Ενέργεια & Περιβάλλον

Υδρογονάνθρακες: Ο «χορός» των αποχωρήσεων φέρνει νέο σχέδιο

  • Σταύρος Γριμάνης


Η αναμενόμενη κίνηση των ΕΛΠΕ μετά την «ισπανική υποχώρηση» δημιουργεί την ανάγκη για ένα νέο συνολικό «αφήγημα»- Η διαφορετική περίπτωση της Κρήτης

Νέο συνολικό σχεδιασμό για την έρευνα και την εκμετάλλευση των υδρογοναθράκων που πιθανολογείται ότι βρίσκονται στα ελληνικά χερσαία και θαλάσσια οικόπεδα φέρνουν οι διαδοχικές αποχωρήσεις των παικτών της εγχώριας και διεθνούς αγοράς.

Η τελευταία τέτοια κίνηση από την πλευρά των ΕΛΠΕ, μόλις πριν λίγες ημέρες, ήρθε να προστεθεί στις αντίστοιχες με αφετηρία την Repsol. Η ισπανική εταιρεία η οποία συμμετείχε σε τρία projects στο Ιόνιο, στην Αιτωλοακαρνανία και στην περιοχή Ιωαννίνων ξεκίνησε τον Ιανουάριο να αποχωρεί, -μαζί με την Energean-, αρχικά από την Αιτωλοακαρνανία άνευ ανταλλάγματος, τον Μάρτιο ακολούθησε η αποχώρηση από την κοινοπραξία των Ιωαννίνων και πρόσφατα έφυγε και από το μπλοκ του Ιονίου, όπου είχε το 50% και το μάνατζμεντ.

Η πλήρης φυγή της Repsol από τα projects έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στη χώρα μας ασφαλώς αποτελούσε μέρος μιας συνολικότερης στρατηγικής της με στόχο το δραστικό περιορισμό των επενδύσεων του ισπανικού ομίλου στον τομέα έρευνας και παραγωγής (E&P), απόρροια της οποίας ήταν η εγκατάλειψη 20 εκ των 34 έργων στα οποία συμμετείχε.

Βέβαια, η κίνηση της Repsol αποτύπωνε το γενικότερο προβληματισμό των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων για το νέο περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά την πτώση των τιμών του αργού λόγω της πανδημίας, αλλά και της επιταχυνόμενης ενεργειακής μετάβασης προς τις «πράσινες» λύσεις, υπό το βάρος μάλιστα των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο αυτό εκτιμάται ότι σε περιπτώσεις, όπως της Ελλάδας, όπου εκκρεμεί η δαπανηρή έρευνα για τον εντοπισμό και την επιβεβαίωση των πιθανολογούμενων κοιτασμάτων το επενδυτικό ρίσκο μεγιστοποιείται, την ώρα που οι άλλοι «παράγοντες της εξίσωσης» καθίστανται αποτρεπτικοί.

Έτσι, μέσα σε αυτό το κλίμα η πρόσφατη απόφαση των ΕΛΠΕ να αποχωρήσουν από τις χερσαίες παραχωρήσεις υδρογονανθράκων σε Άρτα-Πρέβεζα και Βορειοδυτική Πελοπόννησο ήταν σχεδόν αναμενόμενη.

Είναι δε ενδεικτικό ότι η διοίκηση των ΕΛΠΕ ως προς τα αίτια τονίζει ότι «εστιάζει τις προσπάθειές στον εντοπισμό βιώσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές που έχει εντάξει στο χαρτοφυλάκιο της», ενώ προσθέτει ότι «συνεχίζει να εξετάζει το ενδεχόμενο εξεύρεσης αξιόπιστων συνεταίρων που διαθέτουν διεθνές κύρος, τεχνογνωσία, εγνωσμένη εμπειρία, καθώς και την απαιτούμενη οικονομική ευρωστία για να συνεισφέρουν στο εγχείρημα».

Αποτέλεσμα της παραπάνω εξέλιξης είναι τα δικαιώματα έρευνας και παραγωγής των δύο παραχωρήσεων να επιστραφούν εκ νέου στο ελληνικό Δημόσιο.

Υπενθυμίζεται ότι στη λίστα της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων με τις υπό έρευνα περιοχές περιλαμβάνονται τέσσερις χερσαίες (Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Άρτα-Πρέβεζα και Β.Δ. Πελοπόννησος), και πέντε θαλάσσιες (Κατάκολο, Πατραϊκός, Θρακικό Πέλαγος, Δυτική Κρήτη, Νοτιοανατολική Κρήτη).

Η ξεχωριστή περίπτωση της Κρήτης

Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η περίπτωση της Κρήτης η οποία εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τόσο σε επίπεδο προσδοκιών, όσο και των εμπλεκομένων εταιρειών. Καταρχάς είναι το μέγεθος των πετρελαϊκών ομίλων που έχουν αναλάβει τις παραχωρήσεις, με τις ExxonMobil και Total, -δηλαδή δύο εκ των πρωταγωνιστών της διεθνούς αγοράς-, να κατέχουν από 40% και τα ΕΛΠΕ 20%.

Έπειτα είναι το χρονικό περιθώριο που διαθέτουν οι παραχωρησιούχοι για να ξεκινήσουν τις σεισμικές έρευνες και τις γεωτρήσεις. Βάσει της σύμβασης υπάρχει ένας ολόκληρος χρόνος μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022 ενώ προβλέπεται δικαίωμα παράτασης έως το 2028, οπότε δεν επείγονται για γρήγορες απαντήσεις. Αντίθετα έχουν το περιθώριο να συνεκτιμήσουν όλα τα δεδομένα, δηλαδή την πορεία της αγοράς, τις μελλοντικές προοπτικές και προκλήσεις σε συνδυασμό βέβαια με τις πρώτες εκτιμήσεις για τα πιθανολογούμενα κοιτάσματα στην περιοχή, που αν επιβεβαιωθούν θα την κατατάξουν στις κορυφαίες της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα νέα δεδομένα με τις διαδοχικές αποχωρήσεις από τα εγχώρια «οικόπεδα», αλλά και τα γνωστά «ελληνικά» φαινόμενα των παθογενειών και της γραφειοκρατίας,- για τα οποία, ωστόσο, την τελευταία διετία έχει γίνει προσπάθεια αντιμετώπισης-, δημιουργούν την ανάγκη για ένα συνολικό διαφορετικό πλαίσιο από πλευράς της Πολιτείας.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στην κυβέρνηση, στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στην ΕΔΕΥ, έχουν αρχίσει και ωριμάζουν σκέψεις και πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση ενός νέου αφηγήματος για τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες. Μένει να δούμε πώς αυτό θα λάβει πρακτικό περιεχόμενο.