιες χώρες θα αναδειχθούν στους αξιόπιστους προμηθευτές αυτής της ενέργειας.

Η δική του απάντηση ήταν κατηγορηματική: αυτή η χώρα πρέπει να είναι ο Καναδάς.

Οι μεγάλες επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια

Παρά τη στροφή προς την ενίσχυση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, η πολιτική Κάρνεϊ δεν ταυτίζεται πλήρως με εκείνη του Ντόναλντ Τραμπ.

Σε αντίθεση με τον Αμερικανό πρόεδρο, ο Καναδός πρωθυπουργός εξακολουθεί να υποστηρίζει δημόσια την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Παράλληλα, έχει δεσμευτεί να ενισχύσει την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών που είναι απαραίτητα για την ενεργειακή μετάβαση.

Τον Μάιο παρουσίασε εθνική στρατηγική ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο τον διπλασιασμό του ήδη σε μεγάλο βαθμό καθαρού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής του Καναδά έως το 2050, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση.

«Ο δρόμος προς τις μηδενικές καθαρές εκπομπές περνά από τον εξηλεκτρισμό», είχε δηλώσει τότε.

Τον Αύγουστο ανακοίνωσε επίσης ομοσπονδιακή χρηματοδότηση 10 δισ. καναδικών δολαρίων για το υδροηλεκτρικό έργο Churchill Falls, στην επαρχία Νιουφάουντλαντ και Λαμπραντόρ.

Σύμφωνα με τον Κάρνεϊ, πρόκειται για το μεγαλύτερο έργο καθαρής ενέργειας στη Βόρεια Αμερική, το οποίο θα μπορούσε να παράγει ηλεκτρική ενέργεια αρκετή για να καλύψει ανάγκες αντίστοιχες με εκείνες των τριών μεγαλύτερων πόλεων του Καναδά.

Η κυβέρνηση επικαλείται ακόμη την κατασκευή νέων γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τις επιδοτήσεις για ηλεκτρικά αυτοκίνητα και πρόγραμμα 2 δισ. καναδικών δολαρίων για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών μέσω εγκατάστασης αντλιών θερμότητας.

«Ο Κάρνεϊ δεν πιστεύει ότι το μέλλον βρίσκεται στο πετρέλαιο»

Η Καναδή ακτιβίστρια για το κλίμα Άλεξ Κουλ-Φέργκιους εκτιμά ότι η πολιτική του Κάρνεϊ δεν αποδεικνύει απαραίτητα πως θεωρεί τα ορυκτά καύσιμα τη μακροπρόθεσμη λύση για την οικονομία.

Κατά την άποψή της, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να προσαρμοστεί με πραγματισμό στις οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζει ο Καναδάς.

Η ίδια θεωρεί ότι η στρατηγική για την ηλεκτρική ενέργεια που παρουσιάστηκε τον Μάιο είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποκαλύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια το μακροπρόθεσμο σχέδιο της κυβέρνησης.

Όπως εξηγεί, η πολιτική του Τζάστιν Τριντό για το κλίμα στηριζόταν κυρίως σε αξιακές αρχές και στην επιδίωξη της περιβαλλοντικά ορθής επιλογής.

Ωστόσο, θεωρεί ότι αυτή η προσέγγιση έχει πλέον φτάσει στα όριά της.

Αντίθετα, η στρατηγική Κάρνεϊ ανταποκρίνεται περισσότερο στις πραγματικότητες της περιόδου 2025-2026, υποστηρίζει.

Τα όρια της πράσινης συνεργασίας ΕΕ–Καναδά

Παρά την πολιτική σύγκλιση ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στην Οτάβα, οι διαφορές στην περιβαλλοντική πολιτική δημιουργούν σημαντικά εμπόδια για μια βαθύτερη συνεργασία.

Ο Ευρωπαίος επίτροπος για το Κλίμα, Βόπκε Χούκστρα, θεωρεί αναγκαία την ενίσχυση των δεσμών με τον Καναδά, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.

Όπως εξηγεί, οι χώρες με κοινές αντιλήψεις οφείλουν να συνεργάζονται στενότερα.

Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ουσιαστικά όρια σε αυτή την προσέγγιση.

Ένας από τους στόχους του είναι η ανάπτυξη ενός διεθνούς δικτύου οικονομιών που εφαρμόζουν συστήματα τιμολόγησης των εκπομπών άνθρακα.

Η σύνδεση, όμως, του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS) με το αντίστοιχο καναδικό πλαίσιο παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες.

Ο Καναδάς εφαρμόζει διαφορετικό σύστημα, με κανόνες που διαφοροποιούνται από επαρχία σε επαρχία.

Παρότι ο Χούκστρα δεν αποκλείει καμία δυνατότητα μακροπρόθεσμα, ξεκαθαρίζει ότι μια τέτοια διασύνδεση δεν αποτελεί ρεαλιστικό στόχο για το άμεσο μέλλον.

Αντίθετα, βλέπει σημαντικές προοπτικές συνεργασίας στον εξηλεκτρισμό, στην ηλιακή και αιολική ενέργεια, στην πυρηνική τεχνολογία και στις μπαταρίες.

Οι κρίσιμες πρώτες ύλες στο επίκεντρο της συνόδου

Ιδιαίτερη θέση στην ατζέντα της συνόδου ΕΕ–Καναδά καταλαμβάνουν οι κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες, οι οποίες θεωρούνται απαραίτητες για την ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση.

Οι Βρυξέλλες εξετάζουν τρόπους με τους οποίους η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) θα μπορούσε να συμβάλει στη χρηματοδότηση της αξιοποίησης καναδικών κοιτασμάτων.

Ο στόχος είναι να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, μειώνοντας την εξάρτησή της από τα μέταλλα που παράγονται στην Κίνα.

Σύμφωνα με το POLITICO, στη σύνοδο αναμένεται να υπογραφεί συμφωνία-πλαίσιο για την ενίσχυση αυτής της συνεργασίας.

Ο Καναδάς διαθέτει σημαντικά, αλλά συχνά αναξιοποίητα, κοιτάσματα λιθίου, χαλκού, νικελίου και άλλων μετάλλων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή μπαταριών ηλεκτρικών αυτοκινήτων και τεχνολογιών καθαρής ενέργειας.

Η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να ενισχύσει την προσπάθεια απανθρακοποίησης της Ευρώπης, προσφέροντας παράλληλα νέες επενδυτικές ευκαιρίες στον Καναδά.

Το καναδικό LNG και η προσπάθεια της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ

Η ενεργειακή συνεργασία δεν περιορίζεται, ωστόσο, στις ανανεώσιμες πηγές και στις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Στη σύνοδο αναμένεται επίσης να συζητηθούν επενδύσεις σε υποδομές στις ανατολικές ακτές του Καναδά, ώστε να καταστεί δυνατή η υγροποίηση και η εξαγωγή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να βοηθήσει την ΕΕ να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές, περιορίζοντας την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μετά τη διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου που ακολούθησε την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νορβηγία έχουν αναδειχθεί στους κυριότερους προμηθευτές φυσικού αερίου της Ευρώπης.

Για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η ανάπτυξη νέων καναδικών ενεργειακών υποδομών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη βήμα για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού.

Ωστόσο, η προοπτική αυτή ενισχύει και τον προβληματισμό για το κατά πόσον η στενότερη σχέση με τον Καναδά θα μπορούσε να επηρεάσει τον προσανατολισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα.

Μπορεί το λόμπι των ορυκτών καυσίμων να επηρεάσει την Ευρώπη;

Ο Τιμ Γκρέι της Environment Defence προειδοποιεί ότι η ενίσχυση των σχέσεων ΕΕ–Καναδά ενδέχεται να ανοίξει περισσότερο τον δρόμο για την επιρροή της ισχυρής καναδικής βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Όπως υποστηρίζει, οι ενεργειακές επιχειρήσεις θα προσπαθήσουν να διασφαλίσουν ότι η εναρμόνιση των δύο πλευρών θα κινηθεί σε κατεύθυνση που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει αντίστοιχα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου και, κατά συνέπεια, ούτε ένα εξίσου ισχυρό λόμπι ορυκτών καυσίμων.

Αυτό έχει συμβάλει στο να διατηρείται στην Ευρώπη σχετικά ευρεία διακομματική συναίνεση γύρω από την κλιματική πολιτική.

Το ερώτημα είναι αν μια στενότερη θεσμική σχέση με μια χώρα που φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε ενεργειακή υπερδύναμη θα μπορούσε να μεταβάλει αυτές τις ισορροπίες.

Όταν ρωτήθηκε αν η συμμετοχή του Καναδά ως ενδεχόμενου «συνδεδεμένου μέλους» θα μπορούσε να έχει μια τέτοια επίδραση, η υπουργός Κλίματος της Ολλανδίας, Στιέντγε φαν Φελντχόφεν-φαν ντερ Μέερ, απάντησε ότι αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το τι ακριβώς θα σημαίνει ο όρος «συνδεδεμένο μέλος».