Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ελλάδα προσέλκυσε πέρυσι ξένες επενδύσεις σχεδόν 12 δισ. ευρώ. Οι επενδύσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών, η οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και η χώρα βγήκε, έπειτα από μία δεκαπενταετία, από το καθεστώς των μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Κι όμως, η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένει πολύ μακριά, ενώ και η διατήρηση του σημερινού ανοδικού κύκλου της οικονομίας μόνο δεδομένη δεν μπορεί να θεωρείται.

Η φετινή Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, η τελευταία πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, φροντίζει να αναδείξει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Παρά τη θεαματική βελτίωση των βασικών οικονομικών μεγεθών, ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας επισημαίνει ότι η επόμενη φάση θα κριθεί λιγότερο από το ύψος των επενδύσεων και περισσότερο από την ικανότητα της οικονομίας να αυξήσει την παραγωγικότητά της, να αναβαθμίσει την ποιότητα των επενδύσεων, να αντιμετωπίσει τις δημογραφικές πιέσεις και να διατηρήσει τη μεταρρυθμιστική δυναμική της μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Πρόκειται για μια ανησυχία που το τελευταίο διάστημα διατυπώνεται με διαφορετικές αφετηρίες αλλά παρόμοιο τρόπο και από άλλους θεσμικούς φορείς της οικονομίας.

«Παρά τα σημαντικά οικονομικά επιτεύγματα των τελευταίων ετών, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία παραμένουν σύνθετες», επισημαίνει ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποιώντας ότι η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης προϋποθέτει συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ενίσχυση της παραγωγικότητας και αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.

Η επισήμανση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, όπως σημειώνει ο ίδιος, η ελληνική οικονομία βρίσκεται πλέον σε φάση «ουσιαστικού μετασχηματισμού». Με άλλα λόγια, η χώρα έχει αφήσει πίσω της το στάδιο της ανάκαμψης και εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόοδος θα κριθεί από την ικανότητά της να ενισχύσει μόνιμα την παραγωγική της βάση.

Οι επενδύσεις έρχονται, αλλά δεν αρκούν

Η προειδοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία καταγράφει ισχυρές επιδόσεις στο επενδυτικό μέτωπο. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 12,1%, έναντι μείωσης 0,5% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, με τις επενδύσεις να αποτελούν τη βασική συνιστώσα της ανάπτυξης. Παράλληλα, το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ διαμορφώθηκε το 2025 στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να προσελκύει σημαντικά ξένα κεφάλαια. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις ανήλθαν το 2025 στα 11,9 δισ. ευρώ, ενώ σημαντική ώθηση εξακολουθούν να προσφέρουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ. Μέχρι σήμερα η χώρα έχει εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ποσό που αντιστοιχεί στο 68% των συνολικά διαθέσιμων πόρων έναντι 59% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν πρόκειται μόνο για βελτίωση επιμέρους δεικτών. Για πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης χρέους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έπαψε να κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες που εμφανίζουν μακροοικονομικές ανισορροπίες, εξέλιξη που η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος χαρακτηρίζει σημαντικό ορόσημο για την οικονομία.

Η ΤτΕ, ωστόσο, εκτιμά ότι η συζήτηση για τις επενδύσεις έχει περάσει σε μια νέα φάση. Όπως σημειώνει, η ίδια η σύνθεση της ανάπτυξης έχει αρχίσει να αλλάζει, με τις επενδύσεις να αποκτούν ολοένα σημαντικότερο ρόλο έναντι της κατανάλωσης και με τη συμβολή των παραγωγικών επενδύσεων και των εξαγωγών να ενισχύεται σταδιακά.

Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο πόσα κεφάλαια εισρέουν στην οικονομία, αλλά πού κατευθύνονται και τι αποτύπωμα αφήνουν στην παραγωγική της βάση.

Το στοίχημα των «ποιοτικών» επενδύσεων

Για τον λόγο αυτό η έκθεση κάνει λόγο για ανάγκη «ουσιαστικής αναβάθμισης της ποιότητας των επενδύσεων». Οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι, επισημαίνει, θα πρέπει να κατευθυνθούν σε δραστηριότητες που αυξάνουν μόνιμα το παραγωγικό δυναμικό της χώρας.

Στη λίστα της ΤτΕ περιλαμβάνονται η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, οι ενεργειακές υποδομές, τα logistics, η αγροδιατροφή, η φαρμακοβιομηχανία, οι εξωστρεφείς υπηρεσίες και οι τεχνολογίες αιχμής. Ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αποδίδεται στις επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο, καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένες ψηφιακές εφαρμογές, οι οποίες θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της χώρας, καθώς η ΤτΕ θεωρεί ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης θα πρέπει να στηριχθεί σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας που ενισχύουν μόνιμα την παραγωγική βάση της οικονομίας.

Η κεντρική τράπεζα συνδέει μάλιστα την επενδυτική στρατηγική της επόμενης ημέρας με την ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, τη στενότερη διασύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, καθώς και την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και του ψηφιακού μετασχηματισμού. Η στήριξη της καινοτομίας χαρακτηρίζεται «καταλυτική προϋπόθεση» για τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Η παραγωγικότητα, ο μεγάλος ασθενής

Εκεί ακριβώς εντοπίζει η κεντρική τράπεζα ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την πραγματική σύγκλιση της χώρας με την Ευρώπη. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, το παραγωγικό κενό παραμένει μεγάλο και εξακολουθεί να επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, τα εισοδήματα και τελικά το βιοτικό επίπεδο.

Η ΤτΕ αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί πρόοδος. Το 2025 η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 1,2%, έναντι 0,7% στην Ευρωζώνη, συμβάλλοντας ώστε η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας να περιοριστεί στο 2,3%, χαμηλότερα από το 3,1% της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν αρκεί για να καλύψει το διαχρονικό χάσμα που εξακολουθεί να χωρίζει την ελληνική οικονομία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και άλλοι θεσμικοί φορείς της οικονομίας. Πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ έδειξε ότι η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ανά ώρα εργασίας υποχωρεί στο 43%. Μάλιστα, τόσο το ΙΟΒΕ όσο και ο ΣΕΒ έχουν προειδοποιήσει ότι το μοντέλο ανάπτυξης των τελευταίων ετών, το οποίο στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης, πλησιάζει στα όριά του και ότι η επόμενη φάση θα κριθεί από την παραγωγικότητα, την καινοτομία και τις παραγωγικές επενδύσεις.

Η ΤτΕ αποδίδει την υστέρηση στη μεγάλη παρουσία πολύ μικρών επιχειρήσεων, στις χαμηλές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη και στην περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας. Παρά την αύξηση των επενδύσεων, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει λιγότερη αξία ανά εργαζόμενο από εκείνη που απαιτείται για ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη.

Η παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα και με την πορεία των μισθών. Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, οι αυξήσεις αποδοχών μπορούν να είναι διατηρήσιμες μόνο όταν συνοδεύονται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας.

Και το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση της στενότητας στην αγορά εργασίας, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις σε κρίσιμους κλάδους. Το ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας έφθασε το 2025 στο 4,4% στις κατασκευές και στο 3,4% στον τουρισμό και την εστίαση, ενώ υψηλά επίπεδα καταγράφονται και σε επαγγελματικές και τεχνικές δραστηριότητες. Πρόκειται για μια εικόνα που, σύμφωνα με την ΤτΕ, συνδέεται τόσο με το δημογραφικό πρόβλημα όσο και με την αναντιστοιχία δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.

Γι’ αυτό και η κεντρική τράπεζα επιμένει ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των επενδύσεων, αλλά από την ικανότητα της οικονομίας να μετατρέψει τα κεφάλαια που εισρέουν σε υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και τελικά υψηλότερα εισοδήματα.

Τα δύσκολα αρχίζουν τώρα

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η βασική προειδοποίηση της φετινής έκθεσης. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν αμφισβητεί ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Εκείνο που επισημαίνει είναι ότι η σημερινή δυναμική δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.

Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια σειρά διαρθρωτικών αδυναμιών που περιορίζουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού επιβαρύνουν την αγορά εργασίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται ήδη να καλύψουν κρίσιμες θέσεις. Παρότι η ανεργία υποχώρησε στο 10,6% το πρώτο τρίμηνο του 2026 και η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,3%, η ΤτΕ διαπιστώνει ότι οι ελλείψεις προσωπικού και οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων εξακολουθούν να λειτουργούν ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη.

Την ίδια στιγμή, μία από τις πιο επίμονες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας παραμένει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αν και το έλλειμμα περιορίστηκε το 2025 στα 14,1 δισ. ευρώ ή 5,7% του ΑΕΠ από 16,9 δισ. ευρώ ή 7,2% του ΑΕΠ το 2024, εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, ενώ κατά τους πρώτους μήνες του 2026 καταγράφηκε νέα επιδείνωση. Η ΤτΕ αποδίδει μέρος αυτής της εξέλιξης στην αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και εξοπλισμού που συνδέονται με τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, ωστόσο το πρόβλημα αναδεικνύει και τα όρια της παραγωγικής βάσης της χώρας και την ανάγκη ενίσχυσης της εξωστρέφειας.

Η απάντηση που δίνει η ίδια η έκθεση βρίσκεται στην αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων και στην αύξηση της παραγωγικότητας. Με άλλα λόγια, η ΤτΕ θεωρεί ότι η χώρα έχει ήδη περάσει το στάδιο της ανάκαμψης και εισέρχεται πλέον στη δυσκολότερη φάση του μετασχηματισμού της οικονομίας της.

Στις προκλήσεις που εξακολουθούν να βαραίνουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας η κεντρική τράπεζα προσθέτει ακόμη την περιορισμένη πρόσβαση σε προσιτή στέγαση, αλλά και τις αυξανόμενες ανάγκες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, οι οποίες απαιτούν σημαντικούς πόρους και νέες επενδύσεις σε υποδομές και ανθεκτικότητα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προειδοποιεί ότι χαμηλότερη του αναμενομένου αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης ή καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων θα μπορούσαν να περιορίσουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γιάννης Στουρνάρας επιλέγει να κλείσει την τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές με μια αναφορά όχι στις επιτυχίες της οικονομίας, αλλά στις προϋποθέσεις της επόμενης ημέρας. Η χώρα, τονίζει, οφείλει να διαφυλάξει τη συνέπεια της οικονομικής πολιτικής, την πολιτική σταθερότητα και τη μεταρρυθμιστική δυναμική που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια.

«Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα καθορίσει τη δυνατότητα της χώρας να μετατρέψει τη σημερινή ανθεκτικότητα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και πραγματική σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την παραγωγικότητα, τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο», επισημαίνει ο διοικητής της ΤτΕ.

Διαβάστε ακόμη

Eldorado Gold: Αλλαγή επενδυτικού προφίλ με πρωταγωνιστή τον χαλκό – Στα τέλη του ’26 η εμπορική παραγωγή στις Σκουριές (pics)

Το ΔΕΟΣ μπαίνει με ψηφιακά εργαλεία σε real estate, νησιά και μεσιτικές αμοιβές

Γιάννης Αντετοκούνμπο: Το big deal με τους Μαϊάμι Χιτ και τα… ιλιγγιώδη έσοδα καριέρας (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα