Μία από τις πιο αλμυρές θαλάσσιες ζώνες του πλανήτη έχει καταστεί κατά 30% λιγότερο αλμυρή, εξέλιξη που αναζωπυρώνει τις ανησυχίες ότι το Ρεύμα του Κόλπου ίσως πλησιάζει σε ένα επικίνδυνο σημείο καμπής.

Το Ρεύμα του Κόλπου αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα και θερμότερα ρεύματα του Ατλαντικού. Δημιουργείται στον Κόλπο του Μεξικού, διέρχεται από τα Στενά της Φλόριντα, κινείται κατά μήκος των ανατολικών ακτών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Νέας Γης και στη συνέχεια διασχίζει τον Ατλαντικό. Η επίδρασή του στο κλίμα είναι καθοριστική, τόσο για την ανατολική ακτή των ΗΠΑ και τον Καναδά όσο και για τη Δυτική Ευρώπη.

Όταν διαταράσσονται τέτοια ωκεάνια ρεύματα, επηρεάζονται άμεσα και τα κλιματικά μοτίβα, αυξάνοντας τη συχνότητα και την ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων. Η πιο σοβαρή μορφή διαταραχής είναι η επιβράδυνση, γνωστή στους επιστήμονες ως «αποδυνάμωση». Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι το Ρεύμα του Κόλπου εμφανίζει τη μεγαλύτερη αποδυνάμωση των τελευταίων χιλίων ετών, με ορισμένους ειδικούς να προειδοποιούν ότι βρίσκεται κοντά σε ενδεχόμενη κατάρρευση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι θερμοκρασίες στη Δυτική Ευρώπη θα μπορούσαν να υποχωρήσουν ακόμη και στους -7 βαθμούς Κελσίου.

Παράλληλα, ο νότιος Ινδικός Ωκεανός, στα ανοικτά της νοτιοδυτικής Αυστραλίας, παραδοσιακά χαρακτηριζόταν από υψηλή αλατότητα λόγω του ξηρού κλίματος της περιοχής. Ωστόσο, νέα μελέτη καταγράφει ότι τα τελευταία 60 χρόνια η έκταση των πολύ αλμυρών υδάτων εκεί έχει μειωθεί κατά 30%.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Μπούλντερ προειδοποιούν ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Εκτιμούν ότι ενδέχεται να μεταβληθούν οι αλληλεπιδράσεις ωκεανού και ατμόσφαιρας, ενώ η πτώση της αλατότητας μπορεί να διαταράξει μεγάλα συστήματα ωκεάνιας κυκλοφορίας που ρυθμίζουν το παγκόσμιο κλίμα. «Βλέπουμε μια μεγάλης κλίμακας αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο το γλυκό νερό κινείται μέσα στον ωκεανό», δήλωσε η καθηγήτρια Γουέιτσινγκ Χαν, επικεφαλής της μελέτης. «Πρόκειται για περιοχή με καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια ωκεάνια κυκλοφορία».

Κατά μέσο όρο, η αλατότητα των ωκεανών ανέρχεται περίπου στο 3,5%, αλλά παρουσιάζει σημαντικές γεωγραφικές διακυμάνσεις. Ο νότιος Ινδικός Ωκεανός κοντά στη νοτιοδυτική Αυστραλία είναι από τις πιο αλμυρές περιοχές, ενώ ζώνη που εκτείνεται από τον ανατολικό Ινδικό έως τον δυτικό Ειρηνικό στον τροπικό Βόρειο Ημισφαίριο είναι φυσικά λιγότερο αλμυρή.

Η αντίθεση αυτή τροφοδοτεί μια τεράστια «ταινία μεταφοράς» ωκεάνιας κυκλοφορίας, η οποία κατανέμει θερμότητα, αλάτι και γλυκό νερό παγκοσμίως. Το σύστημα, γνωστό ως θερμοαλατική κυκλοφορία, μεταφέρει θερμά και σχετικά γλυκά νερά από τον Ινδο-Ειρηνικό προς τον Ατλαντικό, συμβάλλοντας στο ήπιο κλίμα της Δυτικής Ευρώπης.

Όταν τα νερά φτάνουν στον βόρειο Ατλαντικό, ψύχονται, αυξάνεται η αλατότητά τους και καθίστανται πυκνότερα. Έτσι βυθίζονται και κινούνται ξανά προς νότο, προς τον Ινδικό και τον Ειρηνικό, όπου ο κύκλος επανεκκινεί.

