(Upd) Απόφαση κατά του μονοπωλίου του ΟΠΑΠ έβγαλε το ευρωπαϊκό δικαστήριο δικαιώνοντας τις εταιρείες William Hill, Sportingbet και Stanleybet International που είχαν προσφύγει. Η απόφαση δίνει δυο επιλογές στην Ελληνική Δημοκρατία, είτε να διατηρηθεί υφιστάμενο μονοπώλιο, με τη παράλληλη εφαρμογή αυστηρότερων και αποτελεσματικότερων ελέγχων, είτε να απελευθερωθεί η αγορά τυχερών παιχνιδιών, στην οποία περίπτωση το ελληνικό κράτος θα πρέπει να τηρήσει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
Το γεγονός αλλάζει βραχυπρόθεσμα την εικόνα της αγοράς καθώς δημιουργεί νέα δεδομένα όσον αφορά την αποτίμηση της επιχείρησης. Για τον ΟΠΑΠ υπήρχε έντονο ενδιαφέρον τις τελευταίες ημέρες με αποτέλεσμα η κεφαλαιοποίηση του να φθάσει τα 2,3 δισ ευρώ και το ΤΑΙΠΕΔ να ζητάει 800 εκατ. με 1 δισ ευρώ για το 33%.
Η μετοχή έφθασε να υποχωρεί ως και 20% σε επίπεδα χαμηλότερα των 5,7 ευρώ με αποτέλεσμα να έχει αποσυρθεί το ενδιαφέρον των επενδυτικών κεφαλαίων, το οποίο ήταν ιδιαίτερα έντονο τις τελευταίες μέρες.
H απόφαση
Απαντώντας στα προδικαστικά ερωτήματα που είχε θέσει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις υποθέσεις των εταιρειών «Stanleybet International Ltd», «William Hill Organization Ltd», «William Hill Plc» και «Sportingbet Plc» κατά του Ελληνικού Δημοσίου για το μονοπώλιο του ΟΠΑΠ το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε πως αντιβαίνει προς το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εθνική κανονιστική ρύθμιση που παρέχει σε έναν και μόνον οργανισμό το μονοπώλιο των τυχερών παιγνίων, χωρίς να μειώνει πράγματι τις δυνατότητες συμμετοχής σε παίγνια, εφόσον α) δεν περιορίζει τις δραστηριότητες στον τομέα αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο και β) δεν διασφαλίζει αυστηρό έλεγχο της επεκτάσεως των τυχερών παιγνίων αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας.
Η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου υπογραμμίζει πως αν το Ελληνικό Δημόσιο εκτιμά ότι η ελευθέρωση της αγοράς των τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως το οποίο η Ελληνική Δημοκρατία σκοπεί να διασφαλίσει, μπορεί να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του υφισταμένου μονοπωλίου και στην υποβολή του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών.
Ωστόσο σημειώνει πως στην περίπτωση που το κράτος μέλος επιλέξει την ελευθέρωση της αγοράς οφείλει να τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και την υποχρέωση διαφάνειας.
Έτσι, η καθιέρωση ενός συστήματος προηγούμενης διοικητικής αδειοδοτήσεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις, προκειμένου να μην είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο αυθαίρετο η εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών αρχών.
Από την πλευρά του, ο ΟΠΑΠ δηλώνει ότι “η απόφαση αυτή δικαιώνει στους κύριους άξονές της την πολιτική του Ελληνικού Δημοσίου, η δε συμβατότητα της ελληνικής νομοθεσίας προς τις επιταγές της ευρωπαϊκής νομολογίας θα κριθεί οριστικά από την ελληνική δικαιοσύνη”.
Στην κρίση του ΣτΕ
Σημειώνεται πως μετά την απόφαση αυτή εναπόκειται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας να κρίνει ποιον από τους ανωτέρω σκοπούς επιδιώκει η εθνική νομοθεσία και αν η νομοθεσία εξυπηρετεί τους σκοπούς αυτούς κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο.
Πλέον η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα πρέπει να κρίνει ποιον από τους ανωτέρω σκοπούς επιδιώκει η εθνική νομοθεσία και αν η νομοθεσία εξυπηρετεί τους σκοπούς αυτούς κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο.
Νομικοί κύκλοι προσκείμενοι στο δημόσιο εξετάζουν τη φύση της απόφασης ώστε να έχουν μία πληρέστερη γνωμάτευση για το πως θα διαμορφωθεί το τελικό πλαίσιο και ποιά θα είναι η ισχύ της.
(Πατήστε εδώ για να δείτε ολόκληρη την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου)
Οι ιδιωτικές εταιρείες
Έμπειροι παράγοντες της αγοράς στοιχήματος τονίζουν ότι η αρνητική απόφαση για το μονοπώλιο του ΟΠΑΠ ανοίγει τους δρόμους για τους ξένους ανταγωνιστές, ωστόσο με τις σημερινές συγκυρίες είναι δύσκολο να ξαναέλθουν στην Ελλάδα, η Stanley Bet και η William Hill και να ξανανοίξουν πρακτορεία διεξαγωγής στοιχήματος.
Ακόμη κι αν η απόφαση των Βρυξελλών παραπέμπει στο ελληνικό δικαστήριο, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, προκειμένου να αποφασίσει επί των αδειών που είχαν ζητηθεί από τις αγγλικές εταιρείες, στην πράξη είναι πολύ δύσκολο οι ξένοι να αποφασίσουν να ανταγωνιστούν τον ΟΠΑΠ. Κι αυτό γιατί με την φορολογία του 30% στα μεικτά κέρδη θα είναι δύσκολο για τις ξένες εταιρείες να προσφέρουν ανταγωνιστικές αποδόσεις λόγω του αυξημένου κόστους.
Ένα επιπλέον επιχείρημα είναι ότι μια εκ των δυο εταιρειών η William Hill παρά το γεγονός ότι κατέχει υψηλά διαθέσιμα δεν προχώρησε στην έκδοση άδειας στην Ελλάδα για το Ιντερνετικό στοίχημα, καθώς δεν ήθελε να καταβάλλει τους φόρους. Μ ΄ άλλα λόγια η εταιρεία είχε δραστηριότητα μέσω του Internet, αλλά όταν το ελληνικό δημόσιο δημιούργησε το νομικό πλαίσιο, η εταιρεία αποχώρησε από την Ελλάδα, κατηγορώντας το μονοπώλιο, αλλά χωρίς να καταβάλλει φόρους. Mια άλλη πτυχή της απόφασης είναι για παίγνια θα εφαρμοστεί. Όταν είχε λειτουργήσει η Stanley Bet τα πρακτορεία είχε προσφέρει μόνο ποδοσφαιρικό στοίχημα και όχι αριθμολαχεία. Κι αυτό είναι ένα ακόμη πλεονέκτημα υπέρ του ΟΠΑΠ.
Επιπτώσεις στην ιδιωτικοποίηση
Βεβαίως, η απόφαση επηρεάζει την επικείμενη ιδιωτικοποίηση καθώς ο αγοραστής θα κληρονομήσει και το αποκλειστικό δικαίωμα του οργανισμού για την διεξαγωγή παιγνίων μέχρι το 2020. Προφανώς και πρέπει να υπάρχει λύση διότι σε διαφορετική περίπτωση το τίμημα δεν θα είναι το ίδιο, καθώς από την εκκίνηση της διαδικασίας η αξία έχει διπλασιαστεί στα 752 εκατ. ευρώ.
Η ανακοίνωση του ΟΠΑΠ
“Δημοσιεύτηκε σήμερα η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το προδικαστικό ερώτημα που απέστειλε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την αίτηση που υπέβαλαν εταιρείες παροχής υπηρεσιών στοιχήματος για εγκατάσταση πρακτορείων στην Ελλάδα.
Το Δικαστήριο για μια ακόμη φορά επιβεβαίωσε την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία είναι καταρχήν δυνατή η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία των καταναλωτών και η αποτροπή της απάτης και της παροτρύνσεως των πολιτών σε υπερβολική δαπάνη συνδεόμενη με τα τυχερά παίγνια. Προϋποθέσεις που τίθενται για τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων είναι ότι η ρύθμιση πράγματι ανταποκρίνεται στη μέριμνα για μείωση των δυνατοτήτων συμμετοχής σε παίγνια και για περιορισμό των δραστηριοτήτων στον τομέα αυτόν με συνεπή και συστηματικό τρόπο και ότι διασφαλίζεται αυστηρός έλεγχος από τις δημόσιες αρχές της επέκτασης του τομέα των τυχερών παιγνίων αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την καταπολέμηση της συναφούς προς τα παίγνια εγκληματικότητας.
Το Δικαστήριο δεν διέλαβε καμία απολύτως κρίση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, εάν δηλαδή το ρυθμιστικό πλαίσιο των παιγνίων είναι ή όχι συμβατό με τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία και παρέπεμψε το ζήτημα της αξιολόγησης της εθνικής νομοθεσίας στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπενθύμιση ότι θα πρέπει αυτό να λάβει υπ’ όψιν του συνολικά τις ρυθμιστικές συνθήκες, ιδίως δε την αυστηρότητα του ασκούμενου από το δημόσιο ελέγχου, τη συνέπεια στην άσκηση της περιοριστικής πολιτικής στα παίγνια και την αναλογικότητα των σχετικών μέτρων.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προχώρησε μάλιστα σε σημαντική κρίση σχετικά με τον αν πρέπει να ανοίξει η αγορά των παιγνίων σε περίπτωση που κριθεί από το ελληνικό δικαστήριο ότι η ρύθμιση είναι αντίθετη στο δίκαιο της Ένωσης.
Κρίθηκε σχετικά ότι προς την καθιέρωση ενός ελευθέρου και ανόθευτου ανταγωνισμού στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής αγοράς, η δημιουργία ενός τέτοιου ανταγωνισμού «στην εντελώς ιδιάζουσα αγορά των τυχερών παιγνίων, δηλαδή μεταξύ πολλών επιχειρηματιών που θα έχουν την άδεια να εκμεταλλεύονται τα ίδια τυχερά παίγνια, είναι δυνατό να έχει επιβλαβές αποτέλεσμα, οφειλόμενο στο ότι οι επιχειρηματίες αυτοί θα είχαν την τάση να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο σε εφευρετικότητα προκειμένου να καταστήσουν την προσφορά τους ελκυστικότερη από αυτή των ανταγωνιστών τους και, κατά τον τρόπο αυτό, να αυξήσουν τις δαπάνες των καταναλωτών που συνδέονται με τα τυχερά παίγνια, καθώς και τους κινδύνους εξαρτήσεως από τα παίγνια αυτά» και, συνεπώς, το κράτος δεν είναι υποχρεωμένο να ελευθερώσει την αγορά των τυχερών παιγνίων, αν εκτιμά ότι μια τέτοια ελευθέρωση δεν συνάδει προς το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξης.
Επιπλέον το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο σε σχέση με το μονοπώλιο κριθεί από το εθνικό δικαστήριο ότι δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό το κράτος μέλος δεν υποχρεούται να απελευθερώσει την αγορά τυχερών παιγνίων. Ειδικότερα κρίθηκε ότι «στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα μεταρρυθμίσεως του υφισταμένου μονοπωλίου προκειμένου αυτό να καταστεί συμβατό προς τις διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως διά της υποβολής του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών».
Επειδή έχει ήδη εκκινήσει επιχείρηση παραπληροφόρησης σχετικά με το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ΟΠΑΠ Α.Ε. επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή δικαιώνει στους κύριους άξονές της την πολιτική του Ελληνικού Δημοσίου, η δε συμβατότητα της ελληνικής νομοθεσίας προς τις επιταγές της ευρωπαϊκής νομολογίας θα κριθεί οριστικά από την ελληνική δικαιοσύνη.
Σε κάθε δε περίπτωση επιτρέπει στην ελληνική πολιτεία να συνεχίσει την περιοριστική της πολιτική, μια από τις πιο αυστηρές στην Ευρώπη, με γνώμονα τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και της αποτροπής της μετατροπής της χώρας σε ευρωπαϊκό παράδεισο του τζόγου, όπως ορισμένοι οραματίζονται χωρίς να συμβάλλουν ούτε κατ’ ελάχιστον στην ελληνική κοινωνία.
Η ΟΠΑΠ Α.Ε. θα συνεχίσει την αυστηρή πολιτική έλεγχου, την κοινωνική της προσφορά και τη συμμετοχή της στη δημοσιονομική ανάκαμψη της χώρας. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και προς την κατεύθυνση αυτή εκτιμούμε ότι θα κινηθεί και η αρμόδια ελληνική δικαιοσύνη”.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.