Οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η ενέργεια, η τεχνολογία και τα τρόφιμα αναμένεται να συγκεντρώσουν φέτος το μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε επίπεδο επιχειρηματικών συμφωνιών, καθώς η αγορά εξαγορών και συγχωνεύσεων στην Ελλάδα μπαίνει στο 2026 με ισχυρή δυναμική και ενεργό pipeline συναλλαγών.

Την εκτίμηση αυτή διατύπωσαν στελέχη της PwC, παρουσιάζοντας χθες την ετήσια έρευνα για τα Deals στην ελληνική αγορά, με το 2025 να καταγράφει νέο ιστορικό ρεκόρ. Ενδεικτικό της κινητικότητας, ειδικά στον χρηματοοικονομικό κλάδο, είναι ότι την ώρα της παρουσίασης «έπεφταν» οι υπογραφές για την εξαγορά της Euroxx από την Optima Bank.

Πίσω από αυτή τη δυναμική, όπως προκύπτει από την έρευνα, διαμορφώνεται μια πιο σύνθετη εικόνα. Οι ξένοι στρατηγικοί επενδυτές επιστρέφουν, οι ελληνικές επιχειρήσεις κινούνται πιο επιθετικά στο εξωτερικό και, παράλληλα, εξελίσσεται ένα κύμα συγκέντρωσης που οδηγεί στη δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων σχημάτων σε κρίσιμους κλάδους, με το ελληνικό οικοσύστημα των private equity να λειτουργεί πλέον ως επιταχυντής.

Σε αυτό το περιβάλλον, σύμφωνα με την PwC, η αγορά περνά σε μια πιο ώριμη φάση, όπου οι μεγάλες συναλλαγές εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και παύουν να αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις.

Την αλλαγή αυτή καταδεικνύει και παράδειγμα που ανέφεραν κατά τη χθεσινή παρουσίαση ο κ. Θανάσης Πανόπουλος, Partner, Deals & Strategy Leader της PwC Ελλάδος, και ο κ. Γιώργος Μακρυπίδης, Partner, Head of Deals της PwC Ελλάδος. Όπως σημείωσαν, πρόσφατα βολιδοσκόπησαν οκτώ μεγάλους ξένους επενδυτές για ένα επενδυτικό case στη χώρα μας και έλαβαν θετική ανταπόκριση από τους επτά.

«Πριν από λίγα χρόνια δεν θα ήταν καν στο τραπέζι», ανέφερε ο κ. Μακρυπίδης, υπογραμμίζοντας ότι πλέον ξένοι στρατηγικοί επενδυτές, που είχαν αποχωρήσει από τη χώρα κατά την περίοδο της κρίσης, έχουν επαναφέρει την Ελλάδα στο επενδυτικό τους ραντάρ.

Η ίδια τάση ήταν εμφανής ήδη από το 2025, όταν καταγράφηκε νέο ιστορικό ρεκόρ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, πραγματοποιήθηκαν 181 συναλλαγές εξαγορών, με την αξία τους να ξεπερνά τα 23,8 δισ. ευρώ , ενώ τα συνολικά κεφάλαια που κινητοποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων ομολογιακών εκδόσεων και αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, άγγιξαν τα 28 δισ. ευρώ.

Αγορά δύο ταχυτήτων

Πίσω από τα εντυπωσιακά μεγέθη, η εικόνα της αγοράς είναι πιο σύνθετη. Η συνολική αξία των συναλλαγών καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από περιορισμένο αριθμό πολύ μεγάλων συμφωνιών, με τις πέντε μεγαλύτερες να ξεπερνούν αθροιστικά τα 14 δισ. ευρώ, συγκεντρώνοντας δυσανάλογο μέρος της συνολικής αγοράς.

Την ίδια στιγμή, ο όγκος της δραστηριότητας προήλθε κυρίως από μικρότερα deals, με 83 συναλλαγές να πραγματοποιούνται χωρίς δημοσιοποιημένο τίμημα, στοιχείο που αποτυπώνει την έντονη κινητικότητα στη βάση της αγοράς.

Διαμορφώνεται έτσι μια αγορά δύο ταχυτήτων: από τη μία, λίγες συναλλαγές-μαμούθ που «γράφουν» την αξία και από την άλλη, ένα πυκνό πλέγμα μικρότερων συμφωνιών που αναδιαμορφώνει σταδιακά τη δομή της οικονομίας. «Οι μεγάλοι αγοράζουν τους μικρούς», όπως επισημάνθηκε χαρακτηριστικά, σε μια διαδικασία που οδηγεί σε μεγαλύτερα και πιο συγκεντρωμένα επιχειρηματικά σχήματα.

Όπως προκύπτει απ’ την έρευνα η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Συνδέεται με μια ευρύτερη μετατόπιση του τρόπου ανάπτυξης των επιχειρήσεων, όπου η επίτευξη κλίμακας, η βελτίωση της αποδοτικότητας και η ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας περνούν όλο και περισσότερο μέσα από εξαγορές και συγχωνεύσεις, αντί της αποκλειστικά οργανικής ανάπτυξης.

Οι πρωταγωνιστές του 2026

Σε αυτό το περιβάλλον, η κινητικότητα εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα κλάδων, με την PwC να ξεχωρίζει τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, την ενέργεια, την τεχνολογία και τα τρόφιμα ως εκείνους που αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν και το 2026.

Στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η αγορά αφήνει πίσω της τον κύκλο των μη εξυπηρετούμενων δανείων και περνά σε φάση ανάπτυξης, με τις τράπεζες να διαθέτουν πλέον ισχυρότερους ισολογισμούς και να αναζητούν κινήσεις που θα ενισχύσουν την κερδοφορία τους και θα τις οδηγήσουν σε νέες δραστηριότητες. Όπως επισημάνθηκε, «δεν μιλάμε πια μόνο για NPLs», ενώ ο ασφαλιστικός κλάδος και οι brokers αναμένεται να συγκεντρώσουν αυξημένο ενδιαφέρον τα επόμενα δύο χρόνια. Συνολικά, ο κλάδος συγκέντρωσε συναλλαγές αξίας περίπου 3 δισ. ευρώ το 2025.

Στον τομέα της ενέργειας, η δραστηριότητα παραμένει έντονη, αλλά αλλάζει κατεύθυνση. Μεγάλο μέρος των έργων ΑΠΕ έχει ήδη αλλάξει χέρια, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να στρέφεται σε νέες τεχνολογίες, όπως η αποθήκευση ενέργειας, αλλά και σε επενδύσεις εκτός συνόρων. «Τα φωτοβολταϊκά έχουν σε μεγάλο βαθμό ολοκληρώσει τον κύκλο τους», σημειώθηκε, με το focus να μετατοπίζεται σε μπαταρίες και διεθνή projects. Οι σχετικές συναλλαγές προσέγγισαν τα 2,9 δισ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.

Η τεχνολογία συνεχίζει να αποτελεί τον πιο ενεργό κλάδο σε επίπεδο όγκου συναλλαγών, με 43 deals το 2025 και έντονη παρουσία μικρότερων συμφωνιών και startups, πολλές από τις οποίες ενσωματώνουν ήδη λύσεις τεχνητής νοημοσύνης, αντανακλώντας τον ευρύτερο ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας.

Στα τρόφιμα και ποτά, τέλος, η κινητικότητα ενισχύεται από τη δομή της αγοράς, καθώς η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων δημιουργεί περιθώρια συγκέντρωσης. «Υπάρχουν πολλές εταιρείες με EBITDA 7-10 εκατ. που μπορούν να δημιουργήσουν υπεραξία μέσω συνενώσεων», σημειώθηκε χαρακτηριστικά, με τις συναλλαγές στον κλάδο να διαμορφώνονται κοντά στα 0,8 δισ. ευρώ.

Private Equity – η επόμενη φάση της αγοράς

Σε αυτό το περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο στην επόμενη φάση της αγοράς αναμένεται να διαδραματίσουν τα private equity. Παρότι η παρουσία τους έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπολείπονται σε σχέση με τις ώριμες αγορές.

Είναι ενδεικτικό ότι στην Ελλάδα οι συναλλαγές private equity αντιστοιχούν σε περίπου το 16% της συνολικής αξίας των deals, όταν σε διεθνές επίπεδο το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 57%, διαφορά που καταδεικνύει το περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης της συγκεκριμένης κατηγορίας επενδυτών.