Τι είναι το AMOC

Το Ρεύμα του Κόλπου αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου συστήματος, της Atlantic Meridional Overturning Circulation (AMOC). Πρόκειται για μια ωκεάνια «ταινία μεταφοράς» που μετακινεί θερμά επιφανειακά νερά από τους τροπικούς προς το βόρειο ημισφαίριο.

Στον Βόρειο Ατλαντικό, το θερμό νερό αποδίδει τη θερμότητά του και ψύχεται. Κατά τον σχηματισμό πάγου, το αλάτι παραμένει στο νερό, το οποίο γίνεται πυκνότερο, βυθίζεται και κατευθύνεται εκ νέου προς τους τροπικούς. Εκεί ανέρχεται στην επιφάνεια και θερμαίνεται, ολοκληρώνοντας τον κύκλο.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το AMOC μεταφέρει επαρκή θερμότητα ώστε να διατηρεί σχετικά ήπιο το κλίμα στο βόρειο ημισφαίριο. Αν όμως επιβραδυνθεί σημαντικά ή καταρρεύσει, εκτεταμένες περιοχές της Ευρώπης ενδέχεται να βιώσουν έντονο ψύχος.

Στη νέα έρευνα, οι επιστήμονες ανέλυσαν τις μεταβολές της αλατότητας στον νότιο Ινδικό Ωκεανό τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Διαπίστωσαν ότι η περιοχή γίνεται λιγότερο αλμυρή με εντυπωσιακό ρυθμό.

«Η γλυκανση αντιστοιχεί στην προσθήκη περίπου του 60% του όγκου της λίμνης Τάχο σε γλυκό νερό κάθε χρόνο», ανέφερε ο πρώτος συγγραφέας Γκενγκξίν Τσεν. «Η ποσότητα αυτή θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες πόσιμου νερού ολόκληρου του πληθυσμού των ΗΠΑ για πάνω από 380 χρόνια».

Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι οι τοπικές βροχοπτώσεις δεν ευθύνονται. Οι ερευνητές αποδίδουν τη μεταβολή στην κλιματική αλλαγή. Η υπερθέρμανση μεταβάλλει τους επιφανειακούς ανέμους στον Ινδικό και τον τροπικό Ειρηνικό, κατευθύνοντας περισσότερα γλυκά νερά από τη δεξαμενή του Ινδο-Ειρηνικού προς τον νότιο Ινδικό.

Καθώς η αλατότητα μειώνεται, περιορίζεται και η πυκνότητα του νερού. Το πιο γλυκό νερό παραμένει στην επιφάνεια πάνω από το πυκνότερο, δημιουργώντας ισχυρότερη στρωμάτωση. Αυτό μειώνει την κάθετη ανάμιξη, διαδικασία κρίσιμη για την αναδιανομή θερμότητας και θρεπτικών συστατικών.

Επιστήμονες έχουν ήδη επισημάνει ότι ενδεχόμενη κατάρρευση του AMOC θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στα παγκόσμια καιρικά συστήματα. Ο καθηγητής Ντέιβιντ Θόρναλεϊ, κλιματολόγος στο University College London, έχει προειδοποιήσει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε απότομη πτώση θερμοκρασιών.

«Η κατάρρευση του AMOC θα μπορούσε να ενισχύσει τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Εκτός από χαμηλότερες μέσες θερμοκρασίες, αναμένουμε περισσότερες χειμερινές καταιγίδες λόγω ισχυρότερων δυτικών ανέμων. Δυστυχώς, ενδέχεται να υπάρξουν ανθρώπινες απώλειες από ισχυρές καταιγίδες και πλημμύρες, ενώ ηλικιωμένοι και παιδιά θα είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στο έντονο ψύχος».

Διαβάστε ακόμη

Μηδενική ανοχή στον παράνομο τζόγο – Ικανοποίηση στην ΕΕΕΠ για τη θεσμική θωράκιση

Alpha Bank: Κέρδη €943 εκατ., διανομή €519 εκατ. και υπέρβαση όλων των στρατηγικών στόχων

Le Pliage: Η τσάντα-φαινόμενο του οίκου Longchamp

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα