Για χρόνια, οι Μαρινόπουλοι ήταν η ίδια η εικόνα της κατανάλωσης στην Ελλάδα. Από τη Μαρινόπουλος Α.Ε. και τη συνεργασία με την Carrefour και τη Dia μέχρι τα Starbucks, τη Sephora Greece, τα Marks & Spencer Greece, το Beauty Shop, τη Fnac και τη GAP Greece, η οικογένεια έχτισε ένα επιχειρηματικό οικοσύστημα που για περισσότερες από δύο δεκαετίες όριζε την αγορά και αποτύπωνε όσο κανένα άλλο την εποχή της υπερκατανάλωσης. Σήμερα, το οικοσύστημα αυτό έχει σχεδόν εξαφανιστεί!

Το τελευταίο και πιο συμβολικό βήμα είναι η πώληση της Μαρινόπουλος Καφέ Α.Ε. στον Alshaya Group. Με βάση τη συμφωνία, η Marinopoulos Brothers SA μεταβιβάζει το 100% της εταιρείας, μαζί με τη δραστηριότητα σε Ελλάδα και Κύπρο. Το τίμημα για τις μετοχές είναι συμβολικό, στο 1 ευρώ, με την πραγματική αξία της συναλλαγής να εντοπίζεται στη χρηματοοικονομική της διάσταση: ο νέος επενδυτής αναλαμβάνει να καταβάλει 13,2 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο της συμφωνίας εξυγίανσης και να εισφέρει επιπλέον 5 εκατ. ευρώ μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, κεφάλαια που κατευθύνονται στην αποπληρωμή τραπεζικών και λοιπών υποχρεώσεων.

Το deal αυτό έρχεται να «κλείσει» μια εταιρεία που, παρά τη λειτουργική της βελτίωση τα τελευταία χρόνια, δεν κατάφερε να αποτινάξει το βάρος του παρελθόντος. Οι πωλήσεις είχαν επιστρέψει σε ανοδική τροχιά, φτάνοντας τα περίπου 25,8 εκατ. ευρώ, με το EBITDA να ενισχύεται σημαντικά, στα επίπεδα των 6,7 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία πέρασε και σε οριακή κερδοφορία μετά από χρόνια ζημιών.

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη λειτουργική εικόνα, παρέμενε ένα βαρύ χρηματοοικονομικό φορτίο. Ο συνολικός δανεισμός κινούνταν κοντά στα 28–29 εκατ. ευρώ, μεγάλο μέρος του οποίου αφορούσε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ενώ οι υποχρεώσεις υπερέβαιναν σημαντικά τα διαθέσιμα της εταιρείας.

Παράλληλα, η καθαρή θέση παρέμενε βαθιά αρνητική, σε επίπεδα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, με τους ορκωτούς να επισημαίνουν διαχρονικά την ύπαρξη ουσιώδους αβεβαιότητας για τη συνέχιση της δραστηριότητας.

Ακόμη και το 2025, παρά τη βελτίωση των πωλήσεων και τη συγκράτηση της λειτουργικής κερδοφορίας, το βασικό ζητούμενο παρέμενε η επίλυση του ζητήματος των δανείων και η εξομάλυνση της σχέσης με τις τράπεζες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η είσοδος του Alshaya Group λειτουργεί όχι απλώς ως αλλαγή μετόχου, αλλά ως συνολική «επανεκκίνηση» της δραστηριότητας. Ένας διεθνής operator με ισχυρό αποτύπωμα στο franchise αναλαμβάνει ένα δίκτυο που είχε επιστρέψει λειτουργικά, αλλά παρέμενε εγκλωβισμένο σε έναν προβληματικό ισολογισμό.

Είχε προηγηθεί, ωστόσο, η έξοδος από τις κοινοπραξίες που για χρόνια αποτέλεσαν βασικό πυλώνα ανάπτυξης του ομίλου. Σχήματα 50-50 με διεθνείς ομίλους, όπως η Sephora Greece και τα Marks & Spencer Greece, πέρασαν σταδιακά υπό τον πλήρη έλεγχο των πολυεθνικών, σηματοδοτώντας το τέλος ενός μοντέλου όπου οι Μαρινόπουλοι λειτουργούσαν ως βασικός τοπικός εταίρος των brands στην ελληνική αγορά.

Η Κάκτος και η «μάχη» της GAP

Το μόνο ενεργό αποτύπωμα που απομένει είναι η Κάκτος Σύμβουλοι Επιχειρήσεων, μέσω της οποίας διαχειρίζεται το franchise της GAP Greece στην Ελλάδα έως το 2028.

Η εικόνα, ωστόσο, απέχει σημαντικά από το παρελθόν. Η εταιρεία βρίσκεται από το 2022 σε καθεστώς εξυγίανσης, στο πλαίσιο του οποίου διαγράφηκε περίπου το 95% των υποχρεώσεών της, ήτοι περί τα 3,5 εκατ. ευρώ, σε μια προσπάθεια επανεκκίνησης της δραστηριότητας.

Δύο χρόνια μετά, τα στοιχεία της χρήσης 2024, που είναι και τα τελευταία διαθέσιμα, δείχνουν ότι η προσπάθεια συνεχίζεται, αλλά υπό πίεση. Οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 7,5% και διαμορφώθηκαν στα 11,48 εκατ. ευρώ, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη μείωση της χονδρικής δραστηριότητας.

Τα EBITDA κατέγραψαν πτώση κατά 19,3% και ανήλθαν στα 2,09 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία παρέμεινε ζημιογόνα, με καθαρές ζημιές 1,045 εκατ. ευρώ, ελαφρώς βελτιωμένες σε σχέση με το 2023. Την ίδια ώρα, η καθαρή θέση παραμένει βαθιά αρνητική, στα -17,53 εκατ. ευρώ, με τις συνολικές υποχρεώσεις να φθάνουν τα 34,8 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη μια συστηματική αναδιάρθρωση του δικτύου, με στόχο τον περιορισμό του κόστους και την προσαρμογή σε μικρότερη κλίμακα λειτουργίας. Το αποτύπωμα της GAP στην ελληνική αγορά έχει περιοριστεί αισθητά, με τα καταστήματα να έχουν πλέον υποχωρήσει σε μονοψήφιο αριθμό, μετά από διαδοχικά λουκέτα και μετακινήσεις την τελευταία διετία. Καταστήματα σε βασικές τοποθεσίες, όπως η Κηφισιά, το Ψυχικό και το Citylink, έχουν κλείσει, ενώ η παρουσία συγκεντρώνεται πλέον σε λιγότερα, πιο επιλεγμένα σημεία, κυρίως σε εμπορικά κέντρα.

Η στρατηγική που ακολουθείται παραπέμπει σε ένα «σφιχτό ράψιμο» του δικτύου, με μείωση τετραγωνικών, περιορισμό λειτουργικού κόστους και επιλεκτικές συνεργασίες, όπως η ανάπτυξη shop-in-shop σημείων. Ωστόσο, ακόμη και για το 2025, η διοίκηση εκτιμούσε ότι οι πωλήσεις θα κινηθούν χαμηλότερα, επηρεαζόμενες και από το κλείσιμο καταστημάτων.

Διαβάστε ακόμη 

Aνάλυση CNN: Ο Τραμπ από την απειλή του αφανισμού του Ιράν στην εκεχειρία – Η μεγάλη αντίφαση πίσω από την «επιτυχία»

ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Χτίζει EBITDA €1 δισ. εν μέσω γεωπολιτικών και ενεργειακών προκλήσεων

Στενά του Ορμούζ: Οι ειδικοί προειδοποιούν – Η αποκλιμάκωση στις τιμές καυσίμων θα καθυστερήσει

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα