Στην ικανότητα του ΟΤΕ να συνεχίσει να αυξάνει τα έσοδά του, παρά την ωρίμανση ορισμένων αγορών και την υποχώρηση της στήριξης από το Ταμείο Ανάκαμψης, εστίασε η συνάντηση της διοίκησης με τους αναλυτές της Goldman Sachs. Ο επενδυτικός οίκος χαρακτηρίζει τα βασικά μηνύματα ενθαρρυντικά τόσο για τον ίδιο τον όμιλο, όσο και για τη Deutsche Telekom, η οποία διατηρεί περίπου το 55% του μετοχικού του κεφαλαίου. Ο οίκος διατηρεί ουδέτερη σύσταση για τη μετοχή του ΟΤΕ με τιμή στόχο τα 17,5 ευρώ.
Σε επίπεδο καθοδήγησης, ο ΟΤΕ στοχεύει σε αύξηση EBITDA περίπου 3% το 2026, με τη Goldman Sachs να εκτιμά ότι από το 2027 και μετά η αύξηση αυτή μπορεί να ξεπεράσει το 3%. Το 2026 περιγράφεται ως έτος κορύφωσης των επενδύσεων, με capex 600 εκατ. ευρώ, το οποίο η εταιρεία αναμένει να παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερό για δύο έως τρία ακόμη χρόνια πριν υποχωρήσει πιο ουσιαστικά. Ο οίκος επισημαίνει ακόμη ότι το ενεργειακό κόστος είναι σε μεγάλο βαθμό αντισταθμισμένο, περίπου κατά 80% για το 2026 και κατά τα δύο τρίτα για το 2027.
Το βασικό συμπέρασμα της Goldman Sachs είναι ότι η διοίκηση του ΟΤΕ εμφανίζεται πεπεισμένη πως η ανάπτυξη μπορεί να συνεχιστεί τόσο στην κινητή όσο και στη σταθερή τηλεφωνία, με τη στήριξη να έρχεται από καλύτερη τιμολόγηση, από τη μετακίνηση πελατών σε ακριβότερα πακέτα και από νέες υπηρεσίες. Στην κινητή, το management έδωσε έμφαση στη συνεχιζόμενη μετάβαση πελατών από καρτοκινητή σε συμβόλαιο, καθώς περισσότερο από το 50% της βάσης παραμένει ακόμη σε καρτοκινητή, ενώ λιγότερο από το 35% των πελατών συμβολαίου έχει περάσει μέχρι σήμερα σε απεριόριστα πακέτα. Για τον οίκο, αυτό αφήνει περιθώριο περαιτέρω αναβάθμισης του μείγματος πελατών και ενίσχυσης του μέσου εσόδου. Παράλληλα, η εφαρμογή τιμολόγησης συνδεδεμένης με τον πληθωρισμό από τον Δεκέμβριο του 2025, πρακτική που έχουν ακολουθήσει και άλλοι παίκτες της αγοράς, θεωρείται ένας ακόμη παράγοντας στήριξης των εσόδων.
Στη σταθερή τηλεφωνία, η εικόνα που μετέφερε η διοίκηση είναι ότι οι επιδόσεις μπορούν να κινηθούν περίπου στα επίπεδα του 2025, με βασικούς μοχλούς την ενίσχυση της διείσδυσης της οπτικής ίνας μέχρι το σπίτι και την ανάπτυξη της ασύρματης σταθερής πρόσβασης. Η Goldman Sachs σημειώνει ότι η μετάβαση πελατών από χαλκό προς FWA μπορεί να προσθέτει 2 έως 3 ευρώ στο μέσο έσοδο ανά χρήστη, ενώ λειτουργεί και ως ανάχωμα απέναντι στον ανταγωνισμό από τη Starlink. Επιπλέον, η διάθεση νέων προϊόντων, όπως το whole-home Wi-Fi μέσω Mesh, αλλά και η επέκταση των γραμμών UFBB μέσα στο 2026, συντηρούν ένα πρόσθετο αναπτυξιακό περιθώριο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αποτίμηση των ανταγωνιστικών πιέσεων. Κατά τη Goldman Sachs, ο κίνδυνος από τη ΔΕΗ παραμένει μέχρι στιγμής συγκρατημένος, καθώς η πρότασή της περιορίζεται στην οπτική ίνα, ενώ ο ΟΤΕ διαθέτει πιο ολοκληρωμένη συγκλίνουσα εμπορική βάση. Αντίστοιχα, στην τηλεόραση, η κατάργηση του φόρου 10%, η οποία πέρασε στους καταναλωτές, σε συνδυασμό με τα μέτρα κατά της πειρατείας, εκτιμάται ότι δημιουργεί ευνοϊκότερο υπόβαθρο για τη ζήτηση. Η διοίκηση στάθηκε επίσης στα έργα ψηφιακής κυριαρχίας, όπου ο ΟΤΕ εμφανίζεται ως βασικός συνεργάτης του Δημοσίου, υποστηρίζοντας ότι αυτά μπορούν να αντισταθμίσουν εν μέρει τη σταδιακή εξασθένηση της ώθησης από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Tέλος, σημαντικό βάρος έδωσε η διοίκηση και στο σκέλος του κόστους. Όπως μεταφέρει η Goldman Sachs, ο ΟΤΕ βλέπει περαιτέρω περιθώρια εξοικονόμησης μέσω απλοποίησης, αυτοματοποίησης και ψηφιοποίησης σε δίκτυα, πληροφοριακά συστήματα και γενικά διοικητικά έξοδα, με την τεχνητή νοημοσύνη να αποκτά σταδιακά μεγαλύτερο ρόλο στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Οι ηλεκτρονικές πωλήσεις, οι online συνομιλίες και οι ψηφιακές πληρωμές θεωρούνται επίσης εργαλεία που μπορούν να μειώσουν δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας και να απελευθερώσουν πόρους.
Διαβάστε ακόμη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.