search icon

Newmoney Energy

Λιπάσματα: Η κρίση στη Μέση Ανατολή φέρνει αυξήσεις σε κόστος παραγωγής και πιέσεις στους αγρότες

Ο πόλεμος στο Ιράν διακόπτει κρίσιμες ροές λιπασμάτων από τη Μέση Ανατολή, εκτοξεύει το κόστος για τους αγρότες και απειλεί τις επόμενες σοδειές, εντείνοντας τους κινδύνους για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια

Damien MEYER / AFP

Μια νέα, πιο σύνθετη κρίση κόστους απλώνεται πάνω από την παγκόσμια αγροτική παραγωγή, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν έχει διακόψει κρίσιμες ροές λιπασμάτων και πρώτων υλών από τη Μέση Ανατολή. Οι αγρότες, που μόλις είχαν αρχίσει να αφήνουν πίσω τους το σοκ του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, βρίσκονται ξανά μπροστά σε εκρηκτικές αυξήσεις τιμών. Αυτή τη φορά, όμως, η εικόνα είναι δυσκολότερη: οι τιμές των σιτηρών παραμένουν χαμηλές, τα περιθώρια κέρδους έχουν συμπιεστεί και η δυνατότητα απορρόφησης του αυξημένου κόστους είναι πολύ πιο περιορισμένη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι παραγωγοί σε πολλές περιοχές του κόσμου αναθεωρούν ήδη τα καλλιεργητικά τους σχέδια, περιορίζουν αγορές λιπασμάτων ή στρέφονται σε φθηνότερες και λιγότερο αποδοτικές λύσεις. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ανησυχία όχι μόνο για το εισόδημα των αγροτών, αλλά και για την επόμενη φάση της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ και η ουρία

Η Μέση Ανατολή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους παραγωγής και διακίνησης λιπασμάτων διεθνώς. Μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου περνά από τα Στενά του Ορμούζ, όπου η κυκλοφορία έχει ουσιαστικά παγώσει λόγω της σύγκρουσης.

Η διακοπή αυτή έχει χτυπήσει ιδιαίτερα την ουρία, βασικό αζωτούχο λίπασμα που χρησιμοποιείται σε πολλές μεγάλες καλλιέργειες. Οι προμήθειες από το Κατάρ, όπου λειτουργεί η μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής στον κόσμο, έχουν διακοπεί, ενώ περιορισμένες είναι και οι ροές θείου και αμμωνίας, δύο κρίσιμων πρώτων υλών για την παραγωγή σειράς λιπασμάτων.

Η σύγκριση με την κρίση του 2022 είναι αναπόφευκτη. Τότε, παρά τις αναταράξεις, σημαντικές ποσότητες λιπασμάτων συνέχισαν τελικά να φτάνουν στην αγορά. Σήμερα, η διακοπή εφοδιασμού εμφανίζεται πιο απότομη και πιο άμεση, γεγονός που ενισχύει τον φόβο ότι οι επιπτώσεις μπορεί να αποδειχθούν βαθύτερες.

Το κόστος που δεν αντέχουν οι παραγωγοί

Από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου, οι τιμές των λιπασμάτων έχουν αυξηθεί σημαντικά, με την ουρία να καταγράφει τη μεγαλύτερη άνοδο. Η αύξηση αντανακλά την απώλεια περίπου του ενός τρίτου του παγκόσμιου εμπορεύσιμου όγκου που συνήθως εξάγεται από τον Κόλπο.

Ορισμένες χώρες με μεγάλες ανάγκες παραγωγής τροφίμων επιχειρούν να εξασφαλίσουν αποθέματα παρά το αυξημένο κόστος. Η Ινδία, η μεγαλύτερη παραγωγός ρυζιού και δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός σιταριού στον κόσμο, προχώρησε σε εισαγωγές-ρεκόρ ουρίας, πληρώνοντας σχεδόν διπλάσιες τιμές σε σχέση με δύο μήνες πριν.

Για πολλούς αγρότες, όμως, τέτοιες τιμές είναι απαγορευτικές. Το 2022, οι υψηλές τιμές των σιτηρών είχαν λειτουργήσει ως «μαξιλάρι», επιτρέποντας στους παραγωγούς να καλύψουν μέρος της αύξησης του κόστους. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Οι άφθονες σοδειές σιτηρών και ελαιούχων σπόρων των τελευταίων ετών έχουν κρατήσει τις τιμές των καλλιεργειών χαμηλά.

Στο Σικάγο, οι τιμές του σιταριού κινούνται περίπου στο μισό των επιπέδων που είχαν πριν από τέσσερα χρόνια, ενώ η σόγια ήταν τότε σχεδόν 50% ακριβότερη από σήμερα. Έτσι, οι καλλιεργητές καλούνται να πληρώσουν πολύ ακριβότερα λιπάσματα με πολύ χαμηλότερα έσοδα.

Ο κίνδυνος για τις αποδόσεις

Τα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η ουρία, δεν είναι εύκολα υποκαταστάσιμα. Για πολλές καλλιέργειες πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε καλλιεργητική περίοδο και επηρεάζουν άμεσα τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής. Στο σιτάρι, για παράδειγμα, η επάρκεια αζώτου συνδέεται με την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.

Οι παραγωγοί μπορούν να περιορίσουν προσωρινά τη χρήση άλλων θρεπτικών στοιχείων, όπως ο φώσφορος και το κάλιο, χωρίς άμεση απώλεια απόδοσης. Όμως και αυτή η επιλογή μπορεί να γίνει δύσκολη αν η αγορά φωσφόρου πιεστεί για μεγάλο διάστημα, καθώς οι περιορισμοί στις κινεζικές εξαγωγές συμπίπτουν με τις διαταραχές σε θείο και αμμωνία.

Σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί αγρότες ενδέχεται να πάρουν το ρίσκο να χρησιμοποιήσουν μικρότερες ποσότητες λιπασμάτων. Μια τέτοια απόφαση μπορεί να μειώσει άμεσα το κόστος, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο χαμηλότερων αποδόσεων και ασθενέστερης ποιότητας στη σοδειά.

Εγκλωβισμένες ποσότητες και καθυστερήσεις μηνών

Από την αρχή της σύγκρουσης έχουν χαθεί τουλάχιστον 2 εκατομμύρια μετρικοί τόνοι παραγωγής ουρίας, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 3% του ετήσιου θαλάσσιου εμπορίου. Η απώλεια οφείλεται στο κλείσιμο εργοστασίων στη Μέση Ανατολή, αλλά και σε διακοπές λειτουργίας στην Ινδία, στο Μπανγκλαντές και στη Ρωσία.

Την ίδια ώρα, σχεδόν 1 εκατομμύριο τόνοι λιπασμάτων που είχαν ήδη φορτωθεί σε πλοία παραμένουν εγκλωβισμένοι στον Κόλπο. Ακόμη και αν οι εχθροπραξίες σταματήσουν σύντομα και τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν ξανά, η αποσυμφόρηση θα απαιτήσει εβδομάδες.

Η αγορά εκτιμά ότι η περιορισμένη διαθεσιμότητα μπορεί να συνεχιστεί για μήνες, λόγω ζημιών σε παραγωγικές εγκαταστάσεις του Κόλπου και έντονου ανταγωνισμού για εναλλακτικές προμήθειες. Η επιστροφή στην κανονικότητα δεν αναμένεται άμεση.

Η επισιτιστική ασφάλεια στο επίκεντρο

Βραχυπρόθεσμα, η παγκόσμια αγορά τροφίμων διαθέτει ορισμένες άμυνες. Πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις έχουν ακόμη αποθέματα λιπασμάτων, ενώ οι περσινές ισχυρές σοδειές αύξησαν τα παγκόσμια αποθέματα σιτηρών.

Ωστόσο, οι ανησυχίες μεγαλώνουν για τις επόμενες καλλιεργητικές περιόδους. Διεθνείς γεωργικοί φορείς έχουν ήδη αρχίσει να μειώνουν τις προβλέψεις τους για τις επόμενες σοδειές, ενώ ο ΟΗΕ προειδοποιεί για κινδύνους στην επισιτιστική ασφάλεια των αναπτυσσόμενων χωρών.

Το 2022, το αυξημένο κόστος λιπασμάτων είχε συμβάλει στην επιδείνωση της πείνας σε φτωχές χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές. Περιοχές όπως η Ανατολική Αφρική θεωρούνται και σήμερα ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς διαθέτουν περιορισμένη δημοσιονομική δυνατότητα και μεγάλη εξάρτηση από εξωτερικές προμήθειες.

Αυστραλία, Βραζιλία και Ευρώπη στο επίκεντρο

Η Αυστραλία μπορεί να δώσει μια πρώτη εικόνα για το πώς η κρίση επηρεάζει τις αποφάσεις των παραγωγών. Στη Δυτική Αυστραλία, η έκταση σποράς σιταριού αναμένεται να μειωθεί κατά 14%, καθώς οι αγρότες απομακρύνονται από μια καλλιέργεια που απαιτεί πολλά λιπάσματα και προσφέρει χαμηλότερα περιθώρια κέρδους.

Όσοι συνεχίσουν να καλλιεργούν σιτάρι μπορεί να περιορίσουν την ποσότητα λιπάσματος που εφαρμόζουν, με πιθανές επιπτώσεις στις αποδόσεις.

Στη Βραζιλία, τον μεγαλύτερο εξαγωγέα σόγιας στον κόσμο, οι αναλυτές αναμένουν χαμηλότερη χρήση λιπασμάτων και πιθανή στροφή σε φθηνότερα προϊόντα, όπως το θειικό αμμώνιο, που όμως δεν έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα.

Στη Νοτιοανατολική Ασία, οι αποδόσεις στο φοινικέλαιο μπορεί επίσης να πιεστούν, ενώ οι ελλείψεις θρεπτικών συστατικών θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνες για τα νεότερα δέντρα.

Στην Ευρώπη, οι αποφάσεις για την εαρινή σπορά μετακινούνται ήδη εις βάρος του καλαμποκιού, το οποίο απαιτεί υψηλές εισροές. Σε χώρες όπως η Γαλλία, οι παραγωγοί εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί, ενώ η μειωμένη εφαρμογή συμπληρωματικού αζώτου μπορεί να περιορίσει την ποιότητα της φετινής σοδειάς σιταριού.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, όμως, αφορά το φθινόπωρο. Αν οι Ευρωπαίοι αγρότες βρεθούν χωρίς επαρκή ρευστότητα, μπορεί να μειώσουν συνολικά τις εκτάσεις σιτηρών, μεταφέροντας την κρίση στη σοδειά του 2027.

Διαβάστε ακόμη

Μυτιληναίος: Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια πολιτικής αστάθειας – Ακριβότερη ενέργεια και πίεση στη βιομηχανία

Θεοδωρόπουλος: Εκκληση για περισσότερα θερμοκήπια στην Ελλάδα και το παράπονο προς την Ευρώπη για Τουρκία – Μαρόκο

Dark Matter: Το μουσείο όπου το φως γίνεται εμπειρία

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version