Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google
Της Στεφανίας Σούκη
 
Mπορεί οι ασφαλιστικές εταιρείες να έχουν μειωθεί τη δεκαετία 2003- 2013 σχεδόν κατά το 1/3, από τις 100 εταιρείες του 2003 στις 69 σήμερα, η ελληνική αγορά ωστόσο, η οποία υπολογίζεται ότι θα ‘’κλείσει’’ εφέτος κοντά στα 4 δισ. ευρώ και έχει αυτή την στιγμή ένα μεγάλο και ανεκμετάλλευτο ‘’παράθυρο’’ ευκαιρίας, θα πρέπει να συγκεντρωθεί περισσότερο. 
 
Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν τα στελέχη της εγχώριας αγοράς, που τώρα ‘’τρέχουν’’ για νέες εξαγορές και συγχωνεύσεις, απαραίτητες, όπως προκύπτει και από τα νούμερα της ασφαλιστικής αγοράς άλλων ευρωπαϊκών χωρών με παραπλήσια πληθυσμιακά χαρακτηριστικά: Ενδεικτικά, η Αυστρία έχει σχεδόν τον ίδιο αριθμό ασφαλιστικών εταιρειών- 71-  με σχεδόν τετραπλάσια παραγωγή ασφαλίστρων, που ξεπερνά τα 16 δισ. ευρώ.     
 
«Η τάση των εξαγορών συνεχίζεται στους κλάδους ζωής και υγείας », αναφέρει ο κ. Φίλιππος Κάσσος, Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής στο ελεγκτικό τμήμα ασφαλιστικών επιχειρήσεων της KPMG, ο οποίος επιμελήθηκε την τελευταία, υπό έκδοση, έρευνα της KPMG για τη «Χρηματοοικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών εταιρειών το 2013». «Οι εξαγορές, αν και μειώνουν το μέγεθος της εταιρείας στερώντας μελλοντικά έσοδα, μπορούν, βραχυπρόθεσμα, να συμβάλλουν θετικά στα αποτελέσματα των εταιρειών λόγω της χρέωσης των εξόδων εξαγοράς, αλλά και μακροπρόθεσμα, στις περιπτώσεις συμβολαίων με υψηλές εγγυημένες αποδόσεις, που αποτελεί πολύτιμη και αναπάντεχη ανάσα στις απαιτούμενες κεφαλαιακές ανάγκες των εταιρειών.  
 
Παράθυρο ευκαιριών ανοίγουν τα περιθώρια ανάπτυξης του κλάδου, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα διείσδυσης σε σχέση με το ΑΕΠ (στην Ε.Ε. διαμορφώνεται στα πέριξ του 8%, ενώ στην Ελλάδα γύρω στο 2%), αλλά και η δυσμενής θέση του δημοσίου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων.»
 
Σύμφωνα με τα στατιστικά της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ασφάλισης (CEA Statistics), οι κλάδοι των ασφαλίσεων ζωής καταλαμβάνουν περίπου το 60% της ασφαλιστικής παραγωγής, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται στο 45%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παραγωγής ασφαλίστρων ανά κάτοικο, ανέρχεται σε επίπεδα μεγαλύτερα των 1.800 ευρώ, ενώ στην Ελλάδα βρίσκεται στο επίπεδο των 400 ευρώ περίπου. «Στον κλάδο αυτοκινήτου, οι συγκυριακές ευκαιρίες που παρουσιάζονται έχει ενθαρρύνει πολλούς ασφαλιστές, αλλά και νέους παίχτες που διεισδύουν στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, να επικεντρώσουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα στους κλάδους των γενικών ασφαλίσεων στην Ελλάδα», αναφέρει ο κ. Κάσσος. «Ωστόσο, η όποια απόφαση επέκτασης στον κλάδο, αναμένεται να απαιτήσει στο άμεσο μέλλον σημαντικά πρόσθετα κεφάλαια, ενώ κρύβει κινδύνους που δεν είναι ορατοί ή εύκολα διαχειρίσιμοι από νέους του χώρου αυτού, όπως οι αυξανόμενες εποπτικές απαιτήσεις σε εσωτερικά συστήματα και σημαντικές επενδύσεις σε πληροφοριακά συστήματα.»  
 
Στο χώρο της ασφάλισης αυτοκινήτου, έχει παρατηρηθεί σημαντική διείσδυση στην ελληνική αγορά νέων ασφαλιστικών εταιρειών από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τρίτες χώρες που δραστηριοποιούνται μέσω του καθεστώτος της Ελεύθερης Παροχής Υπηρεσιών (ΕΠΥ).  «Οι εταιρείες αυτές, μαζί με τους τοπικούς εκπροσώπους τους, οι οποίοι είναι συνήθως ασφαλιστικοί πράκτορες, στην ουσία εκμεταλλεύονται τις μειωμένες εποπτικές απαιτήσεις, αλλά και τα αργά αντανακλαστικά των μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου για την απόφαση ενεργοποίησής τους στην παραγωγή αυτοκινήτου, όπου λόγω στρατηγικής επιλογής απείχαν όλα αυτά τα χρόνια.  Στα (αργά) αυτά αντανακλαστικά προστίθεται  και το θέμα της τιμολογιακής πολιτικής όπου η εναρμόνιση (προς τα κάτω) των τιμολογίων δεν ακολουθεί σε ένταση και ρυθμό τη μείωση του κόστους της ασφάλισης, όπως αυτή αποτυπώνεται κυρίως από τη μείωση της συχνότητας και σφοδρότητας των ατυχημάτων, άλλα και τη μείωση των προμηθειών ιδιαίτερα σε δραστηριοποίηση μέσω των πωλήσεων χωρίς διαμεσολάβηση (Direct)», αναφέρει ο κ. Κάσσος. 
 
Η εικόνα των εταιρειών 
 
Ως προς την υπό έκδοση έρευνα της KPMG, το δείγμα περιλαμβάνει τις 19 μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις γενικές ασφαλίσεις (85% του συνόλου των εγγεγραμμένων ασφαλίστρων στις γενικές ασφαλίσεις). Η συνολική κεφαλαιοποίηση (εσωτερική λογιστική αξία) των υπό εξέταση εταιρειών ανέρχεται για το 2012 στα 898 εκατ. ευρώ με 47 εκατ. ευρώ  περίπου μέσο όρο ανά εταιρεία. «Παρατηρούμε μία σημαντική βελτίωση στην καθαρή θέση κατά ευρώ 1 δισ. περίπου σε σχέση με το 2011, όπου η καθαρή θέση ήταν αρνητική (στα -153 εκατ. ευρώ) λόγω των ζημιών από τα ελληνικά ομόλογα», αναφέρει ο κ. Κάσσος. Ως προς το επίπεδο των ανείσπρακτων απαιτήσεων των εταιρειών από πελάτες και πράκτορες (σε σχέση με το ύψος της παραγωγής), αυξήθηκε στις 89 ημέρες το 2012 (κατά 1 ημέρα), λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας αλλά και της ύπαρξης παλαιών οφειλών μέσω των διακανονισμών.