Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Αλέξανδρου Κασιμάτη

Μια ιδιότυπη λευκή απεργία παρατηρείται σε όλες τις τράπεζες από τα ανώτερα και μεσαία στελέχη. Στις τράπεζες αρχίζουν να μιλούν για το φαινόμενο του «φόβου της υπογραφής», ο οποίος ακινητοποιεί την εσωτερική αλληλογραφία, παγώνει υποθέσεις και συσσωρεύει φακέλους πάνω στα γραφεία.

Η εμπλοκή της Δικαιοσύνης, που διερευνά ταυτόχρονα διάφορες υποθέσεις οι οποίες σχετίζονται με χορηγήσεις δανείων ή άλλες τραπεζικές εργασίες, έχει κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικά, κυρίως, τα μεσαία στελέχη, τα οποία το ψάχνουν σε βάθος προτού βάλουν την υπογραφή τους, επικυρώσουν δηλαδή τους φακέλους που φθάνουν στα τμήματα και στις διευθύνσεις τους.

Η πιο γνωστή υπόθεση που έχει έρθει στην επικαιρότητα είναι αυτή της έρευνας για τις χορηγήσεις προς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προανάκρισης και έχουν κληθεί να καταθέσουν δεκάδες στελέχη διαφορετικών βαθμίδων από το σύνολο του τραπεζικού συστήματος από το 2003 και μετά. Οι δικαστικές αρχές έχουν καλέσει στην ανάκριση ακόμη και μέλη επιτροπών πιστοδοτήσεων, τα οποία είναι ανώνυμα μεσαία στελέχη ή και υπάλληλοι καριέρας που έχουν τυπική και μόνο εμπλοκή.

Πέραν της συγκεκριμένης υπόθεσης, οι τράπεζες βομβαρδίζονται καθημερινά από εισαγγελικές εντολές, δικαστικές αποφάσεις και κλήσεις σε ανάκριση για διάφορα θέματα που είτε αφορούν πελάτες είτε εμπλέκονται σε αυτά άμεσα ή έμμεσα οι ίδιες οι τράπεζες. Λίγες από αυτές τις υποθέσεις έρχονται στη δημοσιότητα.

Υπενθυμίζεται ότι σε αυτήν του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ενεπλάκησαν με τη Δικαιοσύνη, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, και απλοί υπάλληλοι οι οποίοι ex officio μετείχαν στις διαδικασίες, όπως είχαν κάνει άλλωστε και σε εκατοντάδες άλλες υποθέσεις δανειοδότησης.

Η ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας επιδρά αρνητικά στην οικονομική δραστηριότητα και επηρεάζει άμεσα υποθέσεις δανειοδοτήσεων -ιδιαίτερα για κεφάλαιο κίνησης- αλλά και ρυθμίσεις επιχειρηματικών δανείων. Ενα μεσαίο στέλεχος μπροστά στο ενδεχόμενο να βρεθεί μπλεγμένο με τη Δικαιοσύνη προτιμά να καθυστερήσει, να «βαλτώσει» μια υπόθεση παρά να αναλάβει έναν πρόσθετο κίνδυνο. Σε μια περίοδο όπου οι τράπεζες μειώνουν σταθερά το προσωπικό τους, το ενδεχόμενο να βρεθεί σε μερικά χρόνια ένα μικρομεσαίο στέλεχος χωρίς δουλειά και με «κληρονομιά» μια δικαστική εμπλοκή που θα το ταλαιπωρεί και θα κοστίζει στην τσέπη του δεν ενθουσιάζει κανέναν.

Αλλωστε κάθε υπογραφή σε μια τέτοια διαδικασία ακολουθεί τα τραπεζικά στελέχη για 10 και 15 χρόνια – ανάλογα με τη διάρκεια του δανείου. Είναι αδύνατον να προβλέψει κάποιος που υπογράφει την έγκριση ενός δανείου το 2015 την τύχη της εταιρείας και το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον το 2023. Οπως ακριβώς, αυτός που έδωσε ένα δάνειο το 2008 δεν φανταζόταν ότι η Ελλάδα του 2015 θα βρισκόταν στη σημερινή πρωτόγνωρη κατάσταση.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση άλλοτε κραταιού κατασκευαστή που κατέρρευσε με πάταγο, με αποτέλεσμα για την υπόθεση Καρούζου να βρεθούν στα ανακριτικά γραφεία δεκάδες τραπεζικά στελέχη, τα οποία τελικά δεν παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο.

Προφανώς κανένας δεν επιθυμεί να παρέμβει ή να περιορίσει το έργο τη Δικαιοσύνης. Αλλωστε η δικαστική έρευνα είναι αναγκαία, κυρίως αν υπάρχουν αμφιβολίες για χειρισμούς ή αποφάσεις. Ωστόσο, επειδή βιώνουμε μια ακραία κοινωνικά και οικονομικά περίοδο, παρατηρείται ότι προκαλούνται εμφράγματα στην ομαλή λειτουργία των τραπεζών, τα οποία λειτουργούν αντιαναπτυξιακά.

Να σημειωθεί ότι το περιβάλλον εργασίας των στελεχών και υπαλλήλων στις τράπεζες έχει επιβαρυνθεί ιδιαίτερα και από την επιβολή των capital controls, καθώς αμέσως μετά την επιβολή τους άλλαξαν οι συνήθεις διαδικασίες και οι υπάλληλοι σε περίπτωση που τα παραβίαζαν -όχι από πρόθεση, αλλά τυχαία από ένα σφάλμα- αντιμετώπιζαν ποινή φυλάκισης.

Και μόνο η απειλή της φυλάκισης λοιπόν πάγωσε πλήρως τις τράπεζες που δεν έκαναν ούτε τις ελάχιστες εργασίες που επιτρέπονταν. Ενας γενικός διευθυντής είχε, π.χ., 100 διευθυντές και από αυτούς υπέγραφαν μόνο οι είκοσι, ενώ οι υπόλοιποι… έστελναν την μπάλα στην εξέδρα. Το φαινόμενο είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις που οι τραπεζίτες κατέφυγαν στον τότε αρμόδιο υπουργό για να τροποποιηθεί η πράξη νομοθετικού περιεχομένου και σήμερα οι υπάλληλοι τραπεζών αν παραβιάσουν τα capital controls αντιμετωπίζουν την ποινή της απόλυσης.

Ο «φόβος της υπογραφής» στις τράπεζες υπονομεύει τελικά ευθέως την αναπτυξιακή προσπάθεια και οδηγεί στην παράλογη αντιμετώπιση αρκετών επιχειρήσεων.

Επιπλέον, η ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας πηγάζει και από ένα σύστημα που επιτρέπει στο κράτος να συσσωρεύει τα χρέη του προς τους ιδιώτες και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη αυστηρότητα τις επιχειρήσεις ώστε να είναι συνεπείς. Οι επιχειρηματίες έχουν να αντιμετωπίσουν ένα περιβάλλον αυξημένων φόρων, έκτακτων επιβαρύνσεων, αύξησης εισφορών κ.λπ.

Επιπλέον απειλούνται με συλλήψεις και διώξεις αν δεν ανταποκριθούν σε ορισμένες υποχρεώσεις. Οι δύο ταχύτητες που ισχύουν στην Ελλάδα, με το Δημόσιο αφενός να προσαρμόζει κατά την κρίση του επιστροφές φόρων, ΦΠΑ, πληρωμές προμηθευτών κ.λπ. και τους επιχειρηματίες, αφετέρου, να αντιμετωπίζουν έκτακτους φόρους, εξοντωτικά πρόστιμα και ασφυκτικές προθεσμίες, επιβαρύνουν το κλίμα και ενισχύουν την αβεβαιότητα λειτουργώντας αντιαναπτυξιακά, καθώς διαμορφώνεται μια κουλτούρα αποχής ως μέσο επαγγελματικής επιβίωσης και προστασίας των οικονομικών συμφερόντων του κάθε εργαζομένου.