Ο όμιλος πολυτελών ειδών LVMH ανακοίνωσε οικονομικά αποτελέσματα καλύτερα των εκτιμήσεων μετά το κλείσιμο των αγορών την Τρίτη, καταγράφοντας δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο οργανικής ανάπτυξης, καθώς η σταδιακή ανάκαμψη της κατανάλωσης στην Κίνα αρχίζει να αποτυπώνεται στους ισολογισμούς του κλάδου.
Τα οργανικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 1% στο τέταρτο τρίμηνο, επίδοση αμετάβλητη σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ σε ετήσια βάση τα έσοδα υποχώρησαν κατά 1%. Οι πωλήσεις του δ’ τριμήνου ανήλθαν σε 22,7 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις της αγοράς (22,2 δισ. ευρώ), ενώ ο κύκλος εργασιών για το σύνολο του έτους διαμορφώθηκε στα 80,8 δισ. ευρώ.
Η εταιρεία σημείωσε ότι, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, η Ασία εμφάνισε σαφή βελτίωση των τάσεων σε σύγκριση με το 2024, επιστρέφοντας σε τροχιά ανάπτυξης κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Υπενθυμίζεται ότι τον Οκτώβριο η μετοχή της LVMH είχε ενισχυθεί κατά 12% σε μία συνεδρίαση, μετά την ανακοίνωση θετικών οργανικών ρυθμών ανάπτυξης στο τρίτο τρίμηνο, εξέλιξη που είχε αναζωπυρώσει την αισιοδοξία των επενδυτών για τον κλάδο πολυτελείας, έπειτα από δύο δύσκολα χρόνια λόγω της επιβράδυνσης της κινεζικής ζήτησης.
«Μετά το καθησυχαστικό τρίτο τρίμηνο, οι προσδοκίες της αγοράς για το τέταρτο τρίμηνο πιθανότατα είχαν ανέβει», ανέφερε πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων η αναλύτρια της Barclays, Καρόλ Μαντζό. Η ίδια εκτιμά ότι το 2026 θα συνεχιστεί η ανάκαμψη του κλάδου, με ρυθμούς ανάπτυξης 5%–6% σε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Σύμφωνα με τη Barclays, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να παραμείνουν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, ενώ η Κίνα δείχνει σημάδια σταθεροποίησης. Παρ’ όλα αυτά, η Μαντζό προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαλειφθεί, καθώς οι αποτιμήσεις είναι πλέον πιο απαιτητικές, οι αναβαθμίσεις κερδών ανά μετοχή δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί και η επιστροφή των λεγόμενων «aspirational» καταναλωτών δεν είναι δεδομένη.
Μετά την έκρηξη ζήτησης στα πρώτα χρόνια της πανδημίας, οι οίκοι πολυτελείας ακολούθησαν διαφορετικές πορείες. Όμιλοι με ισχυρή έκθεση στη μόδα και τα δερμάτινα είδη, όπως η LVMH και η Kering, επηρεάστηκαν περισσότερο, ενώ εκείνοι με έμφαση στην υψηλή κοσμηματοποιία και σε πιο εύπορο πελατολόγιο εμφάνισαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Στο ίδιο κλίμα, ο δεύτερος μεγαλύτερος όμιλος πολυτελείας παγκοσμίως, η Richemont, ιδιοκτήτρια των οίκων Cartier και Van Cleef & Arpels, ανακοίνωσε ισχυρό τρίμηνο Δεκεμβρίου, με αύξηση πωλήσεων 4% σε ετήσια βάση, αποτέλεσμα που αποδόθηκε στη δυναμική ζήτηση για κοσμήματα υψηλής αξίας. Παράλληλα, η Burberry ξεπέρασε τις εκτιμήσεις για την αύξηση πωλήσεων, με τον διευθύνοντα σύμβουλο Τζόσουα Σούλμαν να αποδίδει μέρος της επίδοσης στην επιτυχημένη προσέγγιση της Generation Z στην Κίνα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η ανάκαμψη δεν είναι γραμμική. «Ο Κινέζος καταναλωτής μπορεί να δείχνει θετικά σημάδια, αλλά η επιβράδυνση που καταγράφηκε στο τελευταίο τρίμηνο της Richemont υπογραμμίζει ότι η πορεία παραμένει ασταθής», ανέφερε ο αναλυτής της Bernstein, Λούκα Σόλκα, σημειώνοντας ότι τα brands πολυτελείας δεν μπορούν πλέον να βασίζονται σε μια σταθερή ροή νέων καταναλωτών για να στηρίξουν την ανάπτυξη στην περιοχή.
Διαβάστε ακόμη
Puma: Η οικογένεια Πινό πουλά, η κινεζική Anta επεκτείνεται στην Ευρώπη
Γιατί «δεν αρέσει» στην JP Morgan η αναβάθμιση του Χ.Α. σε ανεπτυγμένη αγορά
Χρυσή λίρα: Πάνω από €1.000 η τιμή πώλησης – Στις 150.000 οι αγοραπωλησίες το 2025
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.