Σε βασικό σημείο εισόδου του φυσικού αερίου για τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη επιδιώκει να αναδειχθεί η Ελλάδα, αξιοποιώντας τις εγκαταστάσεις LNG, τις νέες διασυνδέσεις και τη διεύρυνση της συνεργασίας με τις γειτονικές χώρες. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου (Vertical Gas Corridor), ένα εγχείρημα που συνδυάζει ενεργειακές επενδύσεις, γεωπολιτικές επιδιώξεις και τη στρατηγική ενίσχυσης της παρουσίας των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Το σχέδιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιταχύνει τις προσπάθειες περιορισμού της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Ουάσιγκτον στηρίζει την ανάπτυξη νέων διαδρομών εφοδιασμού, καθώς αυτές δημιουργούν πρόσθετες δυνατότητες διοχέτευσης αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στις ευρωπαϊκές αγορές.
Για την Ελλάδα, η προοπτική είναι διπλή: αφενός η αναβάθμιση της γεωπολιτικής της θέσης και αφετέρου η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας που συνδέεται με τις ενεργειακές υποδομές, τη μεταφορά και το εμπόριο φυσικού αερίου.
Ο Κάθετος Διάδρομος αποσκοπεί στη σύνδεση των δικτύων μεταφοράς αερίου από τον ευρωπαϊκό Νότο προς τον Βορρά, με βασική αφετηρία τους ελληνικούς τερματικούς σταθμούς.
Η Ρεβυθούσα και το FSRU Αλεξανδρούπολης αποτελούν τις κύριες υποδομές μέσω των οποίων μπορούν να εισέρχονται φορτία LNG και να προωθούνται προς τις χώρες της περιοχής.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, η νέα ενεργειακή διαδρομή μπορεί να εξυπηρετήσει μια ευρύτερη αγορά περίπου 100 εκατομμυρίων καταναλωτών, με ανάγκες που υπολογίζονται σε 20 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου.
Συμμαχία εννέα χωρών με αμερικανική στήριξη
Η πρωτοβουλία έχει αποκτήσει πλέον ευρύτερη περιφερειακή διάσταση, με τη συμμετοχή Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς από εννέα χώρες.
Στον αρχικό πυρήνα περιλαμβάνονται η Ελλάδα, μέσω του ΔΕΣΦΑ και της Gastrade, η Βουλγαρία με την Bulgartransgaz, η Ρουμανία με την Transgaz, η Ουγγαρία με την FGSZ, η Σλοβακία με την EUSTREAM, η Μολδαβία με τη Vestmoldtransgaz και η Ουκρανία με την GTSOU.
Στο σχήμα εντάχθηκαν επίσης η Βόρεια Μακεδονία, μέσω της NOMAGAS, και η Σερβία, μέσω της Transportgas Srbija.
Η συμμετοχή τους ενισχύει τις δυνατότητες ανάπτυξης πρόσθετων διαδρομών προς τα Δυτικά Βαλκάνια, διευρύνοντας τη γεωγραφική εμβέλεια του έργου.
Καθοριστική θεωρείται παράλληλα η αμερικανική υποστήριξη. Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την ανάπτυξη του Διαδρόμου επιβεβαιώθηκε και κατά την πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα.
Για την αμερικανική πλευρά, η επέκταση των διασυνδέσεων δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε μεγαλύτερες ποσότητες αμερικανικού LNG να φθάνουν στις αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Το εγχείρημα συνδέεται επίσης με την προσπάθεια περιορισμού της ρωσικής ενεργειακής επιρροής στην περιοχή, ενώ στην κυβερνητική στρατηγική αποδίδεται σημασία και στη διαφοροποίηση των ενεργειακών διαδρομών απέναντι στον ρόλο της Τουρκίας.
Από το 2014 στην επιτάχυνση των επενδύσεων
Η ιδέα του Κάθετου Διαδρόμου δεν είναι νέα. Οι βάσεις της τέθηκαν τον Δεκέμβριο του 2014, όταν οι υπουργοί Ενέργειας Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας υπέγραψαν σχετικό μνημόνιο συνεργασίας.
Από ελληνικής πλευράς, η πρωτοβουλία προωθήθηκε επί υπουργίας Γιάννη Μανιάτη.
Η περαιτέρω ανάπτυξή της απέκτησε μεγαλύτερη δυναμική τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα μετά τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για τη σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Σημαντική καμπή αποτέλεσε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Οκτώβριο του 2025 για την απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού αερίου από το τέλος του 2027, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που περιγράφεται.
Η Ουγγαρία είχε προσχωρήσει στην πρωτοβουλία το 2022, ενώ μεταξύ 2024 και 2026 ακολούθησαν η Σλοβακία, η Μολδαβία και η Ουκρανία.
Το καλοκαίρι του 2026 εντάχθηκαν επίσημα και οι διαχειριστές των συστημάτων μεταφοράς της Βόρειας Μακεδονίας και της Σερβίας.
Πλέον, η προτεραιότητα μετατοπίζεται στην αναβάθμιση των υφιστάμενων αγωγών και των διακρατικών διασυνδέσεων, ώστε να αυξηθούν οι ποσότητες φυσικού αερίου που μπορούν να μεταφέρονται προς τον Βορρά.
Το υψηλό κόστος διέλευσης παραμένει εμπόδιο
Παρά τη στρατηγική σημασία του έργου, η εμπορική του αξιοποίηση αντιμετωπίζει μια βασική πρόκληση: τα υψηλά τέλη μεταφοράς φυσικού αερίου.
