Στην αγορά καυσίμων διαμορφώνεται μια αντίφαση με διαφορετικές συνέπειες για καταναλωτές και κρατικό ταμείο: οι ποσότητες περιορίζονται, αλλά η ακρίβεια διατηρεί τις φορολογικές εισπράξεις κοντά στα περσινά επίπεδα. Οι οδηγοί αγοράζουν λιγότερα λίτρα, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε ανάλογη ανακούφιση του προϋπολογισμού τους. Αντίθετα, οι υψηλότερες τιμές ενισχύουν τον ΦΠΑ, αντισταθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό την υποχώρηση των εσόδων από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ).
Η διαφοροποίηση προκύπτει από τον τρόπο υπολογισμού των δύο φόρων. Ο ΕΦΚ στα καύσιμα συνδέεται με την ποσότητα που διατίθεται στην αγορά, ενώ ο ΦΠΑ ακολουθεί την τελική τιμή πώλησης. Έτσι, η μείωση της κατανάλωσης αφήνει αποτύπωμα στον πρώτο, ενώ οι ανατιμήσεις λειτουργούν ενισχυτικά για τον δεύτερο, ακόμη και όταν οι πωλήσεις υποχωρούν.
Η ακρίβεια αντισταθμίζει τις απώλειες
Στο διάστημα Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου, οι εισπράξεις ΦΠΑ από τα πετρελαιοειδή διαμορφώθηκαν σε 1,70 δισ. ευρώ, έναντι 1,48 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η αύξηση έφθασε το 14,5%, ενώ η υπέρβαση έναντι του στόχου ανήλθε σε 189 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για εξέλιξη που συνυπάρχει με την κάμψη των ποσοτήτων. Ενδεικτικά, ο συνδυασμός υποχώρησης του όγκου κατά 6,6% και ενίσχυσης των εσόδων ΦΠΑ κατά 14,5% παραπέμπει σε μέση ανατίμηση ανά λίτρο της τάξης του 20%. Ο υπολογισμός αποτυπώνει ενδεικτικά την επίδραση των τιμών και δεν αποτελεί αυτοτελή καταγραφή της πορείας κάθε καυσίμου.
Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε ο ΕΦΚ ενεργειακών προϊόντων. Οι εισπράξεις του εννεαμήνου περιορίστηκαν στα 2,99 δισ. ευρώ, από 3,21 δισ. ευρώ το 2025, εμφανίζοντας μείωση 212 εκατ. ευρώ ή 6,6%. Καθώς ο προϋπολογισμός είχε προβλέψει έσοδα ίσα με τα περσινά, το ίδιο ποσό συνιστά και την απόσταση από τον στόχο.
Η συγκεκριμένη υστέρηση εξηγεί σχεδόν ολόκληρη τη συνολική απόκλιση των ΕΦΚ, η οποία φθάνει τα 239 εκατ. ευρώ. Στα καπνικά προϊόντα η διαφορά από τον στόχο είναι 23 εκατ. ευρώ και στα λοιπά προϊόντα μόλις 4 εκατ. ευρώ, στοιχείο που αναδεικνύει την ενέργεια ως βασικό σημείο πίεσης.
Χαμηλότερος στόχος για το σύνολο του έτους
Αυτή η εικόνα αποτυπώνεται πλέον και στον δημοσιονομικό σχεδιασμό. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2027 κατεβάζει την εκτίμηση για τα συνολικά φετινά έσοδα από ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα 7,18 δισ. ευρώ, αντί των 7,46 δισ. ευρώ που είχαν αρχικά εγγραφεί.
Η αναθεώρηση αντιστοιχεί σε 280 εκατ. ευρώ ή 3,8%. Ο νέος πήχης βρίσκεται επίσης χαμηλότερα από τα 7,42 δισ. ευρώ που είχαν εισπραχθεί το 2025, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες για ασθενέστερη κατανάλωση στο σύνολο της χρονιάς.
Παρότι το προσχέδιο δεν κατανέμει την αναθεώρηση ανά προϊόν, τα δεδομένα του εννεαμήνου δείχνουν πού εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Εάν συνεχιστεί η ίδια τάση στο τελευταίο τρίμηνο, ο ΕΦΚ ενέργειας εκτιμάται ότι θα αποδώσει περίπου 4,07 δισ. ευρώ, με απόκλιση γύρω στα 265 εκατ. ευρώ από τον αρχικό στόχο των 4,34 δισ. ευρώ.
Για το Δημόσιο, πάντως, η συνολική εικόνα παραμένει συγκριτικά ανθεκτική. Μαζί, ο ΕΦΚ ενέργειας και ο ΦΠΑ καυσίμων απέφεραν 4,69 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, ποσό σχεδόν αμετάβλητο έναντι του 2025 και μόλις 23 εκατ. ευρώ χαμηλότερο από τον στόχο.
Η ισορροπία αυτή δεν σημαίνει αντίστοιχη σταθερότητα για τα νοικοκυριά. Η αύξηση του κόστους περιορίζει την αγοραστική τους δυνατότητα, οδηγώντας σε μικρότερες ποσότητες ανεφοδιασμού. Στις δαπάνες του εννεαμήνου καταγράφονται 131 εκατ. ευρώ για το Fuel Pass και 136 εκατ. ευρώ για την επιδότηση του diesel κίνησης. Οι ενισχύσεις συνδέονται με αυτήν ακριβώς την πίεση: το κράτος διατηρεί μεγάλο μέρος των εισπράξεών του, ενώ οι καταναλωτές καλούνται να προσαρμόσουν τις αγορές τους στις ακριβότερες τιμές. Η φορολογική αντοχή, επομένως, συνυπάρχει με σαφή υποχώρηση της κατανάλωσης, χωρίς να συνεπάγεται βελτίωση της οικονομικής θέσης των αγοραστών καυσίμων.