Την ίδια στιγμή, το ίδιο το οικοσύστημα έχει διευρυνθεί αισθητά. Από λιγότερες από 20 εταιρείες χαρτοφυλακίου πριν από μερικά χρόνια, σήμερα ο αριθμός τους προσεγγίζει τις 230-240, ενώ περισσότερα από 40 επενδυτικά σχήματα δραστηριοποιούνται πλέον στην ελληνική αγορά. Παρά την πρόοδο αυτή, η δραστηριότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη σε μικρότερα deals, αφήνοντας σημαντικό περιθώριο για μεγαλύτερες συναλλαγές τα επόμενα χρόνια.

Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το επόμενο πεδίο ανάπτυξης: στη λεγόμενη μεσαία αγορά. Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων με λειτουργική κερδοφορία που τις καθιστά κατάλληλους στόχους για εξαγορές και συγχωνεύσεις, χωρίς όμως να έχουν ακόμη συγκεντρωθεί σε μεγαλύτερα σχήματα. Τα private equity αναμένεται να λειτουργήσουν ως καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία, διευκολύνοντας τη δημιουργία μεγαλύτερων και πιο ανταγωνιστικών εταιρικών σχημάτων.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, σύμφωνα με την PwC, και με τη μετατόπιση που παρατηρείται ευρύτερα στην αγορά. Από deals ευκαιρίας σε deals στρατηγικής ανάπτυξης. Οι επενδυτές αναζητούν πλέον επιχειρήσεις με δυνατότητα κλιμάκωσης, εξωστρέφειας και δημιουργίας υπεραξιών μέσα από συνενώσεις.

Η επιστροφή των αγορών κεφαλαίου

Η αυξημένη δραστηριότητα όμως δεν περιορίζεται στις εξαγορές και συγχωνεύσεις, αλλά επεκτείνεται και στις αγορές κεφαλαίου, οι οποίες επανέρχονται σταδιακά στο προσκήνιο. Οι ομολογιακές εκδόσεις και οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου λειτουργούν όλο και περισσότερο ως βασικά εργαλεία χρηματοδότησης, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να αντλούν κεφάλαια τόσο για επενδύσεις όσο και για την υποστήριξη εξαγορών.

Σε αυτό συμβάλλει η βελτίωση των συνθηκών στην οικονομία και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, την ώρα που και το Χρηματιστήριο Αθηνών επιστρέφει σταδιακά στον χάρτη ως δυνητικό εργαλείο άντλησης κεφαλαίων. Ωστόσο, όπως σημειώθηκε στη συνέντευξη τύπου, η αγορά εξακολουθεί να υπολείπεται σε βάθος και ρευστότητα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πλατφόρμες, ενώ η ενίσχυση της συμμετοχής της λιανικής και η προσέλκυση νέων εισαγωγών παραμένουν βασικές προκλήσεις.

Εκείνο που, κατά τον κ. Γιώργο Μακρυπίδη, θα σηματοδοτούσε την πλήρη ωρίμανση της αγοράς, θα ήταν η δυνατότητα πώλησης υφιστάμενων μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου. Όπως ανέφερε, εάν η αγορά καταφέρει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, οι επενδυτές θα αποκτήσουν πλέον έναν πιο ουσιαστικό μηχανισμό εξόδου, γεγονός που θα ανοίξει νέα προοπτική τόσο για την κεφαλαιαγορά όσο και για το σύνολο του εγχώριου επενδυτικού οικοσυστήματος.

Σε αυτό το περιβάλλον, η διαθεσιμότητα κεφαλαίων, είτε μέσω τραπεζών, είτε μέσω αγορών, είτε μέσω private equity, συνθέτει ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα χρηματοδότησης, το οποίο τροφοδοτεί άμεσα και τη δυναμική των επιχειρηματικών συμφωνιών.

Μπορείτε να διαβάσετε όλη την έρευνα εδώ

Διαβάστε ακόμη

Οι 7 θρόνοι της ερήμου και οι βασιλικές δυναστείες των εμιράτων

Η μοναδική περιοχή στην Ελλάδα που δεν γερνάει

Τουρισμός: Τι γίνεται με τις κρατήσεις – Το πλεονέκτημα της Ελλάδας έναντι Αν. Μεσογείου και Εμιράτων

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα