Θέμα ημερών χαρακτήρισε τις ανακοινώσεις για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους ενέργειας της βιομηχανίας ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας στην εκδήλωση των Eurobank και Grant Thornton για τα βραβεία «Growth Awards», στέλνοντας σήμα ότι οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες βρίσκονται στην τελική ευθεία.

«Είμαστε σε συζητήσεις με το ΣΕΒ για το ζήτημα αυτό. Μακρές είναι οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τους δικούς της ρυθμούς. Και πια νομίζω ότι είναι θέμα ημερών οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας στην Ελλάδα, με σκοπό φυσικά την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας», δήλωσε ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στο πάνελ της εκδήλωσης με τη συμμετοχή των κ.κ. Νίκου Καραμούζη, Σπύρου Θεοδωρόπουλου, Φωκίωνα Καραβία, Βασίλη Καζά

Τα χωροταξικά: Τρία μέτωπα ανοίγουν εντός άνοιξης

Παράλληλα, ο κ. Χατζηδάκης προανήγγειλε άμεσες εξελίξεις στα ειδικά χωροταξικά για τουρισμό, ΑΠΕ και βιομηχανία, βάζοντας σαφές χρονοδιάγραμμα μέχρι το τέλος της άνοιξης.

Μάλιστα για τον τουρισμό σημείωσε ότι η διαδικασία έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί. «Έχει κλείσει διαβούλευση για το ειδικό χωροταξικό του τουρισμού. Έχουν κλείσει ουσιαστικά οι συζητήσεις μεταξύ των δύο συναρμόδιων υπουργείων. Θα ακολουθήσει μια τυπική διαδικασία το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Και θεωρώ ότι μέσα στην άνοιξη το ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό θα έχει κλείσει και θα είναι πια επίσημο κείμενο, σημαντικό για τις επενδύσεις που θα γίνουν στον τουρισμό, με βεβαιότητα πια επενδυτική», σημείωσε ο κ. Χατζηδάκης.

Σε ό,τι αφορά τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, υπογράμμισε ότι το σχετικό πλαίσιο είναι επίσης ώριμο. «Σε σχέση με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν προχωρήσει επίσης οι διαδικασίες. Νομίζω ότι θα παρουσιαστεί ένα πολύ ενδιαφέρον χωροταξικό για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και πιστεύω ότι θα αναρτηθεί επίσης ενδεχομένως και εντός του Μαρτίου για δημόσια διαβούλευση».

Αντίστοιχα, για τη βιομηχανία: «Για τη βιομηχανία έχουν γίνει οι συζητήσεις με το ΣΕΒ. Μέσα στην άνοιξη επίσης θα αναρτηθεί για διαβούλευση και το ειδικό χωροταξικό για την βιομηχανία».

Θεοδωρόπουλος: Γραφειοκρατία, ενέργεια και επενδυτικά κίνητρα

Νωρίτερα ο πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος έθεσε τρεις βασικές προτεραιότητες για να μπορέσει η ελληνική βιομηχανία να αναπτυχθεί με σταθερούς όρους.

Πρώτο ζήτημα, η γραφειοκρατία και τα θεσμικά εμπόδια. «Η Ελλάδα χρειάζεται ένα γερό χτύπημα στη γραφειοκρατία της και στην άρση των αντικινήτρων. (…) Σχεδόν, για να είμαστε ειλικρινείς, η δημιουργία μιας νέας παραγωγικής μονάδος μεγάλης κλίμακας από το μηδέν βρίσκεται σχεδόν στα όρια του αδύνατου σήμερα στην Ελλάδα», σημείωσε ο Πρόεδρος του ΣΕΒ.

Δεύτερο, το ενεργειακό κόστος, το οποίο, όπως τόνισε, επιβαρύνει δυσανάλογα τη βιομηχανία. «Το κόστος της ενέργειας δεν είναι ελληνικό πρόβλημα, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. (…) Το κόστος της ενέργειας για τα νοικοκυριά είναι 22% κάτω από την Ευρώπη, όταν το κόστος της βιομηχανίας είναι πολύ πάνω. Το γιατί είναι τόσο χαμηλά το ένα και τόσο ψηλά το άλλο, είναι κάτι που το αφήνω στην κρίση σας», σημείωσε ο κ. Θεοδωρόπουλος.

Τρίτο, τα κίνητρα για επενδύσεις. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η βιομηχανία δεν ζητά άμεσες επιδοτήσεις, αλλά σταθερούς φορολογικούς κανόνες: «Δεν θέλουμε να είναι χρήματα στο χέρι, το έχουμε πει πολλές φορές, είμαστε εναντίον των κινήτρων σε μετρητά, είμαστε υπέρ των φορολογικών κινήτρων και συγκεκριμένα έχουμε καταθέσει την άποψή μας εδώ και δύο χρόνια για τις υπεραποσβέσεις». Όπως εξήγησε, οι υπεραποσβέσεις επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να επενδύουν γρήγορα, χωρίς να εξαρτώνται από χρονοβόρες εγκρίσεις:

«Η επιχείρηση μπορεί να κάνει την επένδυσή της στη στιγμή που τη χρειάζεται χωρίς να χρειάζεται εγκρίσεις όπως γίνεται σήμερα με τους αναπτυξιακούς νόμους. Ποιος καλύτερος κριτής μιας νέας επένδυσης από την επιχείρηση που θα βάλει τα λεφτά της αλλά και από την τράπεζα που θα συγχρηματοδοτήσει μαζί με την επιχείρηση αυτή την επένδυση», είπε ο Πρόεδρος του ΣΕΒ.

Παράλληλα, εμφανίστηκε επιφυλακτικός για το κατά πόσο θα υπάρξουν μεγάλες ξένες επενδύσεις στη μεταποίηση τα επόμενα χρόνια, σημειώνοντας ότι το βάρος θα πέσει κυρίως στις ήδη εγκατεστημένες επιχειρήσεις.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην παραγωγικότητα, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο στοίχημα για τα επόμενα χρόνια. «Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ήταν 38 ευρώ την ώρα. Η παραγωγικότητα της εργασίας το 2024 ήταν 37 ευρώ. Ένα ευρώ λιγότερο. (…) Αναπτυχθήκαμε, ανεβάσαμε το ΑΕΠ (…) αλλά την παραγωγικότητα δεν την προσέξαμε και δεν την βελτιώσαμε».

Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι η προηγούμενη άνοδος του ΑΕΠ στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μείωση της ανεργίας και ότι η επόμενη δεξαμενή ανάπτυξης εντοπίζεται στην αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας.

Το μεγάλο ερώτημα των παραγωγικών επενδύσεων

Πέρα από τις ειδήσεις για το ενεργειακό κόστος και τα χωροταξικά, η συζήτηση στο πάνελ των Growth Awards άνοιξε το ευρύτερο ζήτημα των παραγωγικών επενδύσεων και του κατά πόσο η ελληνική οικονομία έχει περάσει σε μια διατηρήσιμη επενδυτική φάση ή εξακολουθεί να κινείται με «βοήθειες». Σε αυτό το πλαίσιο των θεσμικών προϋποθέσεων για επενδύσεις, τέθηκε και το διαχρονικό ζήτημα της ταχύτητας απονομής Δικαιοσύνης, που παραμένει κρίσιμο για μεγάλες επενδύσεις. Ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναγνώρισε τις καθυστερήσεις, επισημαίνοντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη παρεμβάσεις ψηφιοποίησης και επιτάχυνσης των διαδικασιών, με στόχο τη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ο συντονιστής της συζήτησης, Πρόεδρος της Grant Thornton και του SMERC, κ. Νίκος Καραμούζης, έθεσε εξαρχής το πλαίσιο. Παρά τη δημοσιονομική εξυγίανση, την επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα, τη βελτίωση της ρευστότητας και τη σημαντική μείωση της ανεργίας, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη καταφέρει να καλύψει το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθούν να κινούνται σε επίπεδα κατώτερα των ευρωπαϊκών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank κ. Φωκίων Καραβίας εστίασε σε δύο κρίσιμες, αλλά συχνά υποτιμημένες παραμέτρους. Η πρώτη αφορά τη διασύνδεση της χώρας με την υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως σημείωσε, μόλις το 1%-2% των εμπορευματικών μεταφορών στην Ελλάδα γίνεται μέσω σιδηροδρόμου, όταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Σλοβενία, το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 27%. Παράλληλα, η ηλεκτρική διασύνδεση της χώρας με το ευρωπαϊκό δίκτυο παραμένει περιορισμένη. Χωρίς αξιόπιστες υποδομές μεταφοράς και ενέργειας, μια μεγάλη παραγωγική επένδυση δυσκολεύεται να επιλέξει την Ελλάδα ως κόμβο για την τροφοδοσία της Κεντρικής Ευρώπης.

Η δεύτερη παράμετρος αφορά το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον. Η συσσώρευση κανονισμών, από το GDPR έως το AI Act και το CSRD, δημιουργεί, όπως ειπώθηκε, ένα αυξανόμενο διοικητικό και συμμορφωτικό κόστος για τις επιχειρήσεις. Το πρόβλημα της γραφειοκρατίας δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά επεκτείνεται και στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, αυξάνοντας το κόστος συμμόρφωσης.

Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Grant Thornton κ. Βασίλης Καζάς μετέφερε τη συζήτηση στο επίπεδο της επόμενης ημέρας της παραγωγικότητας. Υποστήριξε ότι η ουσιαστική της βελτίωση δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από μαζική υιοθέτηση τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποιήσεων. Οι επιχειρήσεις που θα αντέξουν στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως τόνισε, θα είναι εκείνες που θα επενδύσουν έγκαιρα σε νέες τεχνολογίες και θα επανεκπαιδεύσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους.

Την ίδια στιγμή, επανήλθε το διαρθρωτικό πρόβλημα του μικρού μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων. Με περίπου το 95% να απασχολεί λιγότερους από 9 εργαζομένους, η δυνατότητα επένδυσης σε καινοτομία, έρευνα και ψηφιακό μετασχηματισμό είναι περιορισμένη. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι χωρίς συγχωνεύσεις και μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας.

Το ζήτημα της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τέθηκε επίσης ευθέως. Ο κ. Καραβίας υποστήριξε ότι από πλευράς τραπεζών υπάρχει επάρκεια ρευστότητας και κεφαλαίων, με την πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις να κινείται σε διψήφια ποσοστά, της τάξης του 10%-11%. Το πρόβλημα, όπως σημείωσε, εντοπίζεται κυρίως σε επιχειρήσεις με αδύναμους ισολογισμούς, αρνητικά ίδια κεφάλαια και διαχρονικές ζημιές. Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο θέμα προσφοράς κεφαλαίων, αλλά και βιώσιμης ζήτησης.

Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο κ. Καζάς παρέθεσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία στην πλατφόρμα έχουν καταγραφεί 1.375 επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους περίπου 37 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 16 δισ. ευρώ αφορούν το σκέλος των δανείων. Ήδη 630 σχέδια, συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. ευρώ, έχουν συμβασιοποιηθεί, με δάνεια Ταμείου ύψους περίπου 8 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 745 επενδυτικά σχέδια, αξίας περίπου 17 δισ. ευρώ, βρίσκονται υπό αξιολόγηση. Η απορρόφηση των δανείων φθάνει περίπου το 64%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται γύρω στο 56%, στοιχείο που δείχνει ταχύτερη πρόοδο σε σχέση με άλλες χώρες.

Από την κατανομή των δανείων προκύπτει ότι περίπου το 46% κατευθύνθηκε σε τουρισμό και καταλύματα, το 20% σε βιομηχανία και μεταποίηση και το 18% στην παραγωγή ενέργειας. Στη μεταποίηση, μάλιστα, ο πολλαπλασιαστής της επένδυσης εκτιμάται σε τρεις έως τέσσερις φορές, γεγονός που επαναφέρει τη συζήτηση στο ζήτημα της παραγωγικής αναδιάρθρωσης.

Ωστόσο, ο κ. Θεοδωρόπουλος άφησε αιχμές για το μοντέλο αξιολόγησης επενδύσεων, σημειώνοντας ότι ενώ το σχήμα του Ταμείου Ανάκαμψης, με τραπεζική αξιολόγηση και ιδιωτικούς ελεγκτές, λειτούργησε αποτελεσματικά, στους νέους αναπτυξιακούς νόμους η διαδικασία επανέρχεται στο Δημόσιο. Κατά την άποψή του, η ταχύτητα και η ευελιξία του προηγούμενου μοντέλου δεν θα πρέπει να χαθούν.

Το ερώτημα που τέθηκε, ωστόσο, δεν ήταν αν η χώρα θα στερηθεί πόρων μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά αν θα παύσει η φθηνή, χαμηλότοκη επενδυτική χρηματοδότηση που προσέφερε το συγκεκριμένο εργαλείο. Τα δάνεια του RRF, με επιτόκια κοντά στο 1% και σε συνδυασμό με τραπεζική μόχλευση, λειτούργησαν ως επιταχυντής επενδύσεων. Η ανησυχία της αγοράς αφορά το αν από το 2027 και μετά θα υπάρξει αντίστοιχος μηχανισμός χαμηλού κόστους χρηματοδότησης.

Ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι η χώρα δεν θα μείνει χωρίς κεφάλαια. Για την περίοδο 2028–2034, η Ελλάδα αναμένεται να έχει κατανομή περίπου 49 δισ. ευρώ από τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, χωρίς να συνυπολογίζεται το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, το οποίο σε ευρωπαϊκό επίπεδο προτείνεται να ανέλθει στα 400 δισ. ευρώ. Κατά την κυβερνητική εκτίμηση, το συνολικό πακέτο της επόμενης περιόδου θα είναι συγκρίσιμο σε μέγεθος με το σημερινό.

Η ουσία, ωστόσο, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, δεν αφορά μόνο το ύψος των διαθέσιμων πόρων. Το κρίσιμο στοίχημα είναι αν οι επόμενες ροές κεφαλαίων, είτε προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης είτε από τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία, θα μετατραπούν σε διατηρήσιμη αύξηση παραγωγικότητας.

Διαβάστε ακόμη

Νέοι ΚΑΔ 2025: Ποιοι αλλάζουν αυτόματα και τι πρέπει να προσέξουν επιχειρήσεις και επαγγελματίες

Μέτρα στήριξης και fuel pass αν το πετρέλαιο «εγκατασταθεί» στα 100 δολάρια το βαρέλι

Όταν το λίπασμα γίνεται χρυσός: Γιατί οι τιμές εκτοξεύονται και πώς επηρεάζουν τις τιμές στα τρόφιμα

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα