search icon

Newmoney Energy

Φθηνές ΑΠΕ-ακριβοί λογαριασμοί: Το παράδοξο με τις χρεώσεις στο ρεύμα

Παρά τη διεύρυνση των ΑΠΕ, το ηλεκτρικό ρεύμα παραμένει ακριβό. Η ΕΒΙΚΕΝ αναδεικνύει τις καθυστερήσεις στην αποθήκευση, τις πρόσθετες χρεώσεις 756 εκατ. ευρώ και τις στρεβλώσεις που επιβαρύνουν καταναλωτές και βιομηχανίες στην Ελλάδα

Η Ελλάδα παράγει ολοένα περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τον ήλιο και τον άνεμο, όμως το οικονομικό όφελος της ενεργειακής μετάβασης δεν φθάνει στον τελικό καταναλωτή στον βαθμό που θα αναμενόταν. Πίσω από τις χαμηλές, ακόμη και μηδενικές τιμές που καταγράφονται ορισμένες ώρες στη χονδρεμπορική αγορά, διαμορφώνεται ένα σύνθετο σύστημα επιβαρύνσεων, περιορισμών και τεχνολογικών ελλείψεων, το οποίο διατηρεί υψηλό το πραγματικό κόστος ηλεκτροδότησης.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ενεργοβόρο ελληνική βιομηχανία, καθώς η ανταγωνιστικότητά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τιμές του ηλεκτρισμού. Παράλληλα, αναδεικνύει μια βασική αδυναμία του σημερινού ενεργειακού μοντέλου: η αύξηση της παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει φθηνότερο ρεύμα.

Αυτή την αντίφαση ανέδειξε ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), Αντώνης Κοντολέων, παρουσιάζοντας στοιχεία για τη λειτουργία της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν οι καθυστερήσεις στην αποθήκευση, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο και οι σημαντικές χρεώσεις που προστίθενται στην τιμή της ενέργειας.

Το ακριβό ρεύμα πίσω από τις μηδενικές τιμές

Η αντίφαση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής κατά τη διάρκεια ενός συνηθισμένου εικοσιτετραώρου. Τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, η αυξημένη προσφορά μπορεί να οδηγήσει τις τιμές της αγοράς επόμενης ημέρας κοντά στο μηδέν. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, όταν η ηλιακή παραγωγή υποχωρεί και η ζήτηση παραμένει αυξημένη, ενεργοποιούνται ακριβότερες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, κυρίως φυσικού αερίου.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η φθηνή παραγωγή των ΑΠΕ δεν μετατρέπεται σε σταθερά χαμηλές τιμές ηλεκτρισμού. Αντίθετα, η αγορά παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, ενώ οι πρόσθετες επιβαρύνσεις περιορίζουν το όφελος ακόμη και κατά τις ώρες που η χονδρεμπορική τιμή βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο τρόπος λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς, όπου η ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης μπορεί να καθορίζει την οριακή τιμή. Έτσι, παραγωγοί με χαμηλό μεταβλητό κόστος ενδέχεται να εισπράττουν υψηλές αποζημιώσεις όταν η τιμή διαμορφώνεται από μονάδες ορυκτών καυσίμων.

Η ΕΒΙΚΕΝ επισημαίνει ότι αυτός ο μηχανισμός δημιουργεί προϋποθέσεις για σημαντικά έκτακτα κέρδη σε υδροηλεκτρικούς σταθμούς και σε ορισμένες μονάδες ΑΠΕ, ιδιαίτερα όταν δεν δεσμεύονται από σταθερούς μηχανισμούς αποζημίωσης.

Χαμένη ενέργεια και το κόστος της καθυστέρησης στις μπαταρίες

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά την περιορισμένη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης. Χωρίς επαρκείς μπαταρίες, το ηλεκτρικό σύστημα αδυνατεί να αξιοποιήσει πλήρως την παραγωγή των ΑΠΕ, ιδιαίτερα όταν η προσφορά ξεπερνά τις δυνατότητες απορρόφησης.

Σύμφωνα με την εκτίμηση της ΕΒΙΚΕΝ, τουλάχιστον 3 TWh πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας δεν αξιοποιούνται, λόγω των υφιστάμενων περιορισμών. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική ποσότητα, η οποία θα μπορούσε, εφόσον υπήρχε η κατάλληλη υποδομή αποθήκευσης, να μεταφερθεί χρονικά προς τις απογευματινές και βραδινές ώρες.

Η αξιοποίηση αυτής της ενέργειας θα περιόριζε την ανάγκη λειτουργίας ακριβότερων μονάδων φυσικού αερίου, δημιουργώντας προϋποθέσεις για χαμηλότερες τιμές και μειωμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Ο κ. Κοντολέων έθεσε μάλιστα το ενδεχόμενο το συνολικό οικονομικό κόστος των καθυστερήσεων να προσεγγίζει ή να υπερβαίνει τα 600 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το συγκεκριμένο ποσό αποτελεί ερώτημα προς τεκμηρίωση και όχι οριστικά υπολογισμένη ζημία.

Σε κάθε περίπτωση, η αποθήκευση αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα, καθώς χωρίς αυτήν η ανάπτυξη νέων φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη.

Οι χρεώσεις των 756 εκατ. ευρώ και τα ερωτήματα για την εξισορρόπηση

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη λειτουργία της αγοράς εξισορρόπησης, μέσω της οποίας διασφαλίζεται ότι η παραγωγή και η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν διαρκώς σε ισορροπία.

Τα στοιχεία που παρουσίασε η ΕΒΙΚΕΝ δείχνουν ότι οι χρεώσεις των Λογαριασμών Προσαυξήσεων ΛΠ2 και ΛΠ3 ανήλθαν σε 756 εκατ. ευρώ το πρώτο εννεάμηνο του 2026. Πρόκειται για ένα πρόσθετο κόστος που επιβαρύνει την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά μεταφέρεται, σε διαφορετικό βαθμό, στους καταναλωτές.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ορισμένες εβδομάδες οι συγκεκριμένες χρεώσεις προσέγγισαν κατά μέσο όρο τα 45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ καταγράφηκαν περιπτώσεις όπου μόνο ο ΛΠ3 πλησίασε τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Έτσι, ακόμη και όταν η τιμή της αγοράς επόμενης ημέρας μηδενίζεται, η συνολική οικονομική επιβάρυνση παραμένει σημαντική.

Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στις εντολές ανακατανομής παραγωγής που δίνονται για την αντιμετώπιση τεχνικών περιορισμών του συστήματος. Η ΕΒΙΚΕΝ θέτει ερωτήματα για το πώς διαμορφώνεται το σχετικό κόστος, ποιοι αποζημιώνονται και σε ποιον βαθμό οι διαδικασίες αυτές επιβαρύνουν τον ΛΠ3.

Το αίτημα για διαφάνεια και οι αλλαγές στην αγορά

Η βιομηχανία υποστηρίζει ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των στρεβλώσεων προϋποθέτει σαφή αποτύπωση κάθε συνιστώσας του κόστους. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δημοσιοποίηση αναλυτικών στοιχείων για τις επικουρικές υπηρεσίες, τις απώλειες μεταφοράς και την ανακατανομή παραγωγής (redispatching).

Για το 2023, το κόστος redispatching είχε διαμορφωθεί στα 248 εκατ. ευρώ, επί συνολικών σχετικών δαπανών 738 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα αναλυτικά στοιχεία για το 2025 και το 2026 δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα αξιολόγησης των επιβαρύνσεων.

Η Ένωση προτείνει οι δαπάνες ανακατανομής παραγωγής και επικουρικών υπηρεσιών να ανακτώνται μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος, αντί να ενσωματώνονται στους λογαριασμούς προσαυξήσεων. Μια τέτοια μεταβολή θα μπορούσε να καταστήσει περισσότερο διαφανή την κατανομή του κόστους, χωρίς όμως να εξασφαλίζει από μόνη της μείωση των συνολικών χρεώσεων.

Παράλληλα, επανέρχεται η συζήτηση για μεγαλύτερη αξιοποίηση μακροχρόνιων συμβάσεων ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) και αμφίδρομων συμβάσεων επί διαφοράς (CfDs), ώστε η τιμολόγηση της παραγωγής χαμηλού κόστους να επηρεάζεται λιγότερο από τις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου.

Το ζητούμενο για την ελληνική αγορά είναι πλέον διπλό: να αξιοποιεί αποτελεσματικότερα την αυξανόμενη πράσινη παραγωγή και να διασφαλίζει ότι το οικονομικό της όφελος μεταφέρεται στους τελικούς καταναλωτές. Διαφορετικά, η ενεργειακή μετάβαση θα συνεχίσει να προχωρεί με ταχύτερους ρυθμούς από τη μείωση του πραγματικού κόστους ηλεκτρισμού, διατηρώντας σημαντικές πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών.

Exit mobile version