Η ιδέα υπήρχε πριν από χρόνια, εδώ και μια επταετία, από τη Δήμητρα Κολοτούρα, την ιδρύτρια της Zeus +Dione, ενός ελληνικού brand που έχει γίνει πλέον διεθνές αναδεικνύοντας σταθερά την ελληνική παράδοση και κληρονομιά, την κουλτούρα και την ιστορία.
Πάνω ακριβώς σε αυτό, το ίδιο μοτίβο, έρχεται και ένα νέο project που συνδέεται αυτή τη φορά με την αστική παράδοση της Αθήνας σε ένα από τα μεγάλα τοπόσημα της πόλης και το νέο προορισμό στην «καρδιά» της πρωτεύουσας.

Ο λόγος για το ελληνικό, παραδοσιακό περίπτερο που επανασυστήνεται από το γνωστό ελληνικό brand μόδας, συνδέοντας για μία ακόμη φορά το όνομά του με την ελληνική, αυτή τη φορά αστική κληρονομιά: Η Zeus + Dione αναβιώνει το ελληνικό περίπτερο στο ‘’The Ilisian’’ , στο νέο προορισμό της Αθήνας στο ιστορικό κτίριο του πρώην Hilton της Αθήνας, που πλέον και αυτός με τη σειρά του επανασυστήνεται στους επισκέπτες αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους της πόλης φιλοδοξώντας να αναδείξει μία από τις νέες πτυχές της σύγχρονης εικόνας της πρωτεύουσας με ευθείες όμως παραπομπές και σεβασμό στο παρελθόν της.
Στο χώρο ακριβώς δίπλα από την εμβληματική πισίνα, που παραπέμπει επίσης στην αρχιτεκτονική κληρονομιά της δεκαετίας του ’60, η Zeus+Δione επαναπροσδιορίζει το εμβληματικό ελληνικό περίπτερο, τοποθετώντας το σε ένα νέο, καλοκαιρινό περιβάλλον.

Μια χαρακτηριστική φωτεινή κίτρινη κατασκευή με θέα στην πισίνα διατηρεί τις αυθεντικές διαστάσεις και αναλογίες του παραδοσιακού περιπτέρου, παραμένοντας σημείο διάθεσης εφημερίδων, περιοδικών και καρτ ποστάλ. Παράλληλα, εμπλουτίζεται με επιλεγμένα είδη παραλίας, αξεσουάρ, γυαλιά ηλίου και καλοκαιρινά απαραίτητα.
Η λειτουργία του εξελίσσεται, χωρίς όμως να χάνει τον κοινωνικό του χαρακτήρα: Για περισσότερο από έναν αιώνα, το ελληνικό περίπτερο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην αστική ζωή της χώρας. Ούτε ακριβώς κατάστημα ούτε απλώς σημείο πώλησης Τύπου, αποτέλεσε διαχρονικά ένα τοπόσημο της γειτονιάς: έναν χώρο ανταλλαγής, ενημέρωσης και καθημερινής συνάντησης, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον παλμό του δρόμου και της πόλης.

Με αφορμή τα εγκαίνιά του, η Zeus+Δione συνεργάστηκε με τον καλλιτέχνη Αντρέα Φίντς, του οποίου το έργο εστιάζει στα συχνά παραγνωρισμένα αντικείμενα, τις μνήμες και τους μύθους που είναι ενσωματωμένοι στη σύγχρονη πόλη. Μεγαλωμένος στην Αθήνα στα χρόνια του’ 90, ο Αντρέας Φίντς προσεγγίζει το αστικό τοπίο ως μια μορφή αρχαιολογικής έρευνας, συνθέτοντας στοιχεία της υλικής κουλτούρας σε έργα που κινούνται ανάμεσα στη μνήμη, την ιστορία και τη μυθοπλασία, όπως λέει και ο ίδιος.
Η νέα πρωτοβουλία από το ελληνικό brand που επιδίωκει εξαρχής να αναδείξει την ελληνική κληρονομιά και κουλτούρα στο χώρο της ένδυσης, όχι ως στατική ανάμνηση αλλά ως ζωντανή πηγή έμπνευσης, αναδεικνύει τώρα τη διαχρονική πολιτιστική αξία του ελληνικού περιπτέρου, μεταφέροντάς το σε ένα σύγχρονο περιβάλλον φιλοξενίας και αναψυχής, όπου η παράδοση συναντά τη σύγχρονη αισθητική και τον αστικό πολιτισμό.

Το περίπτερο αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής πόλης
Σύμφωνα με τον κ. Φίντς σταδιακά, το περίπτερο κατέκτησε μια ξεχωριστή θέση στην καθημερινότητα διαδοχικών γενεών, εξελισσόμενο σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό σημείο λιανικής πώλησης. «Με τη χαρακτηριστική κίτρινη όψη, τη σταθερή παρουσία στις γωνιές των δρόμων και την εντυπωσιακή ποικιλία προϊόντων και υπηρεσιών που προσέφερε εξελίχθηκε σε ένα οικείο στοιχείο της αστικής ζωής.
Με το πέρασμα των χρόνων, ενσωματώθηκε τόσο στο οπτικό όσο και στο συναισθηματικό σκηνικό της ελληνικής πόλης. Για πολλούς, η εικόνα του αστικού χώρου εξακολουθεί να μοιάζει παράξενα ελλιπής χωρίς την παρουσία ενός περιπτέρου — ενός στοιχείου που δεν εξυπηρετούσε μόνο καθημερινές ανάγκες, αλλά λειτουργούσε και ως σημείο αναφοράς, συνάντησης και συλλογικής μνήμης».

Η κοινωνική ιστορία του περιπτέρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νεότερη ελληνική ιστορία. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι άδειες λειτουργίας περιπτέρων παραχωρήθηκαν σε ανάπηρους και τραυματίες πολέμου ως μέσο οικονομικής ενίσχυσης και κοινωνικής αποκατάστασης. Υπό αυτή την έννοια, ο ίδιος ο θεσμός του περιπτέρου γεννήθηκε μέσα από τη συλλογική προσπάθεια ανασυγκρότησης της ζωής και της καθημερινότητας ανθρώπων που είχαν σημαδευτεί από τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων.
Στα πρώτα του χρόνια, το περίπτερο επικεντρωνόταν κυρίως στην πώληση καπνικών προϊόντων και εφημερίδων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ο ρόλος του διευρύνθηκε σημαντικά: Εξελίχθηκε σε σημείο προμήθειας ειδών καθημερινής χρήσης, από γλυκίσματα και περιοδικά μέχρι μικροαντικείμενα και δεκάδες ακόμη προϊόντα που κάλυπταν τις άμεσες ανάγκες των κατοίκων.
Η κοινωνική του σημασία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την εγκατάσταση δημόσιων τηλεφώνων. Το περίπτερο μετατράπηκε σε έναν τοπικό κόμβο επικοινωνίας, όπου οι άνθρωποι αντάλλασσαν πληροφορίες, κανόνιζαν συναντήσεις και διατηρούσαν τις κοινωνικές τους επαφές. Χάρη στη βαθιά του ενσωμάτωση στη γειτονιά, καλλιεργούσε σχέσεις οικειότητας και εμπιστοσύνης. Ο περιπτεράς γνώριζε συχνά τους ρυθμούς, τις συνήθειες και τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που ζούσαν και κινούνταν στην περιοχή.

Με αυτόν τον τρόπο, το περίπτερο λειτούργησε ως καθρέφτης της ελληνικής κοινωνικής ζωής, απορροφώντας και αντανακλώντας τις αλλαγές, τις συνήθειες και τις μικρές καθημερινές ιστορίες των κατοίκων της πόλης. Παρότι μικρό σε μέγεθος, αποτέλεσε έναν σημαντικό χώρο έκφρασης της καθημερινής κουλτούρας και της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων.
Ποια εποχή της Αθήνας είχε τα πιο όμορφα περίπτερα; «Αναμφίβολα θα επέλεγα τη μεσοπολεμική περίοδο, όταν η μορφή του περιπτέρου βρισκόταν ακόμη σε στάδιο εξέλιξης και διαμόρφωσης», δηλώνει ο κ. Φίντς. «Οι φωτογραφίες της εποχής αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή ποικιλία σχεδίων, σχημάτων και αρχιτεκτονικών προσεγγίσεων, επηρεασμένων από διαφορετικά αισθητικά ρεύματα και πολιτισμικές τάσεις.

Παράλληλα, τα περίπτερα εκείνης της περιόδου αναδεικνύουν τη δημιουργική ισορροπία ανάμεσα στη λειτουργικότητα και την αισθητική. Η μορφή τους δεν είχε ακόμη τυποποιηθεί, με αποτέλεσμα κάθε κατασκευή να αναζητά τον δικό της τρόπο να εξυπηρετεί τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητας, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα μια ξεχωριστή οπτική ταυτότητα μέσα στον αστικό ιστό.
Κοιτάζοντας σήμερα αυτές τις εικόνες, διαπιστώνει κανείς ότι κάθε περίπτερο μοιάζει να αφηγείται τη δική του ιστορία. Δεν λειτουργούσε μόνο ως σημείο εξυπηρέτησης των κατοίκων, αλλά και ως ένα μικρό αρχιτεκτονικό αποτύπωμα της εποχής του, αντανακλώντας το πνεύμα, τις προσδοκίες και τις μεταβολές μιας Αθήνας που διαμόρφωνε τη σύγχρονη ταυτότητά της».
Διαβάστε ακόμη
Πλειστηριασμοί: Με ξενοδοχεία, Μύκονο, πάρκινγκ και… ΕΝΚΛΩ αυτή η εβδομάδα (pics)
Καύσιμα: Προς πτώση των τιμών, αλλά η αβεβαιότητα παραμένει
Πότε μια μεταφορά χρημάτων γίνεται φορολογική παγίδα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.