Το ζήτημα έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις συμμετέχουσες χώρες και τους διαχειριστές των δικτύων.
Συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν την περασμένη άνοιξη στην Αθήνα, το καλοκαίρι στην Ουάσιγκτον και στις αρχές Οκτωβρίου στο Βελιγράδι συνέβαλαν στη διαμόρφωση συμφωνιών, με τη συμμετοχή και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για μια πιο ανταγωνιστική τιμολογιακή προσέγγιση.
Ωστόσο, το θέμα δεν έχει κλείσει οριστικά.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι οι χρεώσεις διέλευσης εξακολουθούν να εμφανίζονται λιγότερο ανταγωνιστικές σε σύγκριση με άλλες διαθέσιμες ενεργειακές διαδρομές, όπως εκείνες που συνδέονται με την Κροατία και την Πολωνία.
Το κόστος παραμένει κρίσιμο για την προσέλκυση εμπορικών φορτίων, καθώς επηρεάζει τη δυνατότητα του LNG που εισέρχεται από την Ελλάδα να φθάνει σε ανταγωνιστικές τιμές στους τελικούς προορισμούς.
Δεν αποκλείεται το ζήτημα να επανέλθει στην επόμενη συνάντηση, που προγραμματίζεται για τις αρχές του καλοκαιριού στη Σόφια, με τη συμμετοχή Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας.
Παράλληλα, κατά τη δεύτερη Τετραμερή Υπουργική Συνάντηση στο Βελιγράδι εξετάστηκε και η προοπτική μελλοντικής αξιοποίησης των υποδομών για τη μεταφορά υδρογόνου.
Νέοι αγωγοί και σχέδιο για τρίτο FSRU
Η ενίσχυση του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας συνοδεύεται από την ανάγκη πρόσθετων επενδύσεων στο εγχώριο δίκτυο.
Στον κυβερνητικό σχεδιασμό περιλαμβάνεται η εξέταση δημιουργίας τρίτου πλωτού σταθμού αποθήκευσης και επαναεριοποίησης LNG (FSRU), με στόχο τη διεύρυνση των διαθέσιμων δυνατοτήτων εισαγωγής.
Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην επέκταση των συνδέσεων προς τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία.
Το μνημόνιο συνεννόησης που υπογράφηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη αποσκοπεί στη δημιουργία πρόσθετης διαδρομής μεταφοράς αερίου προς τον Βορρά.
Βασικό τμήμα αυτού του σχεδιασμού αποτελεί ο αγωγός διασύνδεσης Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας (IGNM), ο οποίος βρίσκεται υπό κατασκευή.
Η ολοκλήρωση του ελληνικού τμήματος προβλέπεται έως το τέλος του 2026, ενώ το τμήμα στη Βόρεια Μακεδονία αναμένεται να είναι έτοιμο το 2027.
Στη συνέχεια, ο διασυνδετήριος αγωγός Σερβίας – Βόρειας Μακεδονίας προβλέπεται να συνδεθεί με το συγκεκριμένο έργο, διευκολύνοντας την πρόσβαση της σερβικής αγοράς στις ποσότητες φυσικού αερίου που εισέρχονται μέσω Ελλάδας.
Η σύνδεση αυτή θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και να δημιουργήσει νέες εμπορικές δυνατότητες στα Δυτικά Βαλκάνια.
Εξαγωγική δυνατότητα 9,5 δισ. κυβικών μέτρων έως το 2027
Η αξιοποίηση των ελληνικών ενεργειακών εγκαταστάσεων βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής για την περαιτέρω ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου.
Οι υποδομές του ΔΕΣΦΑ, ο τερματικός σταθμός της Ρεβυθούσας και το FSRU Αλεξανδρούπολης επιτρέπουν ήδη την πρόσβαση σε διαφορετικές πηγές φυσικού αερίου, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στις διασυνοριακές ροές.
Με τις κατάλληλες αναβαθμίσεις και τις νέες διασυνδέσεις, η εξαγωγική ικανότητα της Ελλάδας προς γειτονικές αγορές εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσει περίπου τα 9,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως έως το 2027.
Η συγκεκριμένη προοπτική συνδέεται άμεσα με την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων έργων και τη συνεχή επέκταση του δικτύου μεταφοράς.
Ήδη, πάντως, τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν σημαντική αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας.
Κατά το εννεάμηνο του 2026, οι εξαγωγές φυσικού αερίου της Ελλάδας ενισχύθηκαν κατά 168,8%, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη σταδιακή μεταβολή του ρόλου της χώρας: από αγορά που εξυπηρετούσε κυρίως τις δικές της ενεργειακές ανάγκες, η Ελλάδα διευρύνει την παρουσία της ως πύλη εισόδου και διαμετακόμισης φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η περαιτέρω ενίσχυση αυτής της θέσης θα εξαρτηθεί από την έγκαιρη ολοκλήρωση των υποδομών, την ανταγωνιστικότητα των τελών μεταφοράς και την εμπορική ζήτηση για τις νέες διαδρομές.
Ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί, επομένως, ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά στοιχήματα της Ελλάδας, με προοπτικές που εκτείνονται πέρα από τα εθνικά σύνορα και συνδέονται με τη μελλοντική αρχιτεκτονική εφοδιασμού ολόκληρης της περιοχής.
