Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Δημήτρη Μαρκόπουλου

Ο δημοσιογράφος, καλά ενημερωμένος και με σαφή διάθεση να «τσιγκλήσει» τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφκανγκ Σόιμπλε, ρώτησε για αυτό που τον «πονάει». Για τη γερμανική διαπλοκή και την εμπλοκή της στα ελληνικά οικονομικά πράγματα.

Στο άκουσμα και μόνο της λέξης «Χριστοφοράκος», ο ήδη σκυθρωπός και δύσκολα χαμογελαστός πολιτικός σκυθρώπιασε κι άλλο. Κι αυτό διότι γνώριζε από πρώτο χέρι πως η χώρα του δεν περίμενε τα Μνημόνια για να αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στην Ελλάδα. Αυτό το έχει κάνει εδώ και πάνω από 50 χρόνια. Αρχικά με την δυναμική (επιθετική πιο σωστά) εξαγορά ελληνικών βιομηχανικών κολοσσών της εποχής και κατόπιν με τη διαπλοκή και το μαύρο πολιτικό χρήμα. Έτσι η γερμανική πλευρά άλωσε το ελληνικό Δημόσιο και κατόπιν κυριάρχησε στην εγχώρια αγορά.

Αν η πορεία μιας βιομηχανίας αποτυπώνει άριστα τα παραπάνω, αυτή δεν είναι άλλη από την πάλαι ποτέ πανίσχυρη Πίτσος. Μια εταιρεία με ιστορία και βάσεις στο 1865 η οποία ενέδωσε στο γερμανικό φλερτ απομειώνοντας από τη δεκαετία του ’70, οπότε κι εξαγοράστηκε, την κυριαρχία των εγχώριων βιομηχανιών έναντι των πολυεθνικών και δη των Γερμανικών. Μια βιομηχανία που πουλήθηκε κάτω από το βάρος εργατικών κινητοποιήσεων και που τώρα φαίνεται πως σύντομα θα εισέλθει σε μια ανάλογα σύνθετη και δύσκολη εποχή λόγω των εξελίξεων που προετοιμάζονται – σύμφωνα με πληροφορίες – στην εργοστασιακή της μονάδα στου Ρέντη. Κι αυτό εξαιτίας υψηλού κόστους παρά τη διμερή συμφωνία Ελλάδος – Γερμανίας αλλά και της Siemens, μετά το σκάνδαλο των μαύρων ταμείων της ως υποχρέωση προς την πατρίδα μας.

Τα στελέχη του ομίλου BSH εδώ κι ενάμιση χρόνο επιδιώκουν να μην απαντούν αναφορικά με το εν Ελλάδι μέλλον ενός γκρουπ που ξεπερνά τα 160 εκατ. ευρώ σε πωλήσεις. Οι απανωτές ερωτήσεις στη Βουλή δεν τους πτοούν. Κι ας πρόκειται για μια εργοστασιακή μονάδα που πρωτο-λειτούργησε το 1909 και την οποία η πολυεθνική εταιρεία Bosch Siemens HauseGerate ή BSH, σύμφωνα με τους εργαζομένους της, οδηγεί σε απαξίωση. Επισήμως, η πολυεθνική εταιρεία αναφέρει ότι δεν πρόκειται να κλείσει το εργοστάσιο, αλλά όπως αναφέρουν οι εργαζόμενοι αν το εργοστάσιο δεν εκσυγχρονιστεί, μοιραία θα οδηγηθεί σε μαρασμό. Κι αυτό δεν έχει γίνει εδώ και χρόνια.

Αξιοσημείωτο είναι ότι το συγκεκριμένο εργοστάσιο αποτέλεσε εμμέσως αντικείμενο της συμφωνίας συμβιβασμού της Siemens με το Ελληνικό Δημόσιο. Η συμφωνία προβλέπει επένδυση ύψους 60 εκατ. ευρώ, για την απασχόληση 700 εργαζομένων. Μέχρι στιγμής όμως η ελληνική υπό τον κ. Ελευθέριο Ελευθεράκη διοίκηση ουδεμία επένδυση έκανε (και φυσικά η αρμόδια κυβέρνηση καθόλου δεν πίεσε προς αυτήν την κατεύθυνση όπως το ίδιο έκανε και συνολικά προς τη Siemens), προφανώς σε μια τακτική «wait and see» και συνδέοντας τις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις με το τι τελικά θα πράξει στην μονάδα της στη χώρα μας.

