Του Δημήτρη Μαρκόπουλου
Αν ισχύουν οι καταγγελίες εις βάρος τους, θα πρέπει να μιλάμε για το μεγαλύτερο καρτέλ που πέρασε από τη χώρα. Στο παρελθόν έχουν ακουστεί ακραία πράγματα εις βάρος των «Big 3» βιομηχανιών τσιμέντου και δομικών υλικών της χώρας. Μέχρι και απειλές κατά της ζωής όσων διαφωνούσαν με πολιτικές και στρατηγικές. Πράγματα που αν αποδειχθούν θα πρέπει κανονικά να οδηγήσουν σε ποινικές περισσότερο διαδικασίες παρά σε χρηματικές ποινές, αν και ως επί τω πλείστω μιλάμε για παλιότερες εποχές. Από την άλλη μεριά, κακά τα ψέματα. Σε μια αγορά με τόσο μεγάλη επιτυχία επί σειρά ετών, λογικό είναι να υπάρχει φθόνος, πισώπλατες μαχαιριές και καταγγελίες που περισσότερο μένουν ανώνυμες (άρα χάνουν και την εγκυρότητά τους) παρά βλέπουν με ευθύτητα το φως της δημοσιότητας.
Η είδηση της πρόσφατης ντιρεκτίβας της Επιτροπής Ανταγωνισμού που επί της ουσίας ανοίγει τις εισαγωγές τσιμέντου από το εξωτερικό, σπάζοντας σε ένα πρώτο βήμα ένα μονοπώλιο ετών, πέρασε την προηγούμενη εβδομάδα (πλην newmoney) στα ψιλά. Κακώς. Κι αυτό διότι η ανεξάρτητη Αρχή, στο πλαίσιο ενός αγώνα κατά των συγκεκριμένων βιομηχανιών, πραγματοποίησε ένα πρώτο βήμα, με το ενδιαφέρον πλέον να στρέφεται στο επόμενο. Ένα επόμενο βήμα που ενδέχεται να οδηγήσει σε απόδοση ευθυνών κατά όσων λυμαίνονταν την αγορά και αξιοποιούσαν το καθεστώς προστατευτισμού που υπήρχε.
Η γνωμοδότηση της Επιτροπής αφορά στη αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την παραγωγή, τον έλεγχο, την πιστοποίηση και την εμπορία στην αγορά τσιμέντου (χύδην και συσκευασμένου). Είναι μια γνωμοδότηση ιστορική καθώς επισημαίνει την ανάγκη για την «άρση τυχόν περιορισμών και στρεβλώσεων που δημιουργούν εμπόδια στη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού στους τομείς παραγωγής, ελέγχου, πιστοποίησης και εμπορίας τσιμέντου (χύδην και συσκευασμένου), ιδίως αναφορικά με την υποχρέωση διακίνησης τσιμέντου χύδην ή σε μεγασάκους αποκλειστικά μέσω κέντρων διανομής».
Δεν είναι τυχαίο πως η απόφαση αυτή απασχόλησε ακόμα και την κεντρική διοίκηση της πολυεθνικής Lafarge καθώς η ΑΓΕΤ είναι ένα από τα δυνατά της χαρτιά αλλά ταυτόχρονα – λόγω συνθηκών της αγοράς – και από τα πιο προβληματικά. Μπορεί ο γαλλικός πολυεθνικός όμιλος να έχει στρέψει εσχάτως το ενδιαφέρον του προς την Αφρική και τη Μέση Ανατολή όμως η Ελλάδα ως μονάδες και παραγωγική βάση έχει υψηλή σημασία.
Όμως και οι υπόλοιποι παίκτες της αγοράς ετοιμάζονται για πιο δύσκολες ημέρες. Κι αυτό διότι πληροφορίες του newmoney αναφέρονται και σε άλλες παρεμβάσεις εκτός Ελλάδος για τη συγκεκριμένη αγορά η οποία ήδη έχει στοχοποιηθεί από τις Βρυξέλλες. Πρόκειται για πιέσεις που θα ασκηθούν σύντομα προς τη μεριά των ελληνικών αρχών καθώς κύκλοι της Ε.Ε. θεωρούν πως η σχετική γνωμοδότηση «αποτελεί το πρώτο βήμα» κι όχι την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας. Οι ίδιοι κύκλοι πιστεύουν πως θα πρέπει επιτέλους να δούμε στην Ελλάδα εταιρίες και από άλλες χώρες καθώς στην Ελλάδα «επικρατεί ένα ιδιότυπο μονοπώλιο». Από την μεριά τους οι επιχειρήσεις του κλάδου που για 50 χρόνια κυριαρχούν, θεωρούν πως βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο αφελληνισμού της παραγωγής και διείσδυσης ξένων αντιπροσώπων που δεν θα έχουν παραγωγική δραστηριότητα και απλά με μερικές δεκάδες εργαζόμενους θα λειτουργούν ως dealers πρώτων υλών.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που η τσιμεντοβιομηχανία βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο, με παραγωγική ανάκαμψη, λόγω αυξημένων εξαγωγών, μετά από ένα καταστροφικό 2012,που οδήγησε σε συνθήκες κατάρρευσης της εγχώριας ζήτησης, κατέγραψε ρεκόρ ζημιών, που κατά πάσα βεβαιότητα εφέτος θα είναι ακόμη μεγαλύτερες.
Την ίδια ώρα, η εγχώρια ζήτηση τσιμέντου συνεχίζει να υποχωρεί, ενώ και η αγορά αλλάζει μορφή ιδιαίτερα μετά τη διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου τσιμέντων της εταιρείας ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ στη Χαλκίδα, που εξυπηρετούσε κυρίως την αγορά τσιμέντου της Αττικής. Αν ψάχνουμε έναν σημαντικό παράγοντα ως προς την άνοδο των πωλήσεων του κλάδου, θα πρέπει να κοιτάξουμε προς τη μεριά της ΤΙΤΑΝ των οικογενειών Κανελλόπουλου – Παπαλεξόπουλου. Η τόνωση των εξαγωγών της εταιρείας, παρά τη συνεχιζόμενη πτώση της εγχώριας κατανάλωσης τσιμέντου, οδήγησε σε 118,88 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 6,7% σε σύγκριση με εκείνες του πρώτου εξαμήνου του 2012. Η εταιρεία,σύμφωνα με πηγές της αγοράς, κατορθώνει παρά τα προβλήματα, εκτός των εξαγωγών της να πραγματοποιεί εξαιρετικές πωλήσεις και στην Αττική. Βέβαια, δεν λείπουν και οι φωνές εκείνες που μιλάνε για επικείμενη συρρίκνωση της βιομηχανικής παρουσίας της εταιρείας λόγω της ανάγκης περιστολής δαπανών, όμως προς το παρόν, οι δύο μεγάλες βιομηχανικές οικογένειες επιλέγουν να συνεχίσουν με το ίδιο σχήμα και παραγωγική δομή.
Η ΑΓΕΤ Ηρακλής από την άλλη πλευρά, μετά από μια σειρά διοικητικών αναταράξεων και αμφισβήτησης διατηρεί σε συνθήκες «καταστολής» τη λειτουργία στις παραγωγικές μονάδες της στον Βόλο και στο Μηλάκι Εύβοιας. Στοχεύει σε ενίσχυση της εξαγωγικής παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της Μεσογείου ενώ το προηγούμενο έτος οι πωλήσεις της στη διεθνή αγορά (κατά κύριο λόγο σε εταιρεία του ομίλου της στην Ελβετία, αλλά με προορισμό διάφορες χώρες) σημείωσαν αύξηση 72%, ανήλθαν σε 70,42 εκατ. ευρώ και αντιπροσώπευαν το 34,9% των συνολικών εσόδων της, έναντι αντίστοιχου ποσοστού 17,1% το 2011. Η αύξηση των εξαγωγών της συνεχίζεται το 2013. Ειδικότερα στο πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους η Lafarge απορρόφησε από την ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ τσιμέντο αξίας 25,75 εκατ. ευρώ, υπερτριπλασιάζοντας τις αγορές μέσω του δικτύου της και οδηγώντας σε αύξηση των πωλήσεών της ελληνικής επιχείρησης κατά 26,3%.
Η επιδείνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρείας το 2013 θεωρείται πάντως δεδομένη λόγω της διακοπής των εργασιών του εργοστασίου στη Χαλκίδα.
Με τη σειρά της η ΧΑΛΥΨ Δομικά Υλικά έχει μια απώλεια πωλήσεων το 2012 της τάξης του 32% με ζημιές σχεδόν 34,7 εκατ. ευρώ. Πάντως την επόμενη εβδομάδα η εταιρεία επιδιώκει ένα επικοινωνιακό άνοιγμα, με ανακοινώσεις για το μέλλον της και νέες επενδύσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η αγορά έχει λόγω κρίσης αλλάξει δεδομένα. Ήδη για δεύτερη συνεχόμενη οικονομική χρήση, το 2012 η ΤΙΤΑΝ ΑΕ ξεπέρασε σε τζίρους την ΑΓΕΤ κατά 20 εκατ. ευρώ (221,22 εκατ. ευρώ η πρώτη, 201,77 εκατ. ευρώ η δεύτερη), ενώ η ΧΑΛΥΨ ΑΕ (28,50 εκατ. ευρώ) είδε το μερίδιό της στην αγορά να συρρικνώνεται. Η τάση αυτή θα συνεχιστεί όπως όλα δείχνουν και το 2013 με την ΑΓΕΤ να βλέπει την ψαλίδα να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο ενώ οι αθρόες εισαγωγές θα μειώσουν τις πωλήσεις όλου του κλάδου.
Παραγωγική ανάκαμψη
O όγκος της παραγωγής τσιμέντου Πόρτλαντ στην Ελλάδα το πρώτο πεντάμηνο του τρέχοντος έτους, σε σύγκριση με την ίδια χρονική περίοδο του 2012, αυξήθηκε κατά 14,75% (σε επίπεδα ωστόσο που είναι 66,2% χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του έτους 2005), παρουσιάζοντας άνοδο τους τέσσερις από τους πέντε εξεταζόμενους μήνες.
Συγκεκριμένα, η παραγωγή του κοινού τσιμέντου Πόρτλαντ, που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής τσιμέντων, αυξήθηκε κατά 87,95% τον Ιανουάριο, 47,2% τον Φεβρουάριο, 2,9% τον Μάρτιο και 4,25% τον Απρίλιο, ενώ μειώθηκε κατά 9,6% τον Μάιο.
Τα στοιχεία αυτά συμβαδίζουν με τις εκτιμήσεις για την ανοδική εξέλιξη του κύκλου εργασιών του ευρύτερου παραγωγικού κλάδου των μη μεταλλικών ορυκτών, τα μεγέθη του οποίου επηρεάζονται καθοριστικά από αυτά της τσιμεντοβιομηχανίας. Ο κύκλος εργασιών του κλάδου από τις πωλήσεις προϊόντων του στη διεθνή αγορά παρουσίασε αύξηση 139,4% τον Ιανουάριο, 61,7% τον Φεβρουάριο, 38,7% τον Μάρτιο και 12,6% τον Απρίλιο, ενώ μειώθηκε κατά 18,7% τον Μάιο, σε σύγκριση με τους ίδιους μήνες του 2012. Αντιθέτως, στην ελληνική αγορά ο κύκλος εργασιών του συνέχισε να μειώνεται.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.