Της Μαριάννας Τζάννε
Στις αρχές του 2016 αναμένεται να παραδοθεί στο δημόσιο η Γέφυρα της Τσακώνας μήκους 390 μέτρων που αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες τοξωτές γέφυρες στην Ελλάδα και τη δεύτερη μεγαλύτερη στην χώρα μας από πλευράς ανοίγματος μετά το Ρίο – Αντίρριο.
Η γέφυρα, η οποία κατασκευάστηκε από την Τέρνα και κόστισε 22,8 εκ. ευρώ, αποτελεί τμήμα του αυτοκινητοδρόμου Παραδείσια –Τσακώνα μήκους 10,16 χιλιομέτρων, που ξεκίνησε να σχεδιάζεται με αφορμή μία μεγάλη κατολίσθηση στην περιοχή το 2003. Η κατολίσθηση προκάλεσε την καταστροφή του δρόμου με μία πρωτοφανή μετακίνηση εδαφών η οποία υπολογίστηκε σε 6 εκ. κυβικά μέτρα. Η γέφυρα αποτελεί ένα είδος αναχώματος σε μελλοντικές κατολισθήσεις, ιδιαίτερα αυξημένα φαινόμενα στην περιοχή, κυρίως τους χειμερινούς μήνες.
Το συνολικό κόστος του έργου Παραδείσια – Τσακώνα εκτινάχθηκε στα 131 εκ. ευρώ λόγω δυσκολιών στην κατασκευή και πρόσθετων μελετών, κόστος στο οποίο πρέπει να προστεθούν επιπλέον 20 εκ. ευρώ, τα οποία ο ανάδοχος δεν έχει πληρωθεί και βρίσκεται στο στάδιο διεκδίκησης. Το Παραδείσια – Τσακώνα μαζί με την γέφυρα κατασκευάστηκαν ως δημόσιο έργο και θα ενσωματωθούν στο Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα, το αμέσως προσεχές διάστημα.
Πρόκειται για ένα έργο που αν και σήμερα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον κορυφαίων ελληνικών και διεθνών πανεπιστημίων (ΕΜΠ, Imperial College, Πανεπιστήμιο της Σκωτίας κ.α) πέρασε δια πυρός και σιδήρου, εξαιτίας των σαθρών εδαφών της περιοχής αλλά και της συνακόλουθης πτώχευσης της Alpine που αποτελούσε μέλος της κοινοπραξίας με σημαντικές επιπτώσεις στο έργο. Είναι χαρακτηριστικό ότι για την μελέτη της Γέφυρας προβλέπονταν τρεις μήνες, οι οποίοι λόγω της δυσκολίας κατασκευής μετατράπηκαν σε τρία χρόνια!
«Ο φορέας γεφυρώνει με ασφάλεια όλη την μάζα της κατολίσθησης ώστε εάν αυτή επαναδραστηριοποιηθεί να κινηθεί σαν χωμάτινος ποταμός κάτω από την γέφυρα χωρίς να προσκρούει πάνω της» εξηγεί ο γενικός διευθυντής του έργου κ. Νίκος Ντονάς. Λόγω της κρισιμότητας του έργου και των ιδιαιτεροτήτων της περιοχής, η γέφυρα εξοπλίστηκε με συστήματα παρακολούθησης και καταγραφής των ταλαντώσεων, των εντατικών και θερμοκρασιακών παραμορφώσεων των τόξων και των αναρτήρων ενώ παράλληλα εξοπλίστηκε με συστήματα καταγραφής σεισμικών επιταχύνσεων και πλήρη σταθμό μέτρησης της ταχύτητας του ανέμου. Σύμφωνα με τους μελετητές η γέφυρα σχεδιάστηκε με αυξημένη επιτάχυνση και για σεισμό που έρχεται κάθε μία χιλιετία. Υπολογίζεται ότι μπορεί να «αντέξει» σεισμικές δονήσεις έως 7 ρίχτερ από κοντινές περιοχές ενώ σε ότι αφορά τον άνεμο έως και 10 μποφόρ.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.