Η επιλογή των Ιταλών για στήριξη της θυγατρικής τους στην Ελλάδα, η καθυστέρηση επί πενταετία της επένδυσης στον Ασπρόπυργο λόγω γραφειοκρατίας και ο φόβος του φθηνού τουρκικού τσιμέντου σε μια αγορά που συρρικνώθηκε κατά 40%

Του Δημήτρη Μαρκόπουλου

Έχει κατηγορηθεί για μονοπωλιακές πρακτικές. Περιλαμβάνεται στους Big 3 τσιμεντάδες της χώρας που λύνουν και δένουν στην αγορά συνιστώντας το μεγαλύτερο εν Ελλάδι καρτέλ – όπως έχει καταγγελθεί στο παρελθόν. Πρόσφατα η Επιτροπή Ανταγωνισμού με ιστορική της γνωμοδότηση επιδίωξε πάταξη των πρακτικών αυτών των εταιρειών (σ.σ.: μιλάμε για τις Τιτάν, ΑΓΕΤ Lafarge και Χάλυψ), ενώ ποιος δεν θυμάται τη γεμάτη εντάσεις δεκαετία του ’90 με την άφιξη στη χώρα μας σχημάτων όπως η Calcestrucci του διαβόητου Παντσαβόλτα, το πέρασμα της Χάλυψ στη Ciments Francais και τη μετέπειτα εξαγορά της τελευταίας από την Italcementi. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες κλάδους είναι αυτός των τσιμέντων, ο οποίος λόγω της οικοδομικής υπερδραστηριότητας έτρεχε με χίλια στα χρόνια της ευμάρειας, όμως εσχάτως παρουσιάζει αρρυθμίες και τόσο μεγάλα προβλήματα που έχουν οδηγήσει σε σκέψεις αποεπένδυσης, σε φόβους λόγω της αθρόας εισαγωγής φθηνού τουρκικού τσιμέντου, αλλά και σε συρρίκνωση της αγοράς σε ποσοστό 40%. Κι όμως, στο ζοφερό αυτό κλίμα, όπου όλα δείχνουν να ανατρέπονται και οι μεγάλες πολυεθνικές δυνάμεις επιβουλεύονται την εγχώρια αγορά, ο όμιλος Χάλυψ-Italcementi πραγματοποίησε μια μεγάλη επένδυση. Για την ακρίβεια, σε μια πτωτική αγορά και ενώ τα αποτελέσματα δεν επιτρέπουν αισιοδοξία, καθώς η εταιρεία απώλεσε περίπου το 1/5 του τζίρου της μεταξύ 2010-2012, αποφάσισε να στηρίξει την Ελλάδα και την εδώ θυγατρική με 13 εκατ. ευρώ στη μονάδα του Ασπροπύργου. Μια επένδυση που μπερδεύει όσους ενστερνίζονται τα σενάρια περί «κακής τσιμεντοβιομηχανίας» που χρησιμοποιεί αθέμιτες πρακτικές στη χώρα μας, αλλά δεν αρκεί και για να δικαιώσει λογικές άλλων ετών οι οποίες οδήγησαν τις τιμές στα ύψη.

Οι καθυστερήσεις και οι Ιταλοί που είχαν έρθει στα όριά τους

Αυτή η επένδυση όμως, από πίσω της κρύβει, και μια άγνωστη – κακή για την εικόνα της Ελλάδας- ιστορία, αυτή των καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση μιας σημαντικής για την Ελλάδα και τη ρημαγμένη της οικονομία συμφωνίας. Πιο συγκεκριμένα, πέντε χρόνια χρειάστηκε ώστε να εκδοθεί η άδεια για μια βιομηχανική επένδυση που εξασφάλισε τη συνέχεια της Χάλυψ στην ελληνική αγορά. Μια συνέχεια καθόλου δεδομένη αν κρίνουμε από τα προγράμματα συρρίκνωσης κόστους που βρίσκονταν σε εξέλιξη από τον ιταλικό όμιλο στη χώρα μας και τις πυκνές διαμαρτυρίες του σωματείου εργαζόμενων του γκρουπ στην Ελευσίνα, που ζητούσε καλύτερη μισθολογική αντιμετώπιση. Η εν λόγω επένδυση, εκτός των άλλων, θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση «πράσινων» κριτηρίων δράσης της πολυεθνικής σε μια περιοχή πολύ επιβαρυμένη όπως είναι αυτή του Ασπρόπυργου και της Ελευσίνας.

Ειδικότερα, η επένδυση που λίγο έλειψε να εξελιχθεί σε γεφύρι της Αρτας ξεκίνησε το 2004 και εγκαινιάστηκε στα τέλη Νοεμβρίου του 2013. Αναφερόμαστε στην κατασκευή 5 κυλινδρικών μεγάλου μεγέθους σιλό, όπου θα αποθηκεύονται χωρίς να επιβαρύνεται η ατμόσφαιρα της περιοχής πρώτες ύλες, όπως γύψος, περλίτης, σκύρα ασβεστόλιθος και pet coke. Πρόκειται για έναν χώρο 17.500 κυβικών μέτρων που εντάσσεται στο πλαίσιο επένδυσης 65 εκατ. ευρώ που η εταιρεία έχει κάνει στη χώρα μας μέσα στη δεκαετία. Για το έργο αυτό εργάστηκαν δέκα διαφορετικές ελληνικές εταιρείες, με αποτέλεσμα να υπάρξει διάχυση αυτών των πόρων σε όλη την περιοχή. Ομως το πιο κρίσιμο στη συγκεκριμένη επένδυση δεν ήταν αυτού του είδους η απασχόληση. Ολοι γνώριζαν πως οι Ιταλοί είχαν έρθει στα όριά τους με τη χώρα μας. Η αρνητική εξέλιξη τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία δεν άφηνε περιθώρια εφησυχασμού. Πολλοί μάλιστα ήταν οι εργαζόμενοι της Χάλυψ που ήδη από το 2011 φοβούνταν ανοιχτά αποχώρηση της εταιρείας, καθώς μεταξύ 2010 και 2011 ο τζίρος της έπεσε από τα 64,5 εκατ. ευρώ στα 42,1 εκατ. ευρώ, ενώ από κέρδη 9,8 εκατ. ευρώ η εταιρεία πέρασε μέσα σε μία μόλις χρήση σε ζημίες 7 εκατ. ευρώ! Κι όλα αυτά με βραχυπρόθεσμο δανεισμό 16,7 εκατ. ευρώ το 2010, που έπεσε όμως στα 7,1 εκατ. ευρώ το 2011. Το απόλυτο Βατερλό δηλαδή σε μια πάλαι ποτέ πολύ καλή και κερδοφόρο αγορά. Κι όλα αυτά επειδή η οικοδομή στη χώρα μας όχι απλώς κατέρρευσε, αλλά ουσιαστικά εξαφανίστηκε. Η φράση του διευθύνοντος τον όμιλο στη χώρα μας, Βέλγου κ. Σερζ Σμιτ, πως «κάθε κρίση έχει κι ένα τέλος» είναι ενδεικτική όχι μόνο για την αισιόδοξη οπτική του γκρουπ στις εξελίξεις, αλλά και για το σύνολο της πορείας της χώρας μας. Βέβαια, οι Ιταλοί της Χάλυψ γνωρίζουν ότι θα πρέπει να γίνουν πολλά και από τη μεριά της χώρας μας. Το πιο κρίσιμο; «Θα πρέπει να υπάρξει άρση του γραφειοκρατικού καθεστώτος και των περιττών ρυθμιστικών αγκυλώσεων», τονίζει ο κ. Σμιτ.
Τη βαρύτητα πάντως που ο όμιλος Italcementi αποδίδει στη Χάλυψ κατέδειξε και η παρουσία του διευθύνοντος συμβούλου όλου του ομίλου στη χώρα μας πριν από 15 ημέρες, του κ. Κάρλο Πεσέντι. Ο τελευταίος επανεπιβεβαίωσε την πρόθεση της ιταλικής εταιρείας να παραμείνει στην Ελλάδα σε μια περίοδο πολύ δύσκολη. Βέβαια, θα πρέπει να πούμε πως αυτή η επένδυση που ξεκίνησε ως καινοτόμος το 2004, οπότε και πρωτοσχεδιάστηκε, σήμερα ενδεχομένως να θεωρείται παρωχημένη και απλώς να έχει να κάνει με την αναγκαία υλοποίησή της λόγω της διάθεσης προς αυτήν κοινοτικών πόρων. Ομως και πάλι, κάθε κίνηση προς τα εμπρός είναι καλοδεχούμενη σε μια χειμαζόμενη χώρα από την ανεργία και την ύφεση. Αυτό που πάντως η ελληνική θυγατρική επιδιώκει είναι να ενισχύσει το εξαγωγικό της προφίλ, να αξιοποιηθεί περαιτέρω το λιμάνι που έχει η εταιρεία στην Ελευσίνα και να καταστεί η Ελλάδα κέντρο για την ευρύτερη ΝΑ Μεσόγειο.

Ο μεσιέ Σμιτ και η απέχθειά του στους πολιτικούς

Ανθρωπος της γενιάς του, ο κ. Σμιτ είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου των Βρυξελλών (Ecole Polytechnique – ULB), της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο περίφημο INSEAD Business School. Εκεί παρακολούθησε το πρόγραμμα Διεθνών Στελεχών το 2010 ενώ ήδη εργαζόταν. Ξεκίνησε την καριέρα του ως διευθυντής Τεχνικής Υποστήριξης το 1996 στην CCB στο Βέλγιο, θυγατρική του ομίλου Italcementi, όπου συνέχισε κάποια περίοδο και ως διευθυντής εξαγωγών. Από το 2003 μέχρι το 2008 ήταν γενικός διευθυντής στις δραστηριότητες Υδρασβέστου και Premix στη Γαλλία. Το 2009 διορίστηκε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ομίλου Italcementi στα κεντρικά γραφεία. Από τον Σεπτέμβριο του 2010 είναι διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Χάλυψ Δομικά Υλικά Α.Ε., θυγατρικής του ομίλου Italcementi στην Ελλάδα, ενώ έχει συχνή παρουσία στα Βαλκάνια και την Κύπρο.
Ανθρωπος που αγαπάει την Ελλάδα, διασφαλίζει με τρόπο κάθετο τα συμφέροντα του ομίλου, ενώ δεν τρέφει και ιδιαίτερη αδυναμία στους Ελληνες πολιτικούς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως στα πρόσφατα εγκαίνια για τα πέντε σιλό της εταιρείας ο ίδιος δεν ξεκόλλησε από δίπλα από τον διευθύνοντα του γκρουπ κ. Πεσέντι λες κι αυτός ήταν ο επίσημος που φιλοξενούνταν για το κόψιμο της κορδέλας και όχι οι δύο Ελληνες υπουργοί ή οι τοπικοί παράγοντες της περιοχής.

ΧΑΛΥΨ: Από τους Γάλλους της Ciments Francais στους Ιταλούς της Italcementi
Tο 1990 η ελληνική Χάλυψ άλλαξε χέρια και εξαγοράστηκε από τον γαλλικό όμιλο Ciments Francais, ο οποίος δύο χρόνια πριν είχε εξαγοράσει την Ετ Μπετόν. Μετά την εξαγορά της Ciments Francais από τον ιταλικό όμιλο Italcementi, τα Τσιμέντα Χάλυψ μετονομάζονται σε Χάλυψ Δομικά Υλικά Α.Ε., έχοντας ήδη αποκτήσει τα Λατομεία Αδρανών Υλικών Αναγνωστάκη, που σήμερα είναι γνωστά ως Λατομεία Χάλυψ. Επιπροσθέτως, η Ετ Μπετόν περνά από τη Ciments Francais στον όμιλο Italcementi. Το 2011 εξελίχθηκε η συγχώνευση της Ετ Μπετόν με τη Χάλυψ Δομικά Υλικά Α.Ε. Με ετήσια παραγωγική δυνατότητα 65 εκατομμυρίων τόνων και με 53 εργοστάσια τσιμέντου σε όλο τον πλανήτη, το Italcementi Group είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος παραγωγός τσιμέντου στον κόσμο. Μαζί με τα εργοστάσια τσιμέντου, διαθέτει βιομηχανικό δίκτυο με 10 κέντρα άλεσης, 7 τερματικά, 449 μονάδες σκυροδέματος σε 22 χώρες, σε τέσσερις ηπείρους. Το 2012 ο όμιλος παρουσίασε ενοποιημένα έσοδα περίπου 4,5 δισ. ευρώ. Μάλιστα η εταιρεία Italcementi S.p.A. είναι μία από τις δέκα ισχυρότερες επιχειρήσεις στη γειτονική Ιταλία και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο του Μιλάνου από το 1925. Το όνομά της η εταιρεία από Società Bergamasca per la Fabbricazione del Cemento e della Calce Idraulica το έκανε Italcementi το 1927. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1864, όμως διεθνοποιήθηκε το 1992, όταν εξαγόρασε τη Ciments Français. Υστερα από αυτό το κομβικό σημείο η εταιρεία ξεκίνησε ένα απίστευτο ράλι ανάπτυξης και εξαγορών σε χώρες όπως η Βουλγαρία, το Μαρόκο, το Καζακστάν, η Ταϊλάνδη, η Ινδία και στη Βόρεια Αμερική. Το 2005 επένδυσε και στην Αίγυπτο, ενώ από το 2007 έμφαση απέδωσε στην Ασία και τη Μέση Ανατολή.