Αποτέλεσμα αυτων των εξελίξεων ήταν πριν από λίγες ημέρες ο κ. Ελευθεράκης να αποχωρήσει από την ηγεσία της εταιρείας καινα αναλάβουν οι κ.κ. Μποζινάκης και Γερογιάννης αν και κύκλοι της αγοράς αναφέρουν πως ενδέχεται το 2017 να ολοκληρωθεί η παραγωγή κουζινών κι αν δεν βρεθεί ένα΄λακτική λυση, μια ιστορική μονάδα ακόμα και να κλείσει.

Πάντως στη BSH – Pitsos εδώ και καιρό εκπονεί διάφορα σχέδια, τα οποία για κάποιους λόγους στο τέλος δεν ευοδώνονται, τροφοδοτώντας σενάρια ακόμα και περί φυγής του γκρουπ. Παλιότερο χρονοδιάγραμμα ανέφερε ότι το νέο εργοστάσιο που θα παρήγαγε ψυγεία και κουζίνες, θα λειτουργούσε το καλοκαίρι του 2013 στην περιοχή της Ελευσίνας. Το σχέδιο όμως ανατράπηκε, όταν ο Δήμος Ελευσίνας αρνήθηκε την αλλαγή χρήσης γης στο ακίνητο 150 στρεμμάτων που διαπραγματευόταν να αγοράσει η BSH από την τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν. Το προπερασμένο καλοκαίρι ωστόσο εξαλείφθηκε η γραμμή παραγωγής ψυγείων με τη μεταφορά της σε Ισπανία και Τουρκία. Μια ενέργεια που ερμηνεύτηκε ακόμα κι ως «κύκνειο άσμα» για την πολυεθνική στην πατρίδα μας.

Μια ελληνική βιομηχανία που… γερμανοποιήθηκε

Οι πιο πολλοί δεν το θυμούνται, όμως στη δεκαετία του ’50 υπήρχε μια εξαιρετική ευκαιρία η Ελλάδα να μην περιοριστεί μονάχα στο ρόλο της τουριστικής χώρας ή της οικονομίας της υπηρεσιών αλλά να αποκτήσει και τη δική της βιομηχανία. Μάρκες όπως οι Πίτσος, η ΙΖΟΛΑ, η ΕΣΚΙΜΟ θεωρούνταν σημαντικές και με μεγάλη προοπτική. Η ΠΙΤΣΟΣ ιδιαίτερα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις δέκα κορυφαιες ελληνικές εταιρείες με τα μεγαλύτερα κέρδη και με σημαντική παρουσία των ανθρώπων της στις διοικήσεις του ΣΕΒ καθώς η ομώνυμη οικογένεια θεωρούνταν σημαντική.

Σήμερα, το όνομα Πίτσος έχει σχεδόν ξεχαστεί. Όλοι γνωρίζουν τη γερμανική BSH που πλέον κάνει «κουμάντο» και που έχει πατήσει για τα καλά πόδι εντός της αγοράς. Οι πιο παλιοί με συγκίνηση θα θυμούνται τον αγώνα που οι εργαζόμενοι στην ελληνική εταιρεία έδωσαν το 1975 με μια απεργιακή κινητοποίηση – σταθμό στο εργατικό κίνημα της χώρας.

Ήταν η περίοδος της αποχουντοποίησης, το 1975, όταν η χειραφέτηση του εργατικού κινήματος προχωρούσε, ενδεχομένως όμως και με έναν ακραία – ρεβανσιστικό τρόπο. Στα τέλη λοιπόν της χρονιάς κι ενώ η Δημοκρατία στην Ελλάδα έδειχνε σταθεροποιημένη, ξεσπά στο εργοστάσιο της Πίτσος στου Ρέντη μια πρωτοφανής κινητοποίηση. Μια μακριά και σκληρή απεργία 1.000 και πλέον εργατών και υπαλλήλων με κύριο αίτημα τις γενναίες αυξήσεις. Η περίοδος που ξεκίνησε με την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας – και κατά συνέπεια ολόκληρου του μετεμφυλιακού συστήματος του οποίου η δικτατορία αποτελούσε την έσχατη μορφή – σημαδεύτηκε από έντονες κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις που απειλούσαν τις ισορροπίες του μεταπολιτευτικού καθεστώτος.

Για τους εργάτες – κυρίως εκείνους των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων – η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας αποτέλεσε το έναυσμα μιας σκληρής πάλης. Οι απεργίες που ξέσπασαν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κυρίως στα εργοστάσια παραγωγής οικιακών συσκευών (Πίτσος, Ιζόλα, AEG, Φούλγκορ) και σε πολλά μεταλλεία (όπως, για παράδειγμα, στα μεταλλεία του Μαντουδίου, του Μαντέμ Λάκκο και της Λάρκο) ανέδειξαν μια άλλη αντίληψη.

Μπροστά στη δυναμική αυτών των αγώνων, το κράτος θέσπισε τον νόμο 330 του 1976 που ποινικοποιούσε τις άγριες απεργίες και τις απεργίες αλληλεγγύης και έθετε περιορισμούς σε κάθε δραστηριότητα, ακόμα κι αν αυτή αφορούσε τη διεκδίκηση στενά οικονομικών αιτημάτων, παροπλίζοντας τα ήδη υπάρχοντα εργοστασιακά σωματεία. Οι απεργίες που ξέσπασαν από το 1976 και έπειτα βρέθηκαν αργά ή γρήγορα αντιμέτωπες με τη θεσμική βία των μαζικών απολύσεων. Το λάθος της διοίκησης του Απόστολου Πίτσου ήταν πως αντί να συζητήσει, αντί να αναζητήσει γέφυρες επέλεξε – προφανώς ζώντας σε άλλη εποχή – την παρέμβαση της αστυνομίας. Οι τραυματίες και οι συλλήψεις που ακολούθησαν, σε συνδυασμό με τις στρατιές απεργοσπαστών, έδωσαν στο θέμα μεγάλη έκταση. Ήταν η πρώτη, ισχυρή σύγκρουση μεταξύ του «κεφαλαίου» και της «εργασίας» που κατέλαβε μεγάλη κάλυψη στον αστικό αλλά και αναδυόμενο πιο φιλεργατικό Τύπο.

Απεργία εσείς; Πώληση εγώ

Συγκυρία που οδήγησε τα πράγματα στα άκρα ήταν η αδυναμία του Απόστολου Πίτσου να συγκρατηθεί. Έχοντας πεθάνει από το 1963 ο πατέρας του Σταμάτης, ένας άνθρωπος με άριστες σχέσεις με τον γερμανικό παράγοντα ακόμα κι από τα χρόνια προ Κατοχής, χάθηκε και η φωνή εκείνη που θα κρατούσε τα πράγματα σε μια ισορροπία. Κάπως έτσι, ο υιός του αποφασίζει την πώληση της πλειοψηφίας των μετοχών της εταιρείας στην πολυεθνική Siemens που τότε ξεκινούσε ένα ευρύ πρόγραμμα παγκόσμιας εξωστρέφειας.

Το 1977 η «Βosch-Siemens Hausgerate GmbΗ» (η μητρική Siemens συμμετέχει σε ποσοστό 50%) εξαγοράζει το 60% της «Πίτσος Α.Ε.».

Στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχει και η ελληνική «Siemens Α.Ε.» με 20%. Οι Γερμανοί για λόγους μάρκετινγκ επέλεξαν να διατηρήσουν την ιστορική επωνυμία, συνεχίζοντας την παραγωγή στο εργοστάσιο του Ρέντη. Κάποιοι βέβαια θα συνδυάσουν τη γερμανική αυτή τοποθέτηση με την προοπτική εισόδου της Ελλάδος στην τότε ΕΟΚ τρία χρόνια μετά. Παράλληλα, η Ελλάδα των 80s θεωρούνταν μια φθηνή σε εργατικά χέρια, με πολύ καλή τοποθεσία για εξαγωγές στη Μέση Ανατολή.

Σύντομα, η γερμανική πλέον Πίτσος θα σαρώσει την αγορά και φυσικά μια σειρά τότε ανταγωνιστών της όπως η ΙΖΟΛΑ, ΕΛΙΝΤΑ και η ΕΣΚΙΜΟ. Τότε ήταν που ενταφιάστηκαν και οι ελληνικές προσπάθειες για εξαγωγές. Το 1986 θα εκκινήσει ο όμιλος συνεργασία με τη Robert Bosch για τη διανομή των οικιακών συσκευών της στην Ελλάδα, τρία χρόνια μετά θα γίνει έναρξη παραγωγής των νέων ψυγείων ΝΟ FRΟSΤ, το 1990- 1992 θα γίνει το λανσάρισμα μιας γκάμας νέων προϊόντων για τον ηλεκτρικό εξοπλισμό των νοικοκυριών ενώ ένα χρόνο μετά θα ολοκληρωθεί η συγκέντρωση των δραστηριοτήτων service της BHS στην Ελλάδα (μέσω της Euroservice) και η έναρξη της παραγωγής σύγχρονων ψυγειοκαταψυκτών και άλλων μοντέλων ψυγείων νεότερης γενιάς.

Το 1996 θα υπάρξει μετονομασία της εταιρείας σε BSP ΑΒΕ (από τα αρχικά των προϊόντων Bosch, Siemens, Pitsos) και το 2005 θα υπάρξει εορτασμός για τη συμπλήρωση 140 χρόνων από την ίδρυση της εταιρείας ΠΙΤΣΟΣ Α.Ε. Μόνο που η εταιρεία ούτε ελληνική τότε ήταν, ούτε είχε πλέον λόγο να γιορτάσει. Θα πρέπει να τονίσουμε πως ήδη από το 1959, η Πίτσος άρχισε να παράγει ψυγεία και θερμάστρες πετρελαίου στο τότε νέο εργοστάσιό της που είχε κατασκευαστεί στην περιοχή του Ρέντη. Η ιστορία της όμως άρχισε πολύ νωρίτερα, από τα μέσα του 19ου αιώνα. Το 1865 ιδρύθηκε η εταιρεία από την ομώνυμη οικογένεια Πίτσου και παρήγε μικρές οικιακές συσκευές και συσκευές πετρελαίου. Η Πίτσος «παρακολούθησε» όλη την εξέλιξη της ελληνικής οικονομικής ιστορίας, συμπληρώνοντας με μεγάλο ρόλο στα οικονομικά πράγματα.

Απόστολος Πίτσος: Ο άνθρωπος που πούλησε τη μεγάλη βιομηχανία στους Γερμανούς

Η βραδιά ήταν ζεστή. Η Γερμανική Σχολή Αθηνών και ο Σύλλογος των Αποφοίτων της βράβευσαν το προπερασμένο καλοκαίρι στην αίθουσα εκδηλώσεων της Σχολής, δώδεκα Απόφοιτους του Πολέμου, μαθητές και μαθήτριες που τελείωσαν τη Σχολή την περίοδο κήρυξης του πολέμου και τα χρόνια της κατοχής. Μαθητές με ενδιαφέρον για τη μεγάλη αυτή χώρα παρά τις σαφείς δυσκολίες που ο Β Παγκόσμιος πόλεμος γέννησε και τις χιλιάδες νεκρούς τόσο στα ελληνικά όσο και τα ευρωπαϊκά μέτωπα από τις ορδές του Χίτλερ.

Ο Απόστολος Πίτσος γεννήθηκε το 1918 και πήγε στη Γερμανική Σχολή. Συμμαθητής του στην Γ’ τάξη ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός κι επίσης γερμανόφιλος Γεώργιος Ράλλης αλλά και η ηθοποιός Δέσπω Διαμαντίδου τη σχολική περίοδο 1926-27. Ήδη από το 1865 ο θείος του είχε ιδρύσει μία μικρή επιχείρηση με το οικογενειακό όνομα με ένα μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Περικλέους. Λίγο αργότερα ανέλαβε και ο πατέρας του Σταμάτης και μαζί κατασκεύαζαν μικρές οικιακές συσκευές ανάμεσα σε άλλα μικρά μεταλλικά κλουβιά αλλά και μικρά ψυγειάκια νερού με ένα μικρό βρυσάκι που συνήθιζαν τότε οι νοικοκυρές να κρεμούν στον τοίχο.

Τα μαθητικά εκείνα χρόνια κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η μικρή αυτή οικογενειακή βιοτεχνία, μετακόμισε στην οδό Έσλιν στους Αμπελοκήπους, που ήταν τότε στα όρια του κέντρου της πόλης, αλλά ένα ατύχημα του πατέρα του, που επηρέασε την όρασή του, υποχρέωσε το νεαρό Απόστολο που ήξερε γερμανικά να τον συνοδεύσει στη Γερμανία και κατόπιν να αναλάβει την ίδια την μικρή αυτή επιχείρηση. Μετά το σχολείο μετέβη ξανά στη Γερμανία στην πόλη Aue, όπου και σπούδασε μηχανολόγος. Τα χρόνια του πολέμου και της κατοχής δουλειές δεν υπήρχαν και ο ίδιος βρήκε το χρόνο να εξασκείται στο βιολί, τη μεγάλη του αγάπη, παίζοντας τέλεια πλέον το κονσέρτο για βιολί του Μπετόβεν (το μοναδικό που συνέθεσε για βιολί ο συνθέτης).

Βέβαια η οικογένεια του δεν πέρασε τις δυσκολιες που άλλες οικογένειες είχαν στην Ελλάδα, όμως κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να τους συνδέσει με τον κατοχικό γερμανικό παράγοντα. Μόλις έληξε ο πόλεμος, και έχοντας πλέον αποκτήσει τις γνώσεις από τις σπουδές του στη μηχανολογία, κατόρθωσε σιγά – σιγά να μεταμορφώσει τη μικρή αυτή βιοτεχνία στην βιομηχανία που τα μεταπολεμικά χρόνια κατασκεύαζε ηλεκτρικές συσκευές προμηθεύοντας όλα τα ελληνικά νοικοκυριά. Το 1959 όταν η επιχείρηση είχε πλέον μετακομίσει στου Ρέντη άρχισε να κατασκευάζει ψυγεία και θερμάστρες πετρελαίου, το 1968 ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και το 1977 πουλήθηκε.

Κακή πορεία από το 2007

Η γερμανική BSH, μια εταιρία, κορυφαία παγκοσμίως στην κατασκευή οικιακών συσκευών, αριθμεί 50.000 συνεργάτες και με πωλήσεις το 2013 στα 10,5 δις ευρώ πρόσφατα έγινε εξολοκλήρου θυγατρική εταιρία του ομίλου Bosch. Η επωνυμία της εταιρίας θα αναγράφεται ως BSH Οικιακές Συσκευές Α.Ε . Η εταιρεία από την Ελλάδ εξάγει τα είδη της σε Γαλλία, Αλβανία, Βέλγιο, Βρετανία, Ισπανία, Ιταλία, Δανία, Ελβετία κ.ά.). Η εταιρεία δεν απέφυγε ωστόσο ούτε τη μείωση των πωλήσεων, που άρχισε να παρουσιάζει το 2007 και συνεχίζεται έκτοτε αδιάκοπα. Η BSH Οικιακές Συσκευές, παράγει και εμπορεύεται ψυγεία, κουζίνες και άλλες οικιακές συσκευές με τα σήματα Bosch, Siemens, Pitsos, NEFF, Gaggenau και Constructa.