Tρενάκι του τρόμου θυμίζει η τιμή του φυσικού αερίου τις τελευταίες ημέρες, προκαλώντας εφιάλτες στις πολιτικές ηγεσίες, στον επιχειρηματικό κόσμο, στους απλούς πολίτες, αλλά και στις κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο.

Η τρελή κούρσα των τιμών το τελευταίο διάστημα έφερε στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης και, στην καλύτερη περίπτωση, έναν πολύ δύσκολο χειμώνα. Τα μηνύματα κυρίως από τη ρωσική πλευρά -και δευτερευόντως από το Αζερμπαϊτζάν– ότι είναι σε θέση να εφοδιάσει με μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου την Ευρώπη, λειτούργησαν ανακουφιστικά για την αγορά (η τιμή έπεσε περίπου 40% σε λίγες ώρες), αλλά, όπως φαίνεται, η αβεβαιότητα παραμένει για τις εξελίξεις σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση, η τιμή του φυσικού αερίου έχει υπερδιπλασιαστεί από πέρσι και μένει να φανεί αν η αποσυμπίεση μετά τις ρωσικές δηλώσεις στα συμβόλαια αερίου για τον Νοέμβριο ήταν ένα προσωρινό διάλειμμα ή αν ο Πούτιν θα αθετήσει τις υποσχέσεις του.

Οι παρενέργειες ξεκινούν από το άλμα του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης -ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές χώρες που εξαρτώνται από το φυσικό αέριο- και απειλούν να προκαλέσουν μια ευρύτερη αύξηση των τιμών στην οικονομία, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις οι οποίες ήδη έχουν εμφανιστεί τους τελευταίους μήνες. Ταυτόχρονα, οι ελλείψεις σε φυσικό αέριο οδηγούν ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς σε εναλλακτικά καύσιμα, όπως το πετρέλαιο και το κάρβουνο, ανεβάζοντας και τις δικές τους τιμές.

Κάποιες προσομοιώσεις για την αγορά καταλήγουν και σε χειρότερα σενάρια, όπως το ενδεχόμενο η προσφορά φυσικού αερίου να είναι τόσο ανεπαρκής σε σχέση με τη ζήτηση, ώστε να φτάσουμε στο σημείο να μην υπάρχουν διαθέσιμες ποσότητες για να καλύψουν τη ζήτηση σε οποιαδήποτε τιμή.

Η ρωσική παρέμβαση εκτόνωσε αυτούς τους φόβους προς το παρόν, αλλά η στάση της Μόσχας μένει να αποσαφηνιστεί στην πράξη, καθώς συνδέεται εμφανώς με τις ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις της, εν μέσω των ανακατατάξεων που βρίσκονται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, οι οποίες εντάθηκαν με την πανδημία και την πρόσφατη συμφωνία AUKUS.

Η αγορά ενέργειας είναι τόσο περίπλοκη, σύνθετη και αβέβαιη που δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις.

Πώς δημιουργήθηκε το «κοκτέιλ μολότοφ» στην αγορά ενέργειας

Η μετάβαση στην πράσινη ενέργεια ενοχοποιείται από ορισμένους για την αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου, καθώς έχει προκαλέσει αύξηση της τιμής των λεγόμενων Δικαιωμάτων Ρύπων, τα οποία πρέπει να πληρώνουν όλες οι βιομηχανίες που εκπέμπουν αέρια του θερμοκηπίου, όπως οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας.

Επιπλέον, η ζήτηση φυσικού αερίου έχει αυξηθεί καθώς αποτελεί το λεγόμενο «ενδιάμεσο καύσιμο» μέχρι να αναπτυχθούν επαρκώς οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ ηλιακή, αιολική) και, κυρίως, οι τεχνολογίες αποθήκευσής τους, ανάμεσα στις οποίες και η τεχνολογία του υδρογόνου. Σύμφωνα, όμως, με την Κομισιόν μόνο το 1/5 της ανατίμησης του φυσικού αερίου οφείλεται στην αύξηση των Δικαιωμάτων Ρύπων.

Η συγκυρία τον τελευταίο χρόνο ήταν τέτοια που έφερε την αγορά φυσικού αερίου σε μια κατάσταση με πολύ περιορισμένη προσφορά, τη στιγμή που η ζήτηση άρχισε να αυξάνεται απότομα, καθώς οι οικονομίες έβγαιναν από την καραντίνα.

Επιπλέον, η άνοιξη στην Ευρώπη ήταν πιο κρύα από το συνηθισμένο, με αποτέλεσμα να εξαντληθούν τα αποθέματα, ενώ υπήρξε αυξημένη ζήτηση από την Ασία. Η παραγωγή αιολικής ενέργειας στην Ευρώπη ήταν μειωμένη λόγω καιρικών συνθηκών, ενώ και η Ρωσία μείωσε τις παραδόσεις φυσικού αερίου, επιτείνοντας το πρόβλημα.

Οι περισσότεροι αναλυτές, αλλά και οι ευρωπαϊκές αρχές και επιχειρηματίες της αγοράς ενέργειας εκτιμούν ότι η Ρωσία θα μπορούσε πράγματι να εκτονώσει τις πιέσεις, αλλά το ζήτημα είναι βέβαια τι ανταλλάγματα θα ζητήσει ο Πούτιν. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, η Ρωσία είχε μειώσει τις παραδόσεις αερίου για να πιέσει την Ευρώπη να εγκρίνει τη λειτουργία του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2, ο οποίος καταλήγει απευθείας στη Γερμανία -παρακάμπτοντας την Ουκρανία η οποία σήμερα κρατάει τη «βαλβίδα» του υφιστάμενου αγωγού. Η κατασκευή του αγωγού έχει ολοκληρωθεί, αλλά δεν έχει αρχίσει η λειτουργία του, καθώς δεν έχουν δοθεί οι εγκρίσεις από τις γερμανικές αρχές.

Η κρίση που έχει δημιουργηθεί στην αγορά ενέργειας έχει δώσει λαβή και σε φωνές κριτικής απέναντι στην ευρωπαϊκή πολιτική για την πράσινη μετάβαση, με το σκεπτικό ότι χωρίς οι ΑΠΕ να είναι ακόμα έτοιμες και ενώ οι τιμές τους είναι ακριβές, εγκαταλείπονται και επιβαρύνονται με αντικίνητρα που αυξάνουν το κόστος (Δικαιώματα Ρύπων, πράσινοι φόροι) οι άλλες παραδοσιακές και «βρώμικες» πηγές ενέργειας, με αποτέλεσμα να προκαλούνται διαταραχές στην αγορά, όπως το ράλι της τιμής του φυσικού αερίου.

Ορισμένες χώρες, όπως η Πολωνία, μάχονται τις αποφάσεις για κατάργηση της λιγνιτοπαραγωγής και επιμένουν στη λειτουργία των εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρισμού παρά τα πρόστιμα που επιβάλλει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Ταυτόχρονα ενισχύονται και οι φωνές στην Ευρώπη που ζητούν έκτακτα μέτρα για αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ανάμεσα στα οποία και η έκτακτη χρήση παραδοσιακών πηγών ενέργειας, με το επιχείρημα ότι η πολιτική της ενέργειας είναι εθνική αρμοδιότητα και επομένως θα μπορούσαν να υιοθετηθούν παρόμοια μέτρα, έστω και σε έκτακτη βάση.

Από την άλλη πλευρά, δεν παύει να υπάρχει και ο γεωπολιτικός χαρακτήρας της πράσινης μετάβασης. Πέρα από την προστασία της ανθρωπότητας από τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, υπάρχει και το ζήτημα ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ορυκτά ενεργειακά αποθέματα, όπως πετρέλαιο ή φυσικό αέριο (εκτός από ορισμένες περιοχές που έχουν λιγνίτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), επομένως η ενεργειακή αυτονομία της Ε.Ε. συνδέεται άρρηκτα με την πράσινη μετάβαση.

Ο φόβος του στασιμοπληθωρισμού

Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι οι εξελίξεις στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου έχουν επιπτώσεις ευρύτερα στην παγκόσμια οικονομία και αυτός είναι ο λόγος που οι κρατικές και νομισματικές αρχές βλέπουν εφιάλτες με το φυσικό αέριο.

Ορισμένοι αναλυτές φτάνουν στο σημείο να μην αποκλείουν, εκτός από τις ανατιμήσεις ακόμα και ελλείψεις στην αγορά τροφίμων, η οποία σε κάποια κομμάτια της συνδέεται άμεσα με το φυσικό αέριο (λιπάσματα, θερμοκήπια κ.λπ.). Κάποια think tanks κάνουν λόγο και για τον κίνδυνο επισιτιστικής κρίσης εάν τα πράγματα δεν τεθούν υπό έλεγχο.

Aν τελικά οι ενεργειακές ανατιμήσεις δεν τεθούν υπό έλεγχο, υπάρχει ο κίνδυνος να ανέβει το επίπεδο τιμών γενικά στην οικονομία (πληθωρισμός) και να υποχρεώσει τις κεντρικές τράπεζες να παρέμβουν αυξάνοντας τα επιτόκια και σταματώντας τις μαζικές αγορές ομολόγων (ποσοτική χαλάρωση ή «τύπωμα χρήματος»), με κίνδυνο να προκαλέσουν στασιμότητα ή ύφεση στην οικονομία.

Eνα τέτοιο σενάριο είναι παρόμοιο με εκείνο του στασιμοπληθωρισμού που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του ’70, όταν μετά την ανατίμηση του πετρελαίου είχαμε ταυτόχρονα πληθωρισμό και οικονομική στασιμότητα.

Αυτός είναι ο μεγάλος φόβος των κεντρικών τραπεζιτών. Οι απειλές αυτές εμφανίζονται τη στιγμή που ήδη ο πληθωρισμός ανεβαίνει διεθνώς καθώς οι οικονομίες ανακάμπτουν μετά την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία.

Κριστίν Λαγκάρντ

Oσοι οι τελευταίες «ανοίγουν» η ζήτηση αυξάνεται, ενώ ακόμα η προσφορά δεν έχει «προλάβει» να προσαρμοστεί μετά τη διακοπή της παραγωγής και της εφοδιαστικής αλυσίδας την περίοδο της καραντίνας.

Οταν ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι κεντρικές τράπεζες ανεβάζουν τα επιτόκια για να «μαζέψουν» το χρήμα και να σταματήσουν την άνοδο των τιμών, έτσι ώστε να μην ξεπεράσει ένα όριο, γύρω στο 2%. Υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να σταματήσουν και τις μαζικές αγορές ομολόγων (τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση ή «τύπωμα χρήματος»), με τις οποίες διοχετεύουν τεράστιες ποσότητες χρήματος στην αγορά για να ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα.

Η ανησυχία, όμως, των κεντρικών τραπεζών σήμερα είναι ότι εάν αυξήσουν τα επιτόκια ή σταματήσουν το «τύπωμα χρήματος» θα πληγεί η ανάκαμψη που ξεκίνησε μετά τις καραντίνες και η οικονομία θα ξαναπέσει σε ύφεση.

Ολες οι κεντρικές τράπεζες εκτιμούν, μέχρι στιγμής, ότι ο πληθωρισμός είναι παροδικός και θα υποχωρήσει, όταν η ισορροπία στην αγορά αποκατασταθεί, κάτι που δεν θα αργήσει να συμβεί.

Γι’ αυτό και δεν έχουν περιορίσει σοβαρά τις αγορές ομολόγων και δεν έχουν ανεβάσει τα επιτόκια. Ωστόσο, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφτασε το 3,4% τον Σεπτέμβριο (στη Γερμανία «χτύπησε» το 4,1% που αποτελεί υψηλό 29ετίας), ενώ στις ΗΠΑ βρίσκεται πάνω από το 5% από τον Μάιο, τη στιγμή που το επίσημο όριο είναι 2%, έστω και ερμηνευόμενο ως μέσος όρος σε ένα χρονικό βάθος.

Οι διεθνείς τιμές ορισμένων εμπορευμάτων, όπως το βαμβάκι και ο καφές βρίσκονται 70% ψηλότερα απ’ ό,τι πέρσι, ενώ έχουν αυξηθεί και εκείνες των τροφίμων όπως το στάρι (20%), το καλαμπόκι (32%), η σόγια (18%) κ.ά.

Η κυρία Κριστίν Λαγκάρντ επανέλαβε την περασμένη εβδομάδα την εκτίμηση ότι οι διαταραχές στην αγορά ενέργειας είναι παροδικές καθώς και ότι η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό είναι ότι θα εξασθενήσει την επόμενη χρονιά. «Δεν πρέπει να αντιδράσουμε υπερβολικά στις ελλείψεις στην προσφορά ή στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, καθώς η νομισματική μας πολιτική δεν μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα φαινόμενα αυτά», είπε χαρακτηριστικά σε ομιλία της δίνοντας το στίγμα ότι η ΕΚΤ δεν προτίθεται να αλλάξει την νομισματική της πολιτική.

Βέβαια, δύο εβδομάδες νωρίτερα η κυρία Λαγκάρντ είχε δηλώσει σε συνέντευξή της ότι οι ανατιμήσεις στην αγορά ενέργειας μπορεί να διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι τα προβλήματα στην προσφορά άλλων αγαθών που προέκυψαν στη διάρκεια της πανδημίας.

Στην ίδια συνέντευξη (στο δίκτυο CNBC) είχε πει επίσης ότι τα «πράγματα θα αρχίσουν να μπαίνουν στη θέση τους καθώς θα προκύπτουν νέες πηγές προσφοράς ενέργειας» και ότι η σημερινή συγκυρία είναι μια περίοδος προσαρμογής, καθώς γίνεται η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα σε νέες πηγές ενέργειας.

Διαβάστε ακόμη:

 

Γεωργιάδης: Δεν μπορεί να μειωθεί ο φόρος στα καύσιμα λόγω πληθωρισμού

Ντόρης Μαργέλλος: Στο σφυρί τα δύο σκάφη ενός bon viveur (pics)

Ποιες αποδείξεις φέρνουν έξτρα έκπτωση φόρου έως και €2.200