Η έναρξη της νέας περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης βρίσκει τα ελληνικά νοικοκυριά αντιμέτωπα με ένα δύσκολο δίλημμα: να προχωρήσουν τώρα σε παραγγελίες, αξιοποιώντας τις επιδοτήσεις, ή να περιμένουν μήπως οι διεθνείς τιμές αποκλιμακωθούν και περιορίσουν περαιτέρω το κόστος.
Παρά την ενεργοποίηση των κρατικών παρεμβάσεων και των εκπτώσεων από τα διυλιστήρια, η αγορά εμφανίζει υποτονική ζήτηση, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου οι καιρικές συνθήκες δεν καθιστούν ακόμη αναγκαία τη λειτουργία της θέρμανσης.
Η μέση τιμή διαμορφώνεται στα 1,55 ευρώ ανά λίτρο, επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από εκείνο που θα προέκυπτε χωρίς τις επιδοτήσεις, αλλά σημαντικά υψηλότερο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Η εξέλιξη αποτυπώνει την πίεση που δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί, καθώς η ενεργειακή κρίση εξακολουθεί να επηρεάζει το κόστος διαβίωσης.
Το κόστος για τα νοικοκυριά
Η φετινή περίοδος ξεκίνησε με μια σημαντική διαφορά σε σχέση με πέρυσι. Τότε, το πετρέλαιο θέρμανσης είχε κάνει πρεμιέρα στα 1,13 ευρώ ανά λίτρο, ενώ φέτος η άνοδος των διεθνών τιμών θα οδηγούσε το καύσιμο στα 1,95 ευρώ.
Οι επιδοτήσεις κράτους και διυλιστηρίων, συνολικού ύψους 40 λεπτών ανά λίτρο, περιορίζουν την τελική τιμή στα 1,55 ευρώ, απορροφώντας σχεδόν τη μισή αύξηση.
Ωστόσο, η επιβάρυνση για τους καταναλωτές εξακολουθεί να είναι σημαντική, καθώς η διαφορά από την περσινή τιμή εκκίνησης φτάνει τα 42 λεπτά ανά λίτρο, δηλαδή περίπου 37%.
Για μια παραγγελία 500 λίτρων, το κόστος διαμορφώνεται στα 775 ευρώ, έναντι 975 ευρώ χωρίς την ενίσχυση. Αντίστοιχα, για 1.000 λίτρα, ο καταναλωτής πληρώνει 1.550 ευρώ, εξοικονομώντας 400 ευρώ σε σχέση με την τιμή χωρίς τις παρεμβάσεις.
Οι τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή και την ποσότητα. Στις απομακρυσμένες περιοχές οι μεταφορικές επιβαρύνσεις αυξάνουν το κόστος, ενώ οι μικρότερες παραγγελίες ενδέχεται να τιμολογούνται ακριβότερα. Παράλληλα, υπάρχουν εμπορικές προσφορές, όπως η τιμή εκκίνησης των 1,49 ευρώ ανά λίτρο από την ΕΚΟ.
Η αναμονή και το κρίσιμο τέλος Οκτωβρίου
Η περιορισμένη κινητικότητα δεν οφείλεται σε υψηλά αποθέματα πετρελαίου από τον προηγούμενο χειμώνα.
Αντίθετα, λίγα νοικοκυριά διατηρούν σημαντικές ποσότητες, καθώς οι τιμές είχαν ήδη αυξηθεί την περασμένη άνοιξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη λήξη της προηγούμενης περιόδου θέρμανσης η μέση τιμή είχε φτάσει τα 1,749 ευρώ ανά λίτρο.
Καθοριστικός παράγοντας για τη στάση των καταναλωτών παραμένει η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Όσοι δεν χρειάζονται άμεσα θέρμανση προτιμούν να αναβάλουν την αγορά, εκτιμώντας ότι ενδεχόμενη υποχώρηση των τιμών θα μπορούσε να μειώσει περαιτέρω τη δαπάνη τους.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, εμπεριέχει κίνδυνο, καθώς μια νέα άνοδος των διεθνών τιμών θα μπορούσε να εξανεμίσει μέρος του οφέλους από τις επιδοτήσεις.
Σημαντικό ορόσημο αποτελεί το τέλος Οκτωβρίου, οπότε θα επανεξεταστούν οι εκπτώσεις και οι επιδοτήσεις στα καύσιμα, με βάση τις συνθήκες που θα επικρατούν στην αγορά.
Αυξήσεις σε ρεύμα και φυσικό αέριο
Η επιβάρυνση των νοικοκυριών δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς αυξημένο είναι το κόστος και των εναλλακτικών μορφών ενέργειας.
Η μέση τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος τον Σεπτέμβριο ανήλθε στα 26,31 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 22,96 λεπτών τον αντίστοιχο μήνα του 2025, καταγράφοντας αύξηση περίπου 14,6%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ποσοστιαία μεταβολή στο φυσικό αέριο, όπου η τιμή διαμορφώθηκε στα 10,29 λεπτά ανά κιλοβατώρα, από 7,35 λεπτά πέρυσι, σημειώνοντας άνοδο 40%.
Οι αυξήσεις αυτές περιορίζουν τα περιθώρια εξοικονόμησης για τα νοικοκυριά, ανεξάρτητα από το καύσιμο που χρησιμοποιούν για τη θέρμανσή τους.
Επίδομα θέρμανσης: Αυξημένο κατά 30%
Πρόσθετη οικονομική στήριξη αναμένεται να προσφέρει το επίδομα θέρμανσης, το οποίο φέτος προβλέπεται αυξημένο κατά 30% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Η ενίσχυση καλύπτει πετρέλαιο θέρμανσης, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, καυσόξυλα και πέλετ, με ενιαία εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Η πλατφόρμα υποβολής αιτήσεων αναμένεται να ανοίξει έως τις 10 Νοεμβρίου, ενώ η πρώτη δόση προγραμματίζεται να καταβληθεί έως τις 23 Δεκεμβρίου.
Το ύψος του επιδόματος, σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις στην τιμή πώλησης, θα καθορίσει την τελική οικονομική επιβάρυνση για τους δικαιούχους.
Το βασικό ζητούμενο, πάντως, παραμένει η πορεία των διεθνών τιμών και η διάρκεια των μέτρων στήριξης, καθώς από αυτές τις δύο παραμέτρους θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το πραγματικό κόστος θέρμανσης τον φετινό χειμώνα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.