Για περισσότερο από δύο μήνες, η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί υπό ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο: τα Στενά του Ορμούζ, η σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη, παραμένουν ουσιαστικά κλειστά, περιορίζοντας δραστικά τη ροή πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή. Κι όμως, παρά το τεράστιο σοκ στην προσφορά, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου δεν έχουν φτάσει στα ακραία επίπεδα που προέβλεπαν αρχικά οι αγορές και οι αναλυτές.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό αλλά και συζητήσεις γύρω από το πώς η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να αντέχει, τη στιγμή που από την αγορά λείπουν ποσότητες πετρελαίου χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Σύμφωνα με αναλυτές της Morgan Stanley, καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών παίζουν οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα. Η παρέμβαση, άμεση ή έμμεση, των δύο υπερδυνάμεων έχει λειτουργήσει σαν προσωρινό «μαξιλάρι» απέναντι στη μεγαλύτερη ενεργειακή αναταραχή που έχει καταγραφεί στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου.
Η μεγαλύτερη διαταραχή στην αγορά πετρελαίου
Από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, σχεδόν 1 δισεκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου έχουν χαθεί από τη διεθνή αγορά. Η ημερήσια απώλεια προμήθειας από επτά χώρες της περιοχής υπολογίζεται περίπου στα 12,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, επίπεδο που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν πρωτοφανές.
Παρά το μέγεθος του σοκ, οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί περίπου κατά 40%, ξεπερνώντας τα 100 δολάρια το βαρέλι, χωρίς όμως να αγγίζουν τα επίπεδα πανικού που είχαν σημειωθεί το 2022 μετά τη μείωση των ρωσικών προμηθειών, όταν οι τιμές πλησίασαν τα 140 δολάρια.
Η σύγκριση αυτή θεωρείται ενδεικτική της σχετικής ανθεκτικότητας που εμφανίζει σήμερα η αγορά. Επιπλέον, αρκετοί αναλυτές υπενθυμίζουν ότι μεταξύ 2011 και 2014 το πετρέλαιο κινούνταν επίσης κοντά στα 100 δολάρια σε όρους προσαρμοσμένους στον πληθωρισμό, γεγονός που κάνει τα σημερινά επίπεδα να φαίνονται λιγότερο ακραία σε ιστορική βάση.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και της Κίνας
Η εικόνα αυτή δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς τις κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Οι ΗΠΑ αύξησαν σημαντικά τις εξαγωγές πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, προσθέτοντας περίπου 3,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στην παγκόσμια αγορά.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα περιόρισε τις εισαγωγές της κατά περίπου 5,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, μειώνοντας έτσι μέρος της διεθνούς ζήτησης και επιτρέποντας μεγαλύτερη ισορροπία στην αγορά.
Συνολικά, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη φαίνεται να έχουν απορροφήσει σχεδόν τα δύο τρίτα της καθημερινής έλλειψης που δημιουργήθηκε μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή δεν θεωρείται μακροπρόθεσμα βιώσιμη. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, η εκτόξευση των εξαγωγών στηρίζεται κυρίως στη χρήση αποθεμάτων, ακόμη και στρατηγικών αποθεμάτων, και όχι σε ουσιαστική αύξηση της παραγωγής.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα φαίνεται να διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια αντοχής. Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το Πεκίνο μπορεί να συνεχίσει να αντλεί εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από τα αποθέματά του για αρκετούς ακόμη μήνες, διατηρώντας έναν ρυθμό που ίσως επιτρέψει τη σχετική ισορροπία της αγοράς μέχρι το τέλος του έτους.
Οι αγορές εξακολουθούν να ποντάρουν στο άνοιγμα
Πέρα από τις κινήσεις ΗΠΑ και Κίνας, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συγκρατούν προσωρινά τις τιμές. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κινούνταν ήδη σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα παρέμεναν αυξημένα.
Παράλληλα, οι αγορές συνεχίζουν να θεωρούν πιθανό ένα σταδιακό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ τους επόμενους μήνες. Η αγορά προθεσμιακών συμβολαίων ενέργειας εξακολουθεί να ποντάρει σε αποκλιμάκωση της κρίσης, εκτιμώντας ότι οι μεγάλες οικονομίες δεν θα επιτρέψουν παρατεταμένη ενεργειακή ασφυξία που θα πυροδοτούσε νέο κύμα πληθωρισμού.
Αυτό το κλίμα αισιοδοξίας έχει συμβάλει και στη σχετική ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας. Οι προβλέψεις για ύφεση στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βελτιωθεί ελαφρώς σε σχέση με τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, αν και οι κίνδυνοι παραμένουν σημαντικοί.
Οι ανησυχίες πλέον επικεντρώνονται κυρίως στην κατανάλωση και στη δυνατότητα των νοικοκυριών να αντέξουν ένα παρατεταμένο διάστημα υψηλών ενεργειακών τιμών, ειδικά καθώς εξαντλείται η επίδραση από φορολογικές επιστροφές και τα ποσοστά αποταμίευσης παραμένουν χαμηλά.
Ο κίνδυνος ενός νέου ενεργειακού σοκ
Πίσω από τη σχετική ψυχραιμία των αγορών, αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η σημερινή ισορροπία μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη. Όσο οι τιμές δεν εκτοξεύονται, μειώνεται και η πολιτική πίεση προς τις μεγάλες δυνάμεις να καταλήξουν γρήγορα σε συμφωνία αποκλιμάκωσης.
Την ίδια στιγμή, η παράταση της κρίσης επιτρέπει στο Ιράν να διατηρεί υψηλή γεωπολιτική και οικονομική πίεση προς τη Δύση και τις αγορές ενέργειας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η παγκόσμια οικονομία μπορεί σήμερα να δείχνει πιο ανθεκτική από ό,τι φοβούνταν αρχικά οι αναλυτές, όμως η ενεργειακή κρίση παραμένει ενεργή και οι κίνδυνοι μιας νέας εκρηκτικής ανόδου των τιμών δεν έχουν εξαφανιστεί.
Διαβάστε ακόμη
ΗΠΑ και Ιράν: Προσχέδιο ειρηνευτικής συμφωνίας και κατάπαυση πυρός τις επόμενες ώρες
Ελένη Βρεττού (CrediaBank): Σημαντικές οι συνέργειες με την εξαγορά της Ευρώπη Ασφαλιστική
Πολιτικός σεισμός στην Τουρκία μετά την ακύρωση της ηγεσίας του CHP – Βουτιά 6% στο Χρηματιστήριